J Mascis

Το 1993, το εξαιρετικό και πραγματικά alternative -τότε- περιοδικό Spin κυκλοφορούσε με εξώφυλλο «J Mascis Is God!» με αφορμή το άλμπουμ Where You Been των Dinosaur Jr. Πέντε χρόνια νωρίτερα, οι Sonic Youth είχαν αναγνωρίσει τις δικές τους οφειλές στον ήχο του Mascis και τον είχαν απαθανατίσει στους στίχους του “Teenage Riot”. Το 1992 υπό τους ήχους του “Freak Scene” των Dinosaur Jr. συνέβη το πιο μαζικό stage diving από την κεντρική σκηνή στην ιστορία του αγγλικού φεστιβάλ του Reading. Αν ο Neil Young ήταν «ο παππούς του grunge», τότε, εκών άκων, ο Mascis ήταν «ο νονός του». Από τα μέσα της δεκαετίας του ’80, η φαζαρισμένη κιθάρα του έγινε ο δίαυλος που συνέδεσε το hard rock του 70 με το hardcore punk κι αυτό με το noise-rock για να καταλήξουμε στη γενιά του alternative και του grunge.   

Teenage Riot

Ο Joseph Donald Mascis Jr. γεννήθηκε στις 10 Δεκεμβρίου 1955 στo Άμχερστ της Μασαχουσέτης – όπου τοποθετούνται αρκετές ιστορίες του H.P. Lovecraft. Έμαθε να παίζει ντραμς σε ηλικία 9 ετών και συμμετείχε σε μια σχολική jazz μπάντα.

Μεγαλώνοντας σε αυτή την πολιτιστικά πολύβουη πανεπιστημιούπολη της Νέας Αγγλίας, περιτριγυρισμένη από γεωργικές εκτάσεις, δάση και μονοπάτια πεζοπορίας, ο Mascis γαλουχήθηκε με κλασικό ροκ των δεκαετιών του '60 και του '70. «Δανείστηκε» τους δίσκους του μεγαλύτερου αδελφού του. Aerosmith και Deep Purple, το πρώτο άλμπουμ που αγόρασε ήταν το Layla των Derek And The Dominos.

Στα μέσα της δεκαετίας του '70, σε ηλικία 11 ετών, έπαιζε τύμπανα στην ορχήστρα του σχολείου και παρακολουθούσε μαθήματα ντραμς. O Ian Paice των Deep Purple αποτελούσε μια από τις πρώιμες επιρροές του στο παίξιμο. Αργότερα, το δυναμικό κιθαριστικό δίδυμο των Ian Hunter και Mick Ronson, που υποστήριζαν την μπάντα J Geils, ήταν η πρώτη ζωντανή συναυλία που παρακολούθησε ο Mascis, στο Δημαρχείο του Σπρίνγκφιλντ το 1979.

«Ξεκίνησα να παίζω κιθάρα επειδή δεν μου άρεσαν οι κιθαρίστες εδώ γύρω», έχει δηλώσει ο Mascis. «Ήταν μια περιορισμένη κλίκα και νόμιζα ότι το hardcore είχε τελειώσει. Οι Minor Threat είχαν γίνει Fugazi, οι Negative Approach είχαν γίνει The Laughing Hyenas και οι Laughing Hyenas ήταν σίγουρα επηρεασμένοι από τους Birthday Party. Έτσι, οι Birthday Party ήταν και για εμάς ένα μεγάλο συγκρότημα, και για να ξεφύγουμε από το hardcore, πήγαμε σε κάτι άλλο».

Μια άλλη επιρροή ήταν οι Meat Puppets, ένα hardcore punk συγκρότημα από την Αριζόνα που το γύρισε στην alt. country. «Τους αγαπήσαμε από την αρχή, ήταν οι πιο τρελοί hardcore και πραγματικά καταπληκτικοί», λέει ο Mascis. «Μετά στράφηκαν στην country. Ακολουθήσαμε τα βήματά τους επειδή μου άρεσε η πορεία τους... Ωστόσο, ο κόσμος νόμιζε ότι ήμασταν αντιγραφείς των Meat Puppets. Έλεγαν επίσης ότι τραγουδούσα σαν τον Neil Young. Αλλά αυτό δεν ήταν σκόπιμο, απλώς αυτό βγαίνει προς τα έξω».

Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, σε ηλικία 18 ετών, ο Mascis σχημάτισε το βραχύβιο hardcore γκρουπ των Deep Wound με τους Lou Barlow, Scott Helland και Charlie Nakajima. Το γκρουπ διαλύθηκε σύντομα, όμως το 1984 ο Mascis κάλεσε εκ νέου τον Barlow να παίξει μπάσο και στρατολόγησε τον Mett Patrick Murphy («Murph») στα ντραμς. Το συγκρότημα άλλαξε ταυτότητες – πρώτα Mogo (για μια μόνο εμφάνιση με τον τραγουδιστή Charlie Nakajima) και αργότερα Dinosaur (το συγκρότημα δεν θα προσάρμοζε την κατάληξη "Jr." μέχρι το 1987). Το ομώνυμο ντεμπούτο άλμπουμ τους κυκλοφόρησε το 1985 και αναγνωρίστηκε αμέσως ως πρωτοποριακό για την ιδιαίτερη παραμόρφωση του. Ο καινοτόμος fuzz ήχος τους είναι γνωστός για την εξαιρετικά ηλεκτρική του απήχηση και τον συνδυασμό riff που εναλλάσσονται με garage, punk και metal rock, σε αντιπαράθεση με country κουρδίσματα. Αν δεν γνώρισε εμπορική επιτυχία, το πρώτο άλμπουμ χάρισε στο γκρουπ πρόσβαση σε συναυλιακούς χώρους στη Νέα Υόρκη, όπου τους προσέγγισαν καθιερωμένα ονόματα του underground όπως οι Sonic Youth∙ οι τελευταίοι προσκάλεσαν τους Dinosaurs να ανοίξουν στην τουρνέ τους το 1986.

Freak Scene

Την επόμενη χρονιά, το 1987, το συγκρότημα κυκλοφόρησε το You're Living All Over Me. Το άλμπουμ έλαβε πολύ περισσότερη προσοχή από το ντεμπούτο τους, ωθώντας τους Dinosaur από την underground σκηνή. Αμέσως μετά την κυκλοφορία, το συγκρότημα αναγκάστηκε να προσθέσει το "Jr." λόγω μιας προϋπάρχουσας μπάντας με το όνομα "Dinosaur".

Από το 1989 και μετά, οι Dinosaur Jr. υπέστησαν διάφορες αλλαγές στη σύνθεση, με τον Mascis να παραμένει ο σταθερός πόλος. Εν τέλει, γνώρισαν την μια επιτυχία μετά την άλλη σε όλη τη δεκαετία του '90. Το 1990 το συγκρότημα υπέγραψε με την Sire Records και την επόμενη κιόλας χρονιά κυκλοφόρησε το Green Mind. Σχεδόν στην κορύφωση της της ανεξάρτητης rock σκηνής, οι Dinosaur Jr. περιόδευσαν εκτενώς στις αρχές της δεκαετίας του '90, υποστηριζόμενοι από συγκροτήματα όπως οι Nirvana, μεταξύ άλλων ξεχωριστών συγκροτημάτων της grunge εποχής. Μέχρι το 1997, ο Mascis διέλυσε τους Dinosaur Jr., προχωρώντας σε άλλα projects, με πιο αξιοσημείωτο το μουσικό του project: J Mascis and the Fog. Οι τελευταίοι απασχόλησαν τον Mascis για τρία χρόνια, ξεκινώντας το 2000 με την κυκλοφορία του More Light.

Το 2004, ο Mascis ανέκτησε τα δικαιώματα όλων των προηγούμενων ηχογραφήσεων από την δισκογραφική εταιρεία Sire,και κανόνισαν μια επανέκδοση των τριών αρχικών άλμπουμ των Dinosaur Jr. με την Merge Records. Το συγκρότημα επανενώθηκε επίσημα τον Απρίλιο του 2005, εμφανιζόμενο στο The Late Late Show με τον Craig Fergusson. Το 2007 κυκλοφόρησαν το άλμπουμ Beyond το 2007 και απέσπασαν  διθυραμβικές κριτικές. Αν και τα μέλη του συγκροτήματος συνεχώς συμμετέχουν σε ξεχωριστά παράλληλα projects -ο Mascis έχει παίξει επίσης με τα συγκροτήματα Witch και Sweet Apple- οι Dinosaur Jr. συνεχίζουν ακάθεκτοι, έχοντας φτάσει αισίως τα 12 άλμπουμ μέχρι σήμερα.

