- Ποιοι είναι αυτοί πάλι; Που θες να με σύρεις αυτή τη φορά; Έχω βαρεθεί με τους άγνωστους παρανοϊκούς μουζικάντηδες που ακούς.
- Η γιαγιά μου θα αντιδρούσε πιο προοδευτικά, θεοσχώρεστην.
- Σταμάτα να διαβάζεις το Wire επιτέλους και γίνε κανονικός άνθρωπος. Μήπως να πάω στο StrongRoom, να σε περιμένω που είναι εδώ δίπλα;
- Δεν πρόκειται να πας στο αγαπημένο μου μπαρ χωρίς εμένα. Σκάσε και προχώρα.

Δεν μου πάει το dominatrix ύφος, αλλά μερικές φορές για το καλό των συνανθρώπων μας, χρειάζεται.

Το υπόγειο του -κατά τα άλλα- trendy στεκιού, θυμίζει ντίσκο σε ελληνική 80’ς βιντεοταινία. Περιμένω να σκάσει η Τέτα Ντούζου και ο Πάνος Μιχαλόπουλος. Ευτυχώς αντί αυτών εμφανίζεται μια συμπαθέστατη Γιαπωνέζα, που δουλεύει στο μπαρ και που μας κοιτάει περίεργα καθώς βάζει τεκίλες. Μουρμουρίζει ότι είναι καινούρια. Χμ, έτσι εξηγείται το γεγονός ότι αντί για την συνηθισμένη μηδενική ποσότητα, βάζει σχεδόν όλο το μπουκάλι μέσα στα πλαστικά ποτήρια. Την αγαπώ. Η σκηνή είναι στο ίδιο επίπεδο με τον κόσμο. Ο Entrance δυστυχώς έχει τελειώσει. Πάνω σε ένα ηχείο δεξιά από τα drums υπάρχει ένα γαλαζωπό λαγουδάκι- κούκλα με μισότρελο βλέμμα, σαν να έχει πλυθεί 50 φορές στο πλυντήριο με τα μάτια ανοιχτά την ίδια μέρα. Το κοινό αποτελείται κυρίως από μερικούς καλούς ανθρώπους, αυτό το είδος που μοιάζει σαν να παίζει σε συγκρότημα, φανατικούς θαμώνες/ πελάτες του δισκάδικου «Selectadisc», καθώς και μερικούς τάχα μου δήθεν οτιδήποτε. Είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα.

Στις 10 ακριβώς δύο άνθρωποι παίρνουν τις θέσεις τους στην κιθάρα και τα πλήκτρα αντίστοιχα και αρχίζουν να κάνουν κάτι σαν θόρυβο που αρχικά φαντάζει ενοχλητικός αλλά σιγά-σιγά αποκτά μια επιφανειακά μελωδική διάσταση. Ευτυχώς. Γιατί δεν θα άντεχα τη μουρμούρα του φίλου μου.

Δεν μπορώ να σταματήσω να σκέφτομαι ότι μοιάζουν απίστευτα με τους Mercury Rev, την πρώιμη, την David Baker εποχή τους. Η μουσική έχει το ίδιο χαοτικό παραλήρημα, σαν κάποιος να κυνηγάει μελωδίες στο λιβάδι με μια απόχη, μια νωπή μέρα. Ουπς, αυτό ακούστηκε κάπως χίπικο. Δεν το εννοούσα έτσι... Μέχρι που ανεβαίνει πάνω ο drummer, για να βάλει τα πράγματα στη θέση τους. Τρόπος του λέγειν.

Γεννούνται σοβαρά ερωτήματα του ύφους: μπορούν τρία άτομα να θεωρηθούν κολεκτίβα;

Τότε θυμάμαι τα λόγια του υπάλληλου της Rough Trade: "δεν ξέρεις τίποτα για αυτούς αν δεν τους δεις να παίζουν live". Ο τραγουδιστής ουρλιάζει σαν να έχει κήλη, ο drummer χτυπιέται και δεν φαίνεται να ενοχλείται κανείς. Τι μου συμβαίνει; Μήπως φταιει η παλιο-τεκίλα; Αλλά τότε όλοι οι άλλοι γιατί το απολαμβάνουν εξίσου; Ούτε για δείγμα κάποιο από τα «γνωστά» τους άσματα. Ο απόλυτος νευρωτικός μα και ήπιος συνάμα αυτοσχεδιασμός, κάτι που αδυνατώ να περιγράψω, κάτι που αδυνατώ να συλλάβω. Ελκυστικό, εσωστρεφές και γλυκά ενοχλητικό. Είναι αυτό η νέα μουσική όπως δεν τη γνωρίζουμε; Ακόμα και ο συνοδός μου έχει μείνει με ανοιχτό το στόμα. Του το κλείνω γιατί σε λίγο θα αρχίσουν να τρέχουν ανεπαίσθητα σάλια. Μια κοπέλα φωνάζει: “play ‘chocolate girl’ for fucksake” και παρόλο που συμφωνώ με την επιλογή της, δεν με νοιάζει που απλά τελειώνουν με ένα ανυπολόγιστου χρόνου ναρκισσιστικό Νιαγάρα. Μετά το τέλος σέρνομαι στο StrongRoom, κάνω απλά νόημα με τα μάτια στον Miki στο μπαρ και κατευθύνομαι σαν υπνωτισμένη προς το juke-box. Τι σκατά να διαλέξω; Στα αυτιά μου βουίζει ακόμα το πιο γλυκό βουητό του κόσμου.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured