Το ντεμπούτο άλμπουμ των Stooges του 1969 δεν μπήκε καν στο Top 100 του Billboard. Επομένως κανένας δεν είχε μεγάλες εμπορικές προσδοκίες από τον δεύτερο δίσκο τους, ούτε καν η δισκογραφική τους εταιρεία, η ούτως ή άλλως προοδευτική Elektra του Jac Holzman. Χωρίς ιδιαίτερους περιορισμούς, το συγκρότημα ήταν ελεύθερο να εξερευνήσει σχεδόν οποιοδήποτε μονοπάτι ήθελε. Και αυτό έμελλε να είναι το Fun House.
H Elektra πάντως προσέλαβε τον Don Gallucci, πρώην οργανίστα των Kingsmen (“Louie-Louie”), για να διευθύνει τις ηχογραφήσεις, οι οποίες θα πραγματοποιούνταν στα μέσα του Μαΐου του 1970 στο Λος Άντζελες.
Στο πρώτο τους άλμπουμ, αρχικά ο παραγωγός John Cale επιχείρησε να τιθασεύσει κάπως τα ένστικτα των Stooges και να προσδιορίσει την καλλιτεχνική κατεύθυνση της μπάντας, μόνο και μόνο για να διαπιστώσει ότι αυτό ήταν αδύνατον. Ο Gallucci, αντίθετα, συνειδητοποίησε εξαρχής ότι η πρωτο-πανκ επίθεση των Stooges ήταν τελείως αυθόρμητη και δεν αποτυπωνόταν εύκολα σε tape. Τους προέτρεψε λοιπόν να παίξουν στο στούντιο τα καινούργια τραγούδια που είχαν γράψει αρκετές φορές το καθένα και αργότερα να διαλέξουν τις εκδοχές που γούσταραν περισσότερο.

Οι Stooges ηχογράφησαν το Fun House σχεδόν όπως το έπαιζαν ζωντανά: με τους ενισχυτές σε πλήρη ισχύ, με τον Iggy να ανασυνθέτει το σκηνικό των live στο στούντιο και με έναν καινούριο αστάθμητο παράγοντα: ένα σαξόφωνο που αυτοσχεδίαζε μανιασμένα.
«Δεν μπορούσαμε να παίξουμε εκτός αν ήταν δυνατά – οι περιορισμένες μας ικανότητες το απαιτούσαν», δήλωσε αργότερα ο Ron Asheton. «Η ηχογράφηση ήταν αρκετά γρήγορη: κάναμε ένα κομμάτι την ημέρα, με τη σειρά που εμφανίζονταν στο άλμπουμ, και δεν νομίζω ότι κάναμε ποτέ περισσότερες από τέσσερις εκδοχές από οτιδήποτε. Ήταν αρκετά ακραίο για την εποχή και ήμουν περήφανος γι' αυτό. Ήμασταν μόνο εμείς, και παίζαμε δυνατά».
Όπως και οι σύντροφοί τους στα όπλα, οι MC5, οι Stooges είχαν ισχυρούς δεσμούς με τη μαύρη μουσική και κουλτούρα. Οι μεν MC5 ανήκαν στους Λευκούς Πάνθηρες, που ιδρύθηκαν ακολουθώντας το πρότυπο ριζοσπαστικών οργανώσεων όπως το Black Panther Party. Ο μάνατζερ της μπάντας, ο αναρχικός διανοούμενος και συγγραφέας John Sinclair, υποστήριζε ότι στο διαβόητο live album Kick Out the Jams, οι MC5 έκαναν ουσιαστικά free-jazz αυτοσχεδιασμούς με την ενορχήστρωση μιας πρωτο-πανκ μπάντας. Στους δε Stooges, ο ίδιος ο Iggy πέρασε τα νεανικά του χρόνια, «γυρεύοντας μπελάδες», όπως δήλωσε ο ίδιος, στις νότιες, αφροαμερικανικές συνοικίες της πόλης, συχνάζοντας σε δισκάδικά και κλαμπ που ειδικεύονταν στα blues και την jazz. Όλες αυτές οι επιρροές αναδύθηκαν στο Fun House και μπολιάστηκαν με την «ωμή ενέργεια» των Stooges.
Το αποτέλεσμα είναι ένα από τα πιο πρωτόγονα και ατημέλητα άλμπουμ που έχουν κυκλοφορήσει ποτέ. Ο σαξοφωνίστας Steve Mackay παίζει μια acid εκδοχή της free jazz του Ornette Coleman, ωθώντας το Fun House σε ένα πρωτοποριακό avant-jazz-punk-rock.
Από την εναρκτήρια «σπάστα όλα!» τριάδα των "Down on the Street," "Loose" και "TV Eye" μέχρι το κλείσιμο με το εντελώς αδόμητο "LA Blues", το Fun House είναι ένα χάος από άγρια riff κιθάρας, βροντερά τύμπανα, λαρυγγικά γρυλίσματα και σαξόφωνα που ακούγονται σαν να βαράνε συγχρόνως όλες οι κόρνες της αυτοκινητοβιομηχανίας του Ντιτρόιτ.

Το "Down on the Street" είναι το πρώτο παράδειγμα μηδενιστικού ροκ - μια ομάδα από καθάρματα που μεγάλωσαν στο δρόμο με παραμορφωμένες κιθάρες και θυμό μέσα τους. Το "Loose" εισάγεται με βροντερά τύμπανα που θυμίζουν αγριεμένους Who και ύστερα χάνεται σε κύματα παραμορφώσεων. Το "TV Eye" είναι μόνο κιθάρες και κραυγές, ο Ιggy γίνεται πραγματικά ιγκουάνα και ξαμολιέται ελεύθερος.
Το "Dirt", με την εισαγωγή στο μπάσο του Dave Alexander, είναι ένα acid blues με ένα ρεφρέν που διαπερνά το μυαλό. Οι θρήνοι του Iggy εναλλάσσονται με την κιθάρα του Ron Asheton, η οποία φτάνει στην κορύφωση της έκφρασης με ένα αξιοσημείωτο σόλο. Αμέσως μετά, το άλμπουμ προχωρά στο "1970", ένα μωσαϊκό παραληρήματος, με τον Iggy γεμάτο νεύρο και ένταση να κάνει πόλεμο με το σαξόφωνο. Το φινάλε ακούγεται σαν καθαρό χάος με το δηλητηριώδες σόλο στο σαξόφωνο του McKay. Το ομώνυμο κομμάτι, που ακολουθεί, συνοψίζει αυτή την ηχητική επίθεση - έναν ανεμοστρόβιλο από υπερφορτωμένες κιθάρες, τα πρωτόγονα ουρλιαχτά του Iggy Pop και ένα ακούραστο, αδυσώπητο rhythm section. Μεσολαβεί ιδανικά ανάμεσα στον θυμό του “1970” και στην κόλαση του "LA Blues". Ο τίτλος υποδηλώνει ίσως ένα μπλουζ παρόμοιο με το "Dirt", αλλά ήδη από την εισαγωγή, επικρατεί ηχητική αναρχία. Βίαιες κιθάρες, ξεκούρδιστα σαξόφωνα και βακχικές κραυγές ολοκληρώνουν το μανιασμένο πρωτο-πανκ του Fun House.
Το άλμπουμ αποτυπώνει την τρέλα μιας συναυλίας των Stooges εκείνα τα χρόνια. Προκαλούν, σοκάρουν προσβάλλουν. Αυτή η μουσική αντιπροσωπεύει μια πλευρά της Αμερικής που οι περισσότεροι άνθρωποι επιλέγουν να αγνοήσουν ή να αρνηθούν να αναγνωρίσουν. Οι μηδενιστικοί στίχοι κωδικοποιούν συνοπτικά την αστική απογοήτευση γύρω στο 1970.
Το Fun House είναι μια διαισθητική μουσική, όχι κάποιο ακαδημαϊκό πείραμα. Ο ήχος είναι ανέγγιχτος. Ο Ron και ο Scott Asheton βγάζουν καυστικό θόρυβο στις κιθάρες τους. Τα φωνητικά του Iggy Pop ξεχύνονται μέσα από το σκοτάδι, συχνά ξεσπώντας σε δυνατές κραυγές. Σχεδόν σαν έκσταση, οι Stooges ξεχωρίζουν χωρίς να λαμβάνουν υπόψη την τεχνική ή την παράδοση.
Η ερμηνεία του Iggy στο Fun Ηouse είναι θρυλική. Μακριά από κάθε αντίληψη «τυπικού τραγουδιού», ουρλιάζει και γρυλίζει στους στίχους. Η φωνή του γίνεται ένα ακόμη όργανο μέσα στο χάος, μια λαρυγγική έκφραση μιας ασταθούς ταυτότητας. Οι στίχοι του σκιαγραφούν μια ζωντανή εικόνα ενός κόσμου στα πρόθυρα της κατάρρευσης, μιας χαλαρής κοινωνίας όπου τα ζωώδη ένστικτα απειλούν να κυριαρχήσουν.
Δεν αποτελεί έκπληξη λοιπόν το γεγονός ότι το άλμπουμ τα πήγε ακόμη χειρότερα από το πρώτο τους. Οι Stooges αυτή τη φορά δεν μπήκαν καν στο Top 200 και όταν το συγκρότημα ανασυντάχθηκε, μετά τη διάλυσή του, μερικά χρόνια αργότερα για να ηχογραφήσει το τρίτο του άλμπουμ, (το Raw Power), αυτό έγινε χάρη κυρίως στον David Bowie. Εθισμός στα ναρκωτικά, αλκοολισμός, χαμηλές πωλήσεις δίσκων, επεισοδιακά live, πωλήσεις μηδέν - κανείς δεν μπορούσε να κατηγορήσει την Elektra που διέκοψε τους δεσμούς της με το συγκρότημα.
Στην εποχή του το Fun House εισέπραξε ανάμεικτες κριτικές. Ο mainstream μουσικός Τύπος το αντιμετώπισε μάλλον αρνητικά. Στο underground, αντίθετα, μουσικοκριτικοί όπως ο Robert Christgau της Village Voice χαρακτήρισαν το άλμπουμ ως «γνήσια avant-garde rock» λόγω της «εύστοχης επαναληψιμότητας της μουσικής, του καινούριου μοναχικού σαξοφώνου […] και του “LA Blues”, που προσπαθεί να δημιουργήσει τέχνη για το χάος αναπαράγοντάς το».
Σχολιάζοντας την αρχική μέτρια υποδοχή που έλαβε ο δίσκος από τους κριτικούς, το ραδιόφωνο και την ίδια την Elektra, ο κριτικός και συγγραφέας Simon Reynolds εξήγησε: «Το Fun House ήταν μοιραία εκτός συγχρονισμού με το 1970, την ζοφερή χρονιά που κυκλοφόρησε, μια χρονιά τραγουδοποιών […] Μόνο λίγοι άνθρωποι είχαν τότε χρόνο για τον ήχο της απόλυτης εγκατάλειψης που έκαναν ή εξαπέλυαν οι Stooges».
Σε συνδυασμό με την ακλόνητη επιδραστικότητά του, που εκτείνεται από τον Johhny Thunders και τους Ramones ως τους Sonic Youth και τους Girls Against Boys και από τους Saints και τους Radio Birdman ως τους Mudhoney ως τους Queens of the Stone Age, ακόμα και σε αβανγκαρτίστες όπως ο John Zorn, το Fun House παραμένει ίσως το πιο αντικομφορμιστικό άλμπουμ της εποχής του, των τελών της δεκαετίας του ’60 - με την έννοια των «long 60’s», που περιλαμβάνει και τα 2-3 πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’70. Κανένα άλλο γκρουπ εκείνης της περιόδου, ούτε καν οι MC5 (τουλάχιστον όχι στο στούντιο, τα live τους ήταν διαφορετική υπόθεση) δεν κατάφερε να το πλησιάσει. Από τα αυλάκια του στάζει βίαιος ερωτισμός μαζί με τη βρωμιά του δρόμου και από τα ηχεία ξεχύνονται ζωώδης κραυγές και ένα αδιάκοπο ηχητικό μαστίγωμα.






