Σαν να πέθανε ο χρόνος σε αργό πλάνο.
Μια μέρα στον κόσμο σαν όλες τις άλλες, ίσως πιο γιορτινή για τον τόπο μας, 6 Ιανουαρίου 2026, και ο Béla Tarr χάθηκε για πάντα. Όσο κι αν έψαχνα να βρω λέξεις που να "αντέξουν" αυτό το κενό, ήταν πολύ δύσκολο. Όπως εκείνος που, κυριολεκτικά, πάσχιζε για κάθε δευτερόλεπτο στο κάδρο του. Όχι για να γεμίσει το χρόνο, αλλά για να τον αποκαλύψει.
Άκουσα τα νέα και ένιωσα ένα βάρος στο στήθος, ίσως γιατί πριν λίγες μέρες είχαμε την κουβέντα του για τις ταινίες και τα βιβλία του Κρασναχορκάι, με φίλους και αυτό που αισθάνθηκα όταν άκουσα ότι πέθανε ήταν κάτι που δεν φυτρώνει εύκολα... Εκείνο το είδος της θλίψης που σε βρίσκει ανύποπτο, σαν κρύος αέρας σε μια σκηνή που περιμένει τον πρωταγωνιστή. Σαν τα πλάνα του που εκτείνονται πέρα από την οθόνη, ρίχνοντας πάνω μας μια βαριά σιωπή.
Τι σημαίνει όταν λέμε ότι “έφυγε”; Στον Tarr, η ζωή και ο θάνατος είχαν γίνει ένα συνεχές πλάνο: η λάσπη, ο άνεμος, τα χαλασμένα στραβά χωριατόσπιτα, οι άνθρωποι που περιμένουν. Καμία δράση και καμία αφήγηση όπως την ξέρουμε, απλά μια ηδονή της διάρκειας, και μια συνεχής άρνηση για σύντομες λύσεις. Έφυγε, λοιπόν, όχι για να χαθεί, αλλά για να μας αφήσει μ’ αυτό το βάρος στο στήθος, να μας διδάξει ότι ο αληθινός κινηματογράφος πεθαίνει μόνο όταν πάψει να κοιτάζει κατάματα τον χρόνο.
Θυμάμαι όταν πρωτοείδα την κίνηση της κάμεράς του, ήταν σαν μια αργή αναπνοή μέσα σε μια αίθουσα που όλοι είχαν ξεχάσει να αναπνέουν. Σαν να σου έλεγε: «Μην κοιτάς τι κινείται, κοίτα αυτό που κρατιέται σταθερό». Κι αυτό με σημάδεψε. Σε εποχές που ο κόσμος μάθαινε να τρέχει με ταχύτητα, ο Tarr ψιθύριζε για αυτήν την υπομονή του βλέμματος.
Τώρα, στο κενό που άφησε, υπάρχει μια τεράστια σιωπή. Όχι νεκρή, αλλά φορτισμένη: τα φινάλε των ταινιών του, εκείνοι οι διάδρομοι χωρίς μουσική, οι γυναίκες και οι άντρες που περιμένουν σαν να γνωρίζουν κάτι που εμείς ξεχάσαμε. Κι εγώ, που γράφω αυτό το κείμενο, νιώθω μια περίεργη αίσθηση: σαν τον πόνο που λείπει ένας δάσκαλος του ρυθμού, αλλά και ευγνωμοσύνη που τόλμησε να κοιτάξει τον κόσμο χωρίς να φοβηθεί τη βαρυχειμωνιά της σιωπής.
Αυτός ο θάνατος είναι μια πρόσκληση: να ξανακοιτάξουμε τη ζωή. Σαν μια σειρά μεταβάσεων, σαν μια ατελείωτη φυσική κατάσταση, σαν μια λήψη που παρατείνεται μέχρι να καταλάβουμε τι σημαίνει να υπάρχουμε.
Ο Béla Tarr δεν έκανε απλώς σινεμά που δεν βιαζόταν. Έστηνε παγίδες στον χρόνο. Τον άφηνε να κυλάει μέχρι να κουραστεί ο θεατής, μέχρι να αρχίσει να αντιστέκεται, μέχρι να καταλάβει ότι αυτό ακριβώς είναι το ζητούμενο, να μείνεις. Να μη φύγεις. Να μη σε σώσει το μοντάζ.
Πίστευε πως ο αληθινός κακός δεν είναι ούτε η πολιτική, ούτε οι άνθρωποι, ούτε καν η μοίρα. Είναι ο χρόνος. Όχι ο ρομαντικός χρόνος της μνήμης, αλλά ο ωμός, βιολογικός, αυτός που τρίβει τα πάντα μέχρι να μείνει μόνο η συνήθεια και η κούραση. Γι’ αυτό και οι ταινίες του κινούνται σαν εξαντλημένα σώματα μέσα στη λάσπη, στον άνεμο, στη βροχή, στην προσμονή Δεν πηγαίνουν πουθενά. Αλλά υπάρχουν.
Στο Sátántangó δεν παρακολουθείς απλώς χωρικούς να περπατούν. Μαθαίνεις τον τόπο πριν ακουστεί λέξη. Οι αγελάδες που διασχίζουν αργά το κάδρο για ατελείωτα λεπτά δεν είναι μια “σκηνή”. Είναι δήλωση. Τίποτα δεν συμβαίνει και όμως όλα έχουν ήδη συμβεί. Η παρακμή, η εγκατάλειψη, η κούραση της κοινότητας είναι εκεί, ορατή, σχεδόν απτή.

Στο Damnation, δεκαπέντε λεπτά αρκούν για να σου μάθουν πώς βλέπει ο Tarr τον κόσμο. Ένα μπαρ απέναντι από τον δρόμο. Η πινακίδα "Titanik bár" να αναβοσβήνει σαν ειρωνικό σχόλιο. Η βροχή να πολιορκεί το τσιμέντο. Αδέσποτα σκυλιά να περνούν, να χάνονται. Η κάμερα να γλιστρά πίσω από ένα σιδερένιο κάγκελο, να αποκαλύπτει έναν άντρα με καμπαρντίνα, πλάτη στο βλέμμα μας, τσιγάρο στο χέρι. Τίποτα εντυπωσιακό. Κι όμως, μέσα σε αυτή την υπομονή, γεννιέται ένα ολόκληρο σύμπαν ηθικής φθοράς. Γιατί ο Tarr δεν ήθελε να “στήνει ατμόσφαιρες”, ήθελε να αφήνει τον χρόνο να τις διαβρώνει μπροστά στα μάτια σου.
Στο Werckmeister Harmonies, η σκηνή στο μπαρ μοιάζει σχεδόν αλληγορική: μεθυσμένοι άντρες περιστρέφονται σε έναν σκοτεινό χώρο, ενώ κάποιος εξηγεί την κίνηση του ήλιου, της σελήνης και της γης χρησιμοποιώντας ανθρώπινα σώματα. Είναι γελοίο, ποιητικό και τρομακτικό ταυτόχρονα. Η τάξη της κοινωνίας, της μουσικής, του σύμπαντος δεν καταρρέουν με θόρυβο, αλλά γλιστράνε στο χάος, πως και οι κοινωνίες.

Και στο The Turin Horse, ο κόσμος τελειώνει όχι με εκρήξεις, αλλά με επανάληψη. Πατέρας και κόρη ντύνονται, τρώνε πατάτες, κοιτούν τον άνεμο. Ξανά. Και ξανά. Ο άνεμος δεν σταματά. Το άλογο αρνείται να κινηθεί. Και κάποια στιγμή, μια λάμπα δεν ανάβει. Ίσως η πιο σκληρή και συγκινητική εικόνα στην ιστορία του κινηματογράφου: όχι γιατί δείχνει την καταστροφή, αλλά γιατί δείχνει την εξάντληση.

Το ασπρόμαυρο του δεν ήταν αισθητική επιλογή. Ήταν ηθική στάση. Το χρώμα, έλεγε έμμεσα, θα ωραιοποιούσε την εικόνα. Θα έλεγε ψέματα. Γι' αυτό τα μεγάλα πλάνα του δεν ήταν κάποιο είδος ναρκισσισμού, αλλά μια αντίσταση στην εύκολη σημασία, στην εύκολη ελπίδα, και σε κάθε εύκολη έξοδο κινδύνου.
Ο Tarr καταλάβαινε κάτι που σήμερα μοιάζει σχεδόν απαγορευμένο: ότι η σύγχρονη ζωή μας εκπαιδεύει να φοβόμαστε τη σιωπή. Εκείνος μας έσπρωχνε πίσω προς τα μέσα της, στα βαθειά, αλλά χωρίς σωσίβιο. Αποσύρθηκε λέγοντας ότι δεν είχε τίποτα άλλο να πει. Και μόνο αυτή η φράση τον ξεχώρισε από τους περισσότερους δημιουργούς της εποχής του. Δεν εξάντλησε τον εαυτό του. Σταμάτησε όταν το «βάρος» είχε σκηνοθετηθεί με τον μόνο τρόπο που αναγνώριζε ως τίμιο: χωρίς εξηγήσεις, χωρίς ίχνος κάθαρσης, και χωρίς άλλοθι. Όταν είχε ήδη ειπωθεί ό,τι μπορούσε να ειπωθεί μέσα από τη διάρκεια, τη σιωπή και την επανάληψη. Όταν ο χρόνος, ο μεγάλος του αντίπαλος, είχε αποκαλυφθεί πλήρως, όχι ως κινηματογραφική αφήγηση, αλλά ως εμπειρία.
Αυτό που αφήνει πίσω δεν είναι απλώς ταινίες. Είναι μια στάση ζωής. Ένα σινεμά που δεν σε παρηγορεί. Aπλά παίζει δίπλα σου στο σκοτάδι και σου ζητά να κοιτάξεις έντιμα. Και αν μείνεις αρκετά, αν αντέξεις τον χρόνο, συμβαίνει κάτι σπάνιο.
Αρχίζεις να βλέπεις.









