Η φήμη ως αρρώστια
Εικονογράφηση: Artificial Vandalism

Υπάρχει μια στιγμή, συνήθως αργά το βράδυ, όταν σβήνουν τα φώτα και μένει μόνο το βουητό των ηχείων στα αυτιά, που η φήμη παύει να είναι προνόμιο και γίνεται ίλιγγος. Κάτι σαν να στέκεσαι στην άκρη ενός μπαλκονιού ενός ουρανοξύστη, χωρίς κάγκελα. Αυτόν τον ίλιγγο περιγράφει ο Stewart Copeland ως social vertigo. Με αφορμή μια πρόσφατη συνέντευξη του κορυφαίου ντράμερ Stewart Copeland στο αυστραλέζικο περιοδικό The Age,  κάπως επέστρεψε στιγμιαία στο μυαλό μου το μεγάλο ερώτημα: τι είναι τελικά η φήμη; Ευλογία, νόμισμα, ή μια αργή ασθένεια που μαθαίνεις να τη διαχειρίζεσαι χωρίς ποτέ να τη θεραπεύσεις; Συχνά οι διάσημοι έχουν δηλώσει πως κουβαλούν αυτήν την ιδιότυπη ασθένεια όχι γιατί ξεχώρισαν από τους άλλους, αλλά γιατί εγκλωβίστηκαν στην εικόνα της φήμης. Η φήμη τους πάγωσε σε μια στιγμή, τους μετέτρεψε σε σύμβολα και συχνά τους στέρησε το πιο ανθρώπινο δικαίωμα: να αλλάζουν χωρίς να δίνουν καμία εξήγηση. Κι όσο περισσότερο τους λατρεύουμε, τόσο πιο πολύ τους σπρώχνουμε στην απομόνωση και την μοναξια. Κι αυτό δεν καθόλου παράδοξο γιατί έτσι έχει μάθει να αγαπά η κοινωνία: υπερβολικά, ασφυκτικά, μέχρι να μην χωράει πια άνθρωπος μέσα στον μύθο.

Κι όσο τον διαβάζεις τη συνέντευξη του Copeland, τόσο καταλαβαίνεις ότι δεν μιλάει πλέον σαν ένας ροκ σταρ, αλλά σαν ένας άνθρωπος που έζησε δεκαετίες με μια ταμπέλα κολλημένη στο μέτωπο.

Η φήμη, λέει, σε κάνει «άλλον» άνθρωπο. Ούτε καλύτερο, ούτε ανώτερο, απλώς ξένο. Μπαίνεις σε ένα δωμάτιο και κανείς δεν σε ξέρει πραγματικά, αλλά όλοι νομίζουν πως σε ξέρουν ήδη. Και είναι μια παράδοξη μοναξιά αυτό που περιγράφει. Σαν να είσαι παντού αναγνωρίσιμος και ταυτόχρονα να μην νιώθεις πουθενά ασφαλής. Τα λόγια σου συχνά ακούγονται πιο δυνατά απ’ όσο μπορεί να αντέξουν, τα λάθη σου γράφονται με μεγάλα γράμματα, και κάθε ανθρώπινη αδεξιότητα γίνεται είδηση. Κάπως έτσι η καθημερινότητα, όπως το πώς θα φορέσεις παντελόνι σου το πρωί, όπως το θέτει ωμά, μετατρέπεται σε έναν μικρό άθλο κανονικότητας.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο Copeland μιλά για τους τοίχους. Οι διάσημοι, λέει, υψώνουν άμυνες για να επιβιώσουν. Δίνουν «κλειδιά στο κάστρο» στους παλιούς φίλους, μα στο τέλος μένουν μόνοι στα δωμάτια με την ηχώ τους. Κι εδώ βρίσκεται η πιο άβολη αλήθεια: η λατρεία, όταν περισσεύει, γίνεται βάρος. Υπάρχει πράγματι κάτι σαν μια υπερβολική δόση θαυμασμού. Η ψυχή, όσο κι αν θα ήθελε, δεν είναι φτιαγμένη για ένα μόνιμο χειροκρότημα.

Αυτό το ξέρουν καλά όσοι έζησαν στο κέντρο του προβολέα: από την Cher και τον Gene Simmons μέχρι τον John Lydon και τον Morrissey. Διαφορετικοί κόσμοι, αλλά η ίδια υπαρξιακή ρωγμή. Το κοινό τους βλέπει ως σύμβολα, ενώ οι ίδιοι παλεύουν να θυμηθούν πώς είναι να είσαι απλώς κάποιος, χωρίς μύθο, και σήμερα, χωρίς avatar.

Κι όμως, η ειρωνεία κορυφώνεται μετά το τέλος. «Δεν είμαστε θεοί, όλοι μας θα πεθάνουμε», κάπου λέει ο Copeland. Και μετά το σκέφτεσαι αυτό και σχεδόν γελάς πικρά. Γιατί τότε ακριβώς είναι που το είδωλο ανανεώνεται, και αποκτά αιώνια ζωή. Ο άνθρωπος φεύγει, η εικόνα μένει. Κάτι σαν μια ψηφιακή αγιογραφία, αποστειρωμένη από αμφιβολία και ιδρώτα.

Φυσικά, θα μου πείτε, ότι κάπου το πρόβλημα μπορεί να μην είναι οι διάσημοι, αλλά η δική μας ανάγκη να τους κάνουμε μεγαλύτερους από όσο αντέχει κάθε ανθρώπινο μέτρο. Να τους λατρεύουμε για να ξεχνάμε τη δική μας αστάθεια. Ο Copeland, στην προκειμένη περίπτωση, ο οποίος με τα λόγια του έδωσε αφορμή για αυτό το άρθρο, με όλη την εμπειρία και την κούραση μιας ζωής στο προσκήνιο, μας θυμίζει κάτι απλό, αλλά συνάμα ενοχλητικό: πίσω από την όποια ταμπέλα, υπάρχει πάντα κάποιος που κι αυτός ζαλίζεται, θολώνει, τα χάνει. Και αυτός ο ίλιγγος που σου δίνει το in-crowd δεν γιατρεύεται με κανένα χειροκρότημα. 

Υπάρχει κάτι σχεδόν μεταφυσικό στη μονιμότητα της φήμης. Όχι με την έννοια του θαύματος, αλλά με την έννοια της κατάρας που δεν φεύγει με τίποτα. Ο Stewart Copeland το περιγράφει όλο αυτό χωρίς κανέναν στόμφο, σχεδόν κουρασμένα, θα έλεγα. Ό,τι κι αν κάνεις μετά, όσα μονοπάτια κι αν ανοίξεις, το παρελθόν στέκεται εκεί σαν σκιά με μνήμη ελέφαντα. Μπορείς να γράφεις συμφωνική μουσική, να ντύνεις ταινίες με ήχους, να απομακρύνεσαι συνειδητά από το ροκ στερεότυπο, αλλά και πάλι, το βλέμμα του κόσμου θα σε τραβάει πίσω, στο ίδιο σημείο εκκίνησης. Στους Police, στην περίπτωση του Copeland. Στο «τότε». Στο εικονίδιο.

Η φήμη λειτουργεί κάπως σαν εκείνο το «chanting thing» του "Rock the Casbah" των Clash... Όσο είναι καινούργιο, το in-crowd το βαφτίζει "cool" και το σηκώνει ψηλά σαν σημαία. Όμως η λατρεία είναι μετεωρολογικό φαινόμενο, αλλάζει κατεύθυνση με τον πρώτο άνεμο. Τη μια στιγμή ο ναός πάλλεται, η μπάντα παίζει ασταμάτητα, το πλήθος μοιάζει ενωμένο σε έκσταση· την επόμενη, ένα ανεπαίσθητο «whiff» αμφιβολίας αρκεί για να μετατρέψει το θαύμα σε γραφικότητα, και το ιερό σε φάρσα. Η φήμη δεν κρίνεται από την αλήθεια της, αλλά από το άρωμα της στιγμής: αν τυχόν μυρίσει λίγο παράξενα, αν ξεφύγει από τον ρυθμό που περιμένει το πλήθος, τότε το ίδιο κοινό που χθες χόρευε, σήμερα αποστασιοποιείται. Κι έτσι ο μύθος ξεθυμαίνει, σαν μουσική που κάποτε ήταν επανάσταση και τώρα ακούγεται σαν χαλασμένος θόρυβος.

Kαι κάπου εδώ γεννιέται ο ίλιγγος. Όχι επειδή δεν υπάρχει εξέλιξη, αλλά επειδή δεν αναγνωρίζεται. Η κοινωνία αγαπά την αφήγηση της σταθερότητας, θέλει τους ανθρώπους-σύμβολα ακίνητους, παγωμένους στη στιγμή που τους ερωτεύτηκε. Κάθε απόπειρα μετάλλαξης μοιάζει σχεδόν προδοσία. Σαν να λέμε: «εσύ δεν έχεις δικαίωμα να αλλάξεις, γιατί μας ανήκεις». Κάπως έτσι, η καλλιτεχνική εξέλιξη συγκρούεται με τη συλλογική μνήμη, και ο δημιουργός μένει μετέωρος ανάμεσα σε αυτό που είναι και σε αυτό που του επιτρέπεται να είναι.

Αν το δεις (λίγο) φιλοσοφικά, η φήμη λειτουργεί σαν την περίεργη περίπτωση μιας άλλης ταυτότητας. Όχι γιατί μπορεί να περιγράφει (έστω με απλό τρόπο) ποιος μπορεί να ήσουν πριν 20 ή 30 χρόνια, αλλά επειδή, σχεδόν, επιβάλλει ποιος πρέπει να παραμείνεις. Ο άνθρωπος, όμως, είναι ον ασυνεχές, αλλάζει, χαλάει, φτιάχνεται, ξαναβρίσκει τον εαυτό του. Η φήμη, αντίθετα, λατρεύει τη συνέχεια. Κι εκεί χαλάει το πράγμα. Το social vertigo δεν είναι τίποτα άλλο από το χάσμα ανάμεσα στην αλήθεια της ύπαρξης και στη στατικότητα της εικόνας.

Η περίπτωση του Copeland (και του κάθε Copeland) δεν αποτελεί εξαίρεση. Αντιθέτως, είναι ένα καλό παράδειγμα που δείχνει πως όσοι γνώρισαν μαζική αποθέωση νωρίς κουβαλούν μια ταυτότητα η οποία δεν γερνά μαζί τους. Γιατί το κοινό μπορεί να ωριμάζει, αλλά οι προσδοκίες του μένουν πάντα έφηβες. Κι αυτό έχει ένα μεγάλο κόστος: στις σχέσεις, όπου κάθε γνωριμία περνά πρώτα από το φίλτρο του μύθου, στη δουλειά, όπου οι ευκαιρίες έρχονται συχνά με όρους επιστροφής στο γνώριμο αφήγημα, ακόμη και στην ίδια, την ιερή ιδέα της δημιουργία, που αρχίζει να αυτολογοκρίνεται, όχι από φόβο αποτυχίας, αλλά από φόβο παρεξήγησης.

Τελικά, η πιο σκληρή πλευρά της διασημότητας δεν είναι η έκθεση, αλλά αυτή η στατικότητα, η ακινησία της εικόνας. Να ζεις σε διαρκή κίνηση, ενώ σε βλέπουν όλοι ακίνητο σε μια φωτογραφία του αρχείου Getty. Να αλλάζεις, ενώ σε χρειάζονται ίδιο. Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε παρτιτούρες, αναμνήσεις και τις προσδοκίες των ρίτων, καταλαβαίνεις ότι ο ίλιγγος δεν προέρχεται από το ύψος, αλλά από το γεγονός ότι δεν σου επιτρέπεται να κατέβεις.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured