Στο τέλος του χειμώνα του 2012, όταν πια η πληγή της απρόσμενης φυγής του Θεόδωρου Αγγελόπουλου είχε πάψει να ματώνει, θυμάμαι να ανταλλάσσω ατέλειωτα θυελλώδη μηνύματα με ένα παλιό φίλο. Δεκατέσσερα χρόνια μετά, το σημάδι εντός μας καίει ακόμη, κι ούτε λύσαμε τη διαφωνία εκείνης της μέρας, αν τελικά ο κύριος Αγγελόπουλος σκηνοθετούσε σε φόντο γκρι ή γαλάζιο. Σ’ αυτό που συμφωνούσαμε ρητά αλλά και άρρητα ανέκαθεν, ήταν πως κανείς άλλος δεν κινηματογράφησε την πολιτική και κοινωνική ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας με τέτοια ανθρωπιά και μαεστρία, αλλά και με τόσο διεισδυτική ματιά (που, όμως, δεν έχασε στιγμή την λεπτότητά της).
Η συναισθηματική και καλλιτεχνική ευφυΐα διέκρινε τον μεγάλο Έλληνα σκηνοθέτη σε όλες τις επιλογές του, κυρίως δε των συνεργατών του, όπως ο οραματιστής σκηνογράφος Μικές Καραπιπέρης και ο πολυβραβευμένος διευθυντής φωτογραφίας Γιώργος Αρβανίτης, αλλά και η συνθέτρια Ελένη Καραΐνδρου, η πρωτότυπη μουσική της οποίας συνέβαλε καθοριστικά στην αισθητική αρχιτεκτονική των ταινιών του Αγγελόπουλου. Ξεκινώντας, λοιπόν, από αυτήν, και με αφορμή την ημέρα μνήμης του σκηνοθέτη, σταχυολογούμε εδώ μερικές από τις πιο ξεχωριστές μουσικές στιγμές της φιλμογραφίας του.
Η συνεργασία με το Λουκιανό Κηλαηδόνη στον "Θίασο".
Για την μουσική επιμέλεια της τρίτης μεγάλου μήκους ταινίας του, ο Θεόδωρος Αγγελόπουλος προσέγγισε τον Λουκιανό Κηλαηδόνη, ο οποίος ήδη από το 1970 ασχολείτο με την μουσική επένδυση παραστάσεων. Κατ’ απαίτηση του σκηνοθέτη, όλη η μουσική παιζόταν ζωντανά κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, ακόμη και παρά τις αντίξοες καιρικές συνθήκες. «Θυμάμαι περιπετειώδη γυρίσματα, αυτό που είναι στα χιόνια ίσως, όπου είμαστε όλοι στο χιόνι από τις 9 το πρωί ως τις 6 το απόγευμα, ο Θόδωρος με ένα μπερεδάκι, ένα σακάκι και κάτι παλιά, μονόσολα παπούτσια, μέσα στον πάγο, είμαστε εμείς δίπλα του, ο Αντρέας (Τσεκούρας) έπαιζε με 15 υπό το μηδέν πάνω στα Ζαγόρια, οι γυναίκες με τακούνια ήταν μες στη λάσπη και τα χιόνια και κατέβαιναν το βουνό. Όλοι όμως είχαμε πιστέψει ότι αυτό που γίνεται είναι σημαντικό.» Η επιλογή των πάνω από τριάντα ορχηστρικών και μη τραγουδιών έγινε με τρόπο που να συμβολίζει ιστορικά σημεία και καταστάσεις, παρά το γεγονός ότι το ακριβές σενάριο της ταινίας δεν ήταν γνωστό σε κανένα από τους συντελεστές πλην του ίδιου του Αγγελόπουλου – μην ξεχνάμε πως η ταινία γυρίστηκε εν μέρει κατά τη διάρκεια της Χούντας και κινδύνευε να λογοκριθεί. Μεταξύ των κομματιών αυτών βρίσκουμε από το ελαφρό “Άστα τα μαλλάκια σου”, ρεμπέτικα, αντάρτικα και εμβατήρια, δημοτικά και swing, και φυσικά το πρωτότυπο “Γιαξεμπόρε”. Το τελευταίο, βασισμένο σε ένα παλιό επιφώνημα των μπουλουκιών –μια παραφθορά του ιταλικού «γεια σου, αμόρε»–, που καθιερώθηκε ως επιφώνημα–κάλεσμα προς το κοινό, σαν μουσικός κράχτη πριν από την παράσταση, με αυτοσχέδιους στίχους και επαναλαμβανόμενο μοτίβο, χρησιμοποιήθηκε για να ενσωματώσει μια πρακτική μνήμης του λαϊκού θεάτρου μέσα στο πολιτικό τραύμα του 20ού αιώνα.