Shades of J

Το 2011 ο Mascis κυκλοφόρησε το σόλο άλμπουμ Several Shades of Why στην εταιρεία Sub Pop. Σχεδόν εξ ολοκλήρου ακουστικό, είναι το πρώτο σόλο στούντιο άλμπουμ του J, και είναι ένα άλμπουμ απίστευτης ομορφιάς, ερμηνευμένο με μια λεπτότητα που δεν συνδέεται πάντα με τη δουλειά του. Συμμετέχουν: Kurt Vile, Sophie Trudeau (A Silver Mount Zion), Kurt Fedora (μακροχρόνιος συνεργάτης), Kevin Drew (Broken Social Scene), Ben Bridwell (Band of Horses), Pall Jenkins (Black Heart Procession), Matt Valentine (The Golden Road) και Suzanne Thorpe (Wounded Knees). Μαζί σε μικρές, μεταβλητές ομάδες, δημιουργούν κλασικούς ήχους που κυμαίνονται από αγγλικής folk μέχρι τραγουδοποιία σε στιλ Δυτικής Ακτής. Σε αυτό το σόλο έργο, ο λακωνικά βασισμένος, έντονα παραμορφωμένος βρυχηθμός της κιθάρας του J και η επίμονη σύγκρουση των τυμπάνων απουσιάζουν εμφανώς, αλλά κάθε κομμάτι, ακόμη και κάθε νότα, φέρει αυτό το ξεχωριστό αποτύπωμα του Mascis, τόσο με τη μορφή των μελωδιών όσο και με την υπέροχη βραχνή χροιά των φωνητικών. Όπως αναφέρει ο Mascis, «...είναι βασικά όλα ακουστικά. Υπάρχει λίγο fuzz, αλλά είναι ακουστικό μέσα από το fuzz. Δεν υπάρχουν ούτε ντραμς. Μόνο ένα τραγούδι με ντέφι, αυτό είναι όλο. Ήταν μια συγκεκριμένη απόφαση να μην υπάρχουν ντραμς. Συνήθως μου αρέσει να τα έχω, αλλά το να μην υπάρχουν ντραμς ωθεί τα πάντα σε μια νέα κατεύθυνση και διευκολύνει το να διατηρούνται τα πράγματα σε διαφορετικό ήχο».

Τελευταίο του μέχρι στιγμής σόλο άλμπουμ είναι το What Do We Do Now, που εκδόθηκε τον Ιανουάριο του 2024 από την ετικέτα της Sub Pop. Το άλμπουμ γράφτηκε και ηχογραφήθηκε στο στούντιο του σπιτιού του στο Άμχερστ της Μασαχουσέτης, με τον Mascis να παίζει ο ίδιος τα περισσότερα όργανα.

Ο Mascis έχει επίσης γράψει τραγούδια για τον κινηματογράφο, μεταξύ άλλων για την ταινία Gas Food Lodging της Allison Anders (1992) στην οποία έκανε μια σύντομη εμφάνιση.

Guitar God

Τον Απρίλιο του 2014 ο Mascis έπαιξε με τους επανενωμένους Nirvana σε μια μυστική συναυλία μετά την εισαγωγή τους στο Rock and Roll Hall of Fame. Τραγούδησε τα τραγούδια "School", "Pennyroyal Tea" και "Drain You". Εξάλλου η επιρροή του στους Nirvana και γενικά στα συγκροτήματα της σκηνής του Σιάτλ είναι αναμφισβήτητη. Ο Mascis είναι ευρέως αναγνωρισμένος για την έντονη χρήση παραμόρφωσης, τα μελωδικά σόλο και μια δυναμική προσέγγιση στην ανατροφοδότηση και το sustain, και συχνά αναφέρεται ως βασική φυσιογνωμία στη διαμόρφωση του ήχου της εναλλακτικής ροκ και της grunge. Το παίξιμό του χαρακτηρίζεται από εκφραστικά σόλο που έρχονται σε αντίθεση με την διακριτική φωνητική του απόδοση. Οι κριτικοί έχουν συγκρίνει τον τόνο του με αυτόν του Neil Young και τις αυτοσχεδιαστικές του τάσεις με αυτές του Jimi Hendrix. Ο ίδιος ως κιθαρίστας έχει αναφερθεί ως βασική επιρροή από μουσικούς όπως ο Kurt Cobain, ο Kevin Shields των My Bloody Valentine και ο Thurston Moore των Sonic Youth. Τι άλλο να ζητήσει κανείς; 

----------------------------------------------------------

Dirty Dozen: οι Dinosaur Jr στις 33 στροφές

12. Give a Glimpse of What Yer Not (Jagjaguwar, 2016)

Το Give a Glimpse Of What Yer Not έχει όλα όσα θα περίμενε κανείς από ένα άλμπουμ των Dinosaur Jr., και  κάτι παραπάνω. Οι μεγαλύτεροι θαυμαστές της μπάντας ενθουσιάστηκαν όταν το αρχικό line-up ανασχηματίστηκε το 2005 και ο ενθουσιασμός μας δεν ήταν μάταιος. Την επόμενη δεκαετία, το τρίο δημιούργησε μουσική εξίσου καλή, αν όχι και καλύτερη, από αυτήν που δημιούργησαν τα πρώτα τους χρόνια μαζί. Τα σιγανά φωνητικά του J, η έντονη χρήση feedback και distortion και η απίστευτη ένταση πάντα ακούγονταν λίγο παράξενα χωρίς τη rhythm section των Murph και Lou Barlow από πίσω του. Υπήρχε κάτι το έμφυτα ξεχωριστό στον ήχο που έκαναν ως τρίο. Tο άλμπουμ περιλαμβάνει μερικά πραγματικά δυνατά κομμάτια όπως το “I Walk For Miles” και το “Tiny”. Όμως το πραγματικό κόσμημα είναι το "Love is...",  σύνθεση του Lou Barlow, που με την πρώτη ακρόαση μοιάζει κάπως παράταιρο στο υπόλοιπο άλμπουμ. Με την folk απλότητά του και την εμπνευσμένη από τη δεκαετία του '70 μελωδία του, η οποία διακόπτεται από τα γρυλίσματα της κιθάρας του Mascis, είναι ένα κομμάτι που σε εθίζει.

11. Sweep It into Space (Jagjaguwar, 2021)

Το Sweep It Into Space ηχογραφήθηκε στα τέλη του 2019, με συμπαραγωγό τον τραγουδοποιό Kurt Vile, γνωστό για την lo-fi ψυχεδελική folk-rock μουσική του. Παίζει επίσης  12χορδη κιθάρα στο πρώτο single "I Ran Away" και κάνει φωνητικά σε μερικά κομμάτια. Υπάρχει γενικά μια χαλαρή ατμόσφαιρα που διαπερνά ολόκληρο το δίσκο, όπως ακριβώς και τη δική του μουσική. Το "I Ain't" ανοίγει τον δίσκο με τα γνωστά διπλά riff του Mascis, ενώ τα punk τύμπανα του Murph και το σκληρό μπάσο του Barlow καθοδηγούν το τραγούδι σε ένα ωραίο, δυναμικό groove. Καθώς ο Mascis τραγουδάει το ρεφρέν, οι κιθάρες γίνονται πιο δυνατές και το συγκρότημα γίνεται πιο δυναμικό. Αντίστοιχα σπιντάρει και το hard-rocking “I Met the Stones”, που θυμίζει Thin Lizzy σε h/c φάση με δύο κιθάρες. Το “Garden” είναι ένα από τα δύο κομμάτια που έγραψε ο Barlow στο άλμπουμ∙ πάνω από τις δυναμικές ηλεκτρακουστικές συγχορδίες, τα βραχνά φωνητικά αναδεικνύουν την ποιότητα της σύνθεσης. Πέρα από αυτό, κομμάτια όπως τα “Hide Another Round”, “And Me” και “I Expect It Always” αντιπροσωπεύουν τη γνώριμη, εμπνευσμένη από το punk, power-pop, που υπήρξε το βασικό στοιχείο των Dinosaur Jr. στην πορεία τους από τη δεκαετία του '90 και μετά.