Η σκηνή στο κέντρο διασκέδασης στον "Θίασο".
Την παραμονή της πρωτοχρονιάς του 1946, σ’ ένα κέντρο διασκέδασης δύο μεγάλες παρέες κάθονται αντικριστά διασκεδάζοντας. Η συγκεκριμένη σκηνή του “Θιάσου” ξεκινά με το “Εγώ θα σ’ αγαπώ και μη σε νοιάζει” του επονομαζόμενοι και “Βασιλιά της Επιθεώρησης” συνθέτη Γιώργου Μουζάκη, ο οποίος πάνω από 2.500 τραγούδια και μελωδίες για θεατρικά έργα, μουσικές κωμωδίες, βαριετέ και ταινίες του ασπρόμαυρου ελληνικού κινηματογράφου. Στα περίπου οκτώ λεπτά της εν λόγω σκηνής παρουσιάζεται μέσα από μια ιδιότυπη «τραγουδιστική» μάχη των δύο παρεών η ιστορία του εμφυλίου μεταξύ αντιστασιακών και φιλοβασιλικών – με τους πρώτους να αποχωρούν στο τέλος της, και τους δεύτερους να χορεύουν σε ρυθμό βαλς το «Γύρνα ξανά» (στην παλιά σου φωλιά Βασιλιά).
Το ποντιακό "Σεράντα Μήλα Κόκκινα" στο "Ταξίδι στα Κύθηρα".
Ο εξόριστος στην ΕΣΣΔ κομμουνιστής Σπύρος, ενσαρκωμένος δεξιοτεχνικά από τον Μάνο Κατράκη στην προτελευταία του ταινία, επιστρέφει στην πατρίδα, με την πτώση της δικτατορίας το 1974, μετά από 32 χρόνια εξορίας. Εκεί όλα μοιάζουν αλλαγμένα, ακόμη και η γη που ξεπουλιέται σε επενδυτές. Σ’ αυτή την γκρίζα γη, σπαρμένη με μνήματα, ο Αγγελόπουλος τοποθετεί τον Κατράκη να σιγοτραγουδά μόνος του το ποντιακό "Σεράντα μήλα κόκκινα", μια φράση που κυλάει αργά, σχεδόν ψιθυριστά, και που μόνο με την είσοδο της λύρας του Γιώργου Αμαραντίδη αποκτά την πλήρη της βαρύτητα, μετατρέποντας τον χώρο σε τόπο μνήμης και συναισθηματικής πυκνότητας, όπου η επιστροφή δεν είναι απλώς γεωγραφική αλλά και ψυχική. Ο Σπύρος σηκώνεται και χορεύει με έναν τρόπο που, πέρα από το προσωπικό του πένθος, φαίνεται να αποδίδει φόρο τιμής σε όλους όσοι ζουν αποκομμένοι από τον τόπο τους, ενσωματώνοντας το τραύμα της εξορίας, τη διαρκή απώλεια και την ακατάλυτη ανθρώπινη αξιοπρέπεια σε κάθε λεπτό της σκηνής, αφήνοντας τον θεατή να παρακολουθεί μια πράξη μνήμης και επιβίωσης που γίνεται ταυτόχρονα αισθητική, ιστορική και βαθύτατα συγκινητική.
Η βαθιά συνεργασία με την Ελένη Καραΐνδρου
Η ταινία "Ταξίδι στα Κύθηρα" του 1984 αποτέλεσε σημείο έναρξης της βαθιάς συνεργασίας του σκηνοθέτη με την συνθέτρια Ελένη Καραΐνδρου, η μουσική της οποίας είναι πλέον αναπόσπαστα συνυφασμένη με τις εικόνες του Αγγελόπουλου. Η ίδια έχει δηλώσει ότι η μουσική της είναι το προϊόν της συγκίνησης που της προκαλούσε η Ιδέα του σκηνοθέτη. Σε αντίθεση με την καθιερωμένη πρακτική της κινηματογραφικής μουσικής, η Καραΐνδρου παρέδιδε ολοκληρωμένες συνθέσεις πριν από το τελικό μοντάζ, επιτρέποντας στον Αγγελόπουλο να «χτίσει» τις εικόνες του επάνω στον ρυθμό, τη σιωπή και την εσωτερική αναπνοή της μουσικής. Έτσι γεννήθηκε ένας κοινός τόπος, όπου το πλάνο και η μελωδία βαδίζουν παράλληλα, χωρίς να υπαγορεύουν η μία την άλλη, αλλά συναντιούνται στη μνήμη, στη μοναξιά των προσώπων, στη βραδύτητα της Ιστορίας, στην αίσθηση της απώλειας που δεν κλείνει ποτέ οριστικά. Η μουσική της Καραΐνδρου, λιτή και βαθιά συγκινητική, έγινε στον κόσμο του Αγγελόπουλου φορέας μιας συλλογικής εμπειρία ως διαρκής υπενθύμιση ότι το παρελθόν εξακολουθεί να μας διασχίζει.
Το ροκ του "Μελισσοκόμου"
Ο παλιός αριστερός αγωνιστής Σπύρος, μετά το γάμο της κόρης του, παρατά την ζωή του πατέρα, συζύγου και δασκάλου και περιπλανιέται στην ελληνική επαρχία με τις κυψέλες του. Στη διαδρομή συναντά μια νεαρή κοπέλα, με την οποία συνάπτει μία αυτοκαταστροφική σχέση. Μαρτσέλο Μαστρογιάννι και Νάντια Μουρούζη συνδέονται και συγκρούονται στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, όπως και οι ριζοσπαστικές μουσικές επιλογές του Αγγελόπουλου για τον “Μελισσοκόμο”. Το "Ροκ της Καντίνας" της Καραΐνδρου και το "I’ll hit the road" με την Julie Massino στα φωνητικά ακούγονται σαν ξένο σώμα, όπως ακριβώς και ο ίδιος ο ήρωας μοιάζει ξένος μέσα στη ζωή του. Το πιο «ανοίκειο» και ριψοκίνδυνο soundtrack στην αγγελοπουλική φιλμογραφία δεν υπακούει στη μελωδική, ιστορική ή εθνική λογική που συναντάμε αλλού, αλλά λειτουργεί σαν ρήγμα, σαν βασικό εργαλείο για να αρθρωθεί η θεματική της εξορίας όχι στον χώρο, αλλά στον ίδιο τον χρόνο. Στο συγκεκριμένο soundtrack συμμετέχει ο σαξοφωνίστας Jan Garbareck και ο Γιώργος Νταλάρας στα όργανα και στο τραγούδι "Τα βουρκωμένα μάτια μου" σε στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου.
Η σκηνή στο λεωφορείο στην ταινία "Μια αιωνιότητα και μια μέρα"
Η πιο τρυφερή ταινία του Αγγελόπουλου, βραβευμένη με το Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ Καννών, ακολουθεί τον Αλέξανδρο, που με ανείπωτη πραότητα ενσαρκώνει ο Bruno Ganz σε μια διαδρομή μέσα στον χρόνο και τον χώρο της μνήμης, ανάμεσα σε εικόνες του παρελθόντος, και του παρόντος. Σε μια από τις πιο συγκλονιστικές εικόνες της ταινίας, ο Αλέξανδρος και το παιδί των φαναριών που έχει περιμαζέψει μπαίνουν σε ένα λεωφορείο, στο οποίο επιβιβάζονται διάφορες στιγμές της Ιστορίας. Ως ένα σχόλιο για την ομορφιά της τέχνης, ένα τρίο με έγχορδα στήνει ένα κονσέρτο, παρεμβαίνοντας στο χρόνο της αφήγησης. Το λεωφορείο, ένας χώρος μεταβατικός, προσωρινός, μετατρέπεται στιγμιαία σε τόπο συλλογικής εμπειρίας. Η μουσική δεν εξυψώνει δραματουργικά τη σκηνή αλλά, την καθυστερεί, την απλώνει, την αποσπά από τη λειτουργικότητά της. Μέσα σε αυτή την καθυστέρηση, ο Αγγελόπουλος μας υπενθυμίζει ότι η τέχνη —όπως και η μνήμη— εμφανίζεται συχνά εκεί όπου δεν την περιμένουμε, και δεν διαρκεί ποτέ αρκετά.
Η απροσδόκητη συμμετοχή των The Last Drive
Ο Αγγελόπουλος δεν απέκλειε ποτέ μουσικές πέρα από την «επίσημη» ή «ορχηστρική» κινηματογραφική μουσική, αλλά αντίθετα την ανέμιξε μέσα στον αφηγηματικό του κόσμο, ειδικά όταν ήθελε να δείξει έναν πιο «ζωντανό», «πραγματικό» ή «κοινωνικά φορτισμένο» τόνο. Στην ταινία “Τοπίο στην Ομίχλη” του 1988, ίσως την πιο ποιητική και συμβολική δημιουργία του σκηνοθέτη, δύο ανήλικα παιδιά το σκάνε και ταξιδεύουν μόνα αναζητώντας τον πατέρα τους. Στον «παραμυθένιο» αυτό κόσμο ο Αγγελόπουλος διάλεξε τα "Every Night" και "The Night of the Phantom" των εγχώριων garage rockers The Last Drive, οι οποίοι μόλις είχαν κυκλοφορήσει το ντεμπούτο άλμπουμ τους Underword Shakedown. Ο Αλέξης Καλοφωλιάς έχει πει για τη συνεργασία αυτή «Έτσι όπως ήταν πολωμένα τα πράγματα ανάμεσα στο ροκ και στη “σοβαρή” τέχνη (σ.σ. τη δεκαετία του ’80) η πρόταση του Αγγελόπουλου ήταν για μας έκπληξη. Ξέραμε όμως ότι ο τρόπος που θα χειριστεί τα τραγούδια μας θα ήταν πολύ ιδιαίτερος, γιατί τίποτα στις ταινίες του δεν ήταν τυχαίο».
Το κύκνειο άσμα στη "Σκόνη του Χρόνου"
Ο Αγγελόπουλος βιογραφούσε όχι μόνο την Ελλάδα, αλλά και, συχνά, τον εαυτό του. Στη "Σκόνη του Χρόνου", που έμελε να είναι το κύκνειο άσμα του, ο William Dafoe στο ρόλο του ελληνοαμερικάνου σκηνοθέτη Α. φτιάχνει μια ταινία για τη μητέρα του, τον έρωτα και την πολιτική ιστορία του 20ου, που διαπλέκονται. Για το soundtrack της, υπό την καθοδήγηση της Ελένης Καραΐνδρου επιστρατεύτηκε η Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα της ΕΡΤ και ο Αλέξανδρος Μυράτ, η Καμεράτα και πλήθος ταλαντούχων μουσικών. Για πρώτη φορά σε σενάριο του Αγγελόπουλου υπήρχε σκηνή με ορχήστρα, μαέστρο, πιανίστα και συνθέτρια, στην οποία γινόταν πρόβα του μουσικού θέματος για την ταινία που γύριζε ο σκηνοθέτης. Παρά το γεγονός πως η ταινία δεν έλαβε των διθυραμβικών αντιδράσεων των προηγούμενων, έμελλε να είναι το τελευταίο Έργο του σκηνοθέτη που περιέγραψε με τα πιο μελαγχολικά και ειλικρινή χρώματα την σύγχρονη πολιτική ιστορία της χώρας. Ποια χρώματα είναι αυτά, γαλάζιο ή γκρι, αφήνω εσάς να αποφασίσετε.