 10. I Bet on Sky (Jagjaguwar, 2012)

Το I Bet On Sky ήταν το τρίτο άλμπουμ των Dinosaur Jr από τότε που το αρχικό line-up επανενώθηκε το 2005. Παίρνοντας τα πράγματα ένα βήμα τη φορά και διστάζοντας να κάνουν εικασίες για το πόσο θα μπορούσε να διαρκέσει, το συγκρότημα φαίνεται να έχει εγκατασταθεί σε ένα είδος σταθερού και λειτουργικού τρόπου συνεργασίας, παρά τις πιθανές αναταραχές από τα πολυάριθμα side-projects του J, την ανάσταση των Sebadoh από τον Lou, και οτιδήποτε κάνει ο Murph στον ελεύθερο χρόνο του. Δεν χύθηκε αίμα κατά τη δημιουργία αυτού του άλμπουμ. Τα συνηθισμένα στοιχεία των Dinosaur είναι όλα παρόντα: το ιδιαίτερο στυλ μπάσου του Lou και τα δυνατά τύμπανα του Murph συμπληρώνουν την εκρηκτική κιθάρα του J. Τα πλήκτρα εμφανίζονται κατά καιρούς, πιο αισθητά στο εναρκτήριο τραγούδι "Don't Pretend You Didn't Know". Ακουστικές κιθάρες προσθέτουν στην υποστήριξη του καλοκαιρινού "Almost Fare". Ακόμα και τα πιο δυναμικά κομμάτια, όπως το single "Watch The Corners", έχουν έναν πιο θλιβερό και ανάλαφρο αέρα. Το "I Know It Oh So Well" βρίσκεται στην ίδια κατηγορία με τα καλύτερα τραγούδια του J που φανερώνουν την επιρροή του Neil Young και των Crazy Horse στη μουσική του.

9. Without a Sound (Blanco y Negro/Sire, 1994)

Υπάρχει κάτι το ιδιαίτερα μελαγχολικό στο Without a Sound, το οποίο αναμφίβολα είναι αυτό που το κάνει σπουδαίο. Ενώ σε άλλα άλμπουμ των Dinosaur Jr. δεν διακρίνεται ιδιαίτερη σχολαστικότητα σχετικά με το πού μπορεί να φτάσει η ένταση του θορύβου, εδώ το level διατηρείται σταθερό και προς το τέλος καταλήγει σε ψιθύρους προς το τέλος στο "Seemed Like the Thing to Do". Κομμάτια όπως το “Grab It” και το “Feel the Pain” δείχνουν ότι ο J είναι ακόμα σε θέση να ροκάρει και θα ταίριαζαν υπέροχα σε οποιοδήποτε άλλο άλμπουμ του. Η δημιουργικότητα που είναι εμφανής στο “Mind Glow” για να αλλάξει τα πράγματα με μια ακουστική κιθάρα. Στο “Get Out of This” η ένταση κλιμακώνεται και φτάνει στην απίστευτη κορύφωση των τελευταίων λεπτών. Το άλμπουμ τελειώνει με το “Over Your Shoulder”, έναν συγκινητικό φόρο τιμής στον πατέρα του J, που απεβίωσε τις μέρες ηχογράφησης του δίσκου.

8. Hand It Over (Blanco y Negro/Sire, 1997)

Γνήσια πειραματικό προϊόν και περισσότερο προσωπικό άλμπουμ του πολυπράγμονα Mascis παρά συλλογική δουλειά, το Hand It Over είναι παράξενος δίσκος. Το εξαιρετικό εναρκτήριο τραγούδι "I Don't Think" ξεκινά με ένα διακεκομμένο ρυθμικό riff που προμηνύει ότι το άλμπουμ δεν είναι σε καμία περίπτωση ένα Without A Sound II. Το riff του Mascis στην κιθάρα είναι περίπου τόσο βαρύ όσο ήταν την εποχή του σχεδόν μέταλ "Mountain Man". Ο Mascis πειραματίζεται, αλλά ποτέ δεν θυσιάζει το μουσικό περιεχόμενο στο όνομα της δημιουργίας κάτι «παράξενου». Οι απροσδόκητες πινελιές σε ορισμένα τραγούδια τα βοηθούν όμως να εξελιχθούν. Η ασυνήθιστη τρομπέτα στο “I'm Insane” είναι μια διασκεδαστική προσθήκη και κάνει το κατά τα άλλα μέτριο τραγούδι ελαφρώς καλύτερο. Το “Can't We Move This”, ένα άλλο ροκ κομμάτι που διαθέτει πινελιές εγχόρδων προς το τέλος, που δίνουν στο τραγούδι μια νέα διάσταση α λα Brian Wilson. Το “Alone” τέλος είναι ένα από τα καλύτερα τραγούδια που έγραψε ο  Mascis στη δεκαετία του 1990.

 7. Dinosaur (Homestead, 1985)

Το ντεμπούτο άλμπουμ του 1985 ήταν ωμό και πρωτόγονο αλλά και πρωτοποριακό για την εποχή του. Hardcore-punk παιγμένο με folk/pop ευαισθησία, με το αναδυόμενο στυλ κιθάρας του J Mascis να ξεχωρίζει εξαρχής. Η μουσική των πρώιμων Dinosaur ήταν επιθετική, θορυβώδης και μερικές φορές ατημέλητη, αφήνοντας όμως πολλές υποσχέσεις για μελλοντικές καινοτομίες. Τα "Mountain Man", "The Leper", “Forget The Swan” και "Severed Lips" είναι πια από τα κλασικά στο ρεπερτόριό τους.

6. Farm ( Jagjaguwar, 2009)

Το Beyond του 2007 ήταν ένα από τα καλύτερα άλμπουμ επανένωσης που έχουν γίνει ποτέ. Η επανένωση συγκροτημάτων θεωρείται πάντα ως μια προσπάθεια εισπράξεων από καλλιτέχνες που χρεοκοπούν, αλλά με το Beyond οι Dinosaur Jr. έκαναν μια σοβαρή προσπάθεια να δημιουργήσουν ένα σπουδαίο άλμπουμ. Τι συνέβη με το επόμενο άλμπουμ; Ήταν εξίσου καλό με τον προκάτοχό του; Απολύτως.

Ως επί το πλείστον, πρόκειται για το χαρακτηριστικό τους στυλ noise-rock, υποστηριζόμενο από τον χαρακτηριστικό "ασαφή" τόνο κιθάρας, τα γκρινιάρικα φωνητικά του J Mascis και τα άφθονα σόλο. Οι Dinosaur Jr. νιώθουν άνετα να παίζουν αυτό το στυλ εδώ και χρόνια∙ μόνο που  με το Farm κάνουν μερικά βήματα έξω από τα συνηθισμένα. Τα τρία μεγαλύτερα κομμάτια του άλμπουμ ("Plans," "Said The People" και "I Don't Want to Go There") είναι εκείνα που τους βλέπεις να εξερευνούν τα όριά τους. Το "Plans" είναι το πιο προσιτό του τρίο, καθώς ξεκινά αργά αλλά στη συνέχεια μετατρέπεται σε ένα ωραίο, groovy rock κομμάτι που τροφοδοτείται από μια σταθερή γραμμή κιθάρας. Το "Said The People" προσεγγίζει τα εδάφη των μπαλάντας και φέρνει σε μια λίγο blues ατμόσφαιρα. Είναι το πιο μελαγχολικό τραγούδι του άλμπουμ. Το "I Don't Want to Go There" είναι ένα από τα πιο εντυπωσιακά κομμάτια του συγκροτήματος μέχρι σήμερα. Αυτό το σχεδόν εννιάλεπτο κομμάτι ξεκινά σαν ένα κανονικό τραγούδι των Dinosaur Jr., αλλά στη συνέχεια ξεσπά σε ένα μακρύ ορχηστρικό κομμάτι στο δεύτερο μισό, με ένα από τα πιο τρελά σόλο του Mascis. Κομμάτια όπως το "Pieces" αποτελούν παράδειγμα του στυλ τους με θορυβώδεις κιθάρες σε συνδυασμό με πιασάρικα hooks. Το συγκρότημα εξερευνά επίσης τις ποπ ευαισθησίες του στο "Over It", ενώ το "Ocean in the Way" φτιάχνει μια πιο αργή, χαλαρωτική ατμόσφαιρα.

5. Green Mind (Blanco y Negro/Sire, 1991)

Στο Green Mind του 1991, το ταλέντο και η δυναμική των Dinosaur Jr στη σύνθεση υπέροχων μελωδιών, σε συνδυασμό με τη θρυλική κιθαριστική δουλειά του J. Mascis, όλα ενώθηκαν για να σχηματίσουν αυτό που εξακολουθεί να θεωρείται αριστούργημα της εναλλακτικής σκηνής. Το “The Wagon” εξακολουθεί να είναι ένας indie ύμνος, ένα από τα 10 καλύτερα singles των 90’ς, ενώ από κοντά ακολουθεί και το “Blowing It”. Σε άλλα κομμάτια,  όπως το “Flying Cloud”, δεν φοβήθηκαν να χρησιμοποιήσουν απαλές ηλεκτρακουστικές κιθάρες, προσδίδοντας έναν πιο ντελικάτο ήχο στο άλμπουμ. Το ομώνυμο κομμάτι με τον κοφτό ρυθμό του προσεγγίζει την κιθαριστική indie-pop τελειότητα. Η επανέκδοση του δίσκου, συνοδευόμενη από B-sides και ζωντανές ηχογραφήσεις από εκείνη την εποχή, περιλαμβάνει μερικές επιπλέον θαυμάσιες στιγμές, όπως την ακουστική διασκευή του “Quicksand” του David Bowie.  

4. Beyond (Fat Possum, 2007)

Επανενωμένο σοβαρά για πρώτη φορά από το 1988, το αρχικό τρίο πλάθει στο Beyond κάτι νέο και βιώσιμο. Το άλμπουμ συνεχίζει περίπου από εκεί που σταμάτησε ο πρώτος δίσκος χωρίς τον Barlow, το Green Mind. Το "Almost Ready" ανοίγει το άλμπουμ με ένα δυνατό σόλο κιθάρας από τον Mascis, που παίζει επιδέξια γύρω από μια πεντατονική κλίμακα σε ένα φθηνό fuzz box. Είναι γνωστό ότι ο J λατρεύει απόλυτα τα σόλο κιθάρας σε στυλ Crazy Horse. Έτσι, εδώ επιδεικνύει όλες τις ικανότητές του στις folk και country μελωδίες, με μια σειρά από περίτεχνα lead, που συνειδητοποιείς ότι αυτό που ακούς είναι πολύ κοντά στην ιδιοφυΐα. Το "Been There All The Time" είναι ένα από τα καλύτερα τραγούδια του Mascis, συνδυάζει την πιο πειραματική δουλειά του με τον Kevin Shields των My Bloody Valentine με την ωμότητα του Bug των Dinosaur. Τα "We're Not Alone" και "What If I Knew" ανήκουν στην κατηγορία «βρώμιες μπαλάντες». Το “Crumble” είναι ένα από τα ομορφότερα power pop κομμάτια του Mascis, ενώ ακόμα και ο Barlow ελαφρύνει λίγο και βγάζει λίγη punk/pop φινέτσα σε στιλ Husker Du στο "Back To Your Heart".

3. Bug (SST, 1988)

1988: την ώρα που οι Sonic Youth ετοιμάζονται να κυκλοφορήσουν το Daydream Nation, οι Pixies το Surfer Rosa και οι My Bloody Valentine το Isn't Anything, οι Dinosaur Jr κάνουν ρελάνς με ένα άλμπουμ που είχε εξίσου μεγάλο αντίκτυπο: το Bug.

Το τρίτο άλμπουμ του συγκροτήματος και το τελευταίο της πρώτης τους εποχής που περιλαμβάνει το αρχικό τρίο των J. Mascis, Lou Barlow και Murph. Αν και οι Dinosaur Jr δεν έγιναν τελικά τόσο μεγάλο όνομα όσο οι συνοδοιπόροι τους οι Pixies, ήταν ένα δικό τους τραγούδι που άνοιξε τον δρόμο για τους Nirvana: το "Freak Scene", εύκολα το καλύτερο και σίγουρα το πιο πολυσυζητημένο τραγούδι του τρίτου δίσκου, ένα τραγούδι νεανικής αποξένωσης που κυκλοφόρησε σε single τρία χρόνια πριν από το "Smells Like Teen Spirit"∙ ένα από τα καλύτερα indie rock τραγούδια που έχουν γραφτεί ποτέ. Το Bug στο σύνολό του είναι ένας απίστευτος δίσκος, ακριβώς τη στιγμή που η κιθαριστική ροκ γινόταν ξανά δημοφιλής. Tο "Freak Scene" ήταν η πρώτη τους πραγματική ραδιοφωνική επιτυχία και ακουγόταν σαν τέτοια, πριν το τραγούδι καταλήξει στο απόλυτο ηχητικό χάος. Πλάι του το wall-of-sound που υψώνει με τα σόλο του ο Mascis στο “No Bones”, το ημιθορυβώδες "Pond Song", το  “They Always come”, το “ “Budge”...πόσες βελόνες μπορεί να καταστρέψει κανείς ακούγοντας ξανά και ξανά αυτό τον δίσκο; Την ίδια εποχή κυκλοφορεί σε single και η διασκευή τους στο “Just Like Heaven” των Cure που εν μέρει…τα σπάει, όμως υποδεικνύει και τον πιο μελωδικό δρόμο που έμελλε να ακολουθήσουν στο Green Mind.  

2. Where You Been (Blanco y Negro/Sire, 1993)

Το Where You Been σηματοδοτεί ένα από τα λίγα άλμπουμ που κυκλοφόρησαν από το συγκρότημα μέσω μιας μεγάλης δισκογραφικής εταιρείας. Ο Mascis πλαισιώθηκε από τον επί χρόνια ντράμερ των Dinosaur Jr, Murph, και ένα φρέσκο ​​πρόσωπο στη σκηνή, τον μπασίστα Mike Johnson. Με όλο το βάρος της διαδικασίας ηχογράφησης να έχει φύγει από τους ώμους του, μπόρεσε να βελτιώσει πραγματικά την στιχουργική του τέχνη και την φωνητική του απόδοση, ενώ το υπόλοιπο τρίο αποτυπώνει την ευρεία γκάμα των επιρροών που αποδίδονται σε αυτό το άλμπουμ.

Σε μόλις 10 κομμάτια, ο Mascis και η παρέα του προσφέρουν ένα απολύτως δεμένο και ολοκληρωμένο συνθετικά άλμπουμ. Το Where You Been μοιάζει με μια στιγμή ενηλικίωσης για το συγκρότημα. Το παίξιμο κάθε μέλους έφτασε σε ένα επίπεδο ακόμη υψηλότερο από τον πήχη που έθεσαν σε προηγούμενους δίσκους, επιτρέποντας σε αυτές τις ιδέες να πάρουν την πλήρη μορφή τους. Η καλή χημεία τους φαίνεται. Τα έντονα σόλο της κιθάρας μπλέκονται με τη βραχνή γλυκύτητα των φωνητικών των Mascis. Το “On The Way” ξεκινά επιθετικά και στην πορεία γλυκαίνει, ενώ το “Drawerings” διαθέτει μια πιο τεχνικά επιδέξια στιγμή με τις φλεγόμενες κιθάρες και τα τύμπανα που χτυπούν δυνατά. Το "What Else Is New" είναι μια από τις καλύτερες στιγμές του άλμπουμ. Επεκτείνει τις δυνατότητες της φωνής του Mascis μέσα από μια κυματιστή μελωδία καθώς αποδίδει μερικούς από τους πιο αόριστους αλλά και εντυπωσιακούς στίχους του. Το indie-pop "Start Choppin'" έγινε το single της μπάντας με την υψηλότερη θέση στα charts εκείνη την εποχή. Το “Goin' Home”, τέλος, είναι το τέλειο noise-country  τραγούδι. 30 χρόνια και πλέον χρόνια μετά και μια πληθώρα άλλων κυκλοφοριών από τους Dinosaur Jr, το Where You Been εξακολουθεί να αποτελεί μια από τις πιο κορυφαίες τους κυκλοφορίες. Με τη βοήθεια μιας πλήρους μπάντας, ο Mascis μπόρεσε να εξερευνήσει νέους δρόμους και οι Dinosaur Jr. δημιούργησαν ένα άλμπουμ με μια λέξη κλασικό.  

1. You're Living All Over Me (SST, 1987)

Προερχόμενοι από τις στάχτες των Deep Wound και από την h/c σκηνή της εταιρείας Homestead/SST, οι Dinosaur Jr. έκαναν μια ανεπανάληπτη επίδειξη δύναμης με τον δεύτερο δίσκο τους. Μια blitzkrieg σύντηξη hardcore punk, no wave και abstract noise σε στυλ Sonic Youth, και μελωδικού hard rock στο ύφος του Neil Young και των Crazy Horse, το You're Living All Over Me ήταν ένα σημείο καμπής στο αμερικανικό underground rock & roll. Με το λεπτό, ανισόρροπο μιξάζ του, το άλμπουμ ακούγεται πραγματικά απειλητικό και νευρικό - το μπάσο του Lou Barlow τρεκλίζει μπροστά πάνω από τα κροτάλισμα των τυμπάνων του Murph, με την κιθάρα του J Mascis να στριφογυρίζει, να χτυπάει με απανωτά riff και σόλο, περιστασιακά ατονικά. Καθιέρωσε την ηρωική κιθάρα ως μέρος της indie rock, φέρνοντας τον θόρυβο των Sonic Youth σε πιο συμβατικές δομές τραγουδιών.

Οι καλύτερες στιγμές του άλμπουμ (“Little Fury Things”, “Raisans”, “In a Jar”) διατηρούν ακόμα και σήμερα ακέραια τη δύναμή τους και η επιρροή τους είναι εμφανέστατη σε εκατοντάδες alternative rock σχήματα. Συμπληρωματικά, κομμάτια όπως το “Poledo” του Lou Barlow προοικονομούν τη lo-fi σκηνή των Sebadoh και των Guided By Voices. Παίξτε το δυνατά!

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured