Οι Autechre στην Αθήνα: Αρχιτέκτονες ενός μέλλοντος που δεν ήρθε ποτέ

Κάποια συγκροτήματα είναι μοιραίο να σημαδεύουν τη ζωή σου με τρόπους που δεν μπορείς να εξηγήσεις. Σαν την ερώτηση που σου κάνει μια φίλη στο γραφείο και σε βάζει στο δύσκολο παιχνίδι να εξηγήσεις τι μουσική παίζει αυτό το συγκρότημα που θα παίξει το Σάββατο σε απόλυτο σκοτάδι. Και για μια στιγμή κάνεις μια αναδρομή στους δίσκους του συγκροτήματος και ξεκινάς να απαντάς, όσο πιο τίμια γίνεται, αλλά εκεί που βάζεις μια τάξη στις σκέψεις και τις λέξεις, δεν ξέρεις αν κάνεις καλά που πατάς στο παρελθόν και δεν λες μόνο «άστο καλύτερα, δεν είναι για σένα», αλλά μετά πάλι σκέφτεσαι τη στιγμή που τους άκουσες πρώτη φορά και δοκιμάζεις να εξηγήσεις στη φίλη σουυ ότι έχουν και απίστευτα υπέροχες στιγμές στην πορεία τους, αλλά δεν υπάρχει καμία ελπίδα να παίξουν οτιδήποτε μελωδικό από τα πρώτα άλμπουμ τους.

Τελικά της εξηγώ ότι υπάρχουν κάποιες μουσικές, που αντί να σου θυμίσουν το παρελθόν, είναι σαν να σου αποκαλύπτουν ένα παρελθόν που δεν έζησες ποτέ.

Αυτή η πρόταση θα μπορούσε να είναι ιδανική για να ερμηνεύσεις (εν μέρει, τουλάχιστον) την μαγεία που κρύβει το ντεμπούτο Incunabula των Autechre. Όταν κυκλοφόρησε στη Warp, στις 29 Νοεμβρίου 1993, ο Sean Booth και ο Rob Brown δεν έμοιαζαν ακόμη με αρχιτέκτονες κανενός παράλληλου σύμπαντος. Το Incunabula ήταν παράξενο, αλλά ήταν και πανέμορφο. Είχε μελωδίες. Είχε χώρο. Είχε beats που, όσο μηχανικά κι αν ακούγονταν, εξακολουθούσαν να θυμίζουν κάποιον άνθρωπο που τα είχε χτυπήσει με τα χέρια του. Το "Bike", το "Eggshell", το "Autriche" έμοιαζαν να αιωρούνται κάπου ανάμεσα σε κάποιο μεθυσμένο rave που είχε ήδη αρχίσει να γερνάει και σε ένα μέλλον που δεν είχε ακόμη όνομα. Βλέπετε, ήταν 1993 και το μέλλον είχε ακόμη καθαρό ήχο.

Και εγώ, όπως πολλοί από εκείνη τη γενιά, έμαθα να ακούω την ηλεκτρονική μουσική σαν να ήταν μια μυστική υπόγεια πόλη. Η Warp ήταν ένας από τους χάρτες της. Aphex Twin, Black Dog, Richard H. Kirk, Autechre. Μουσική που δεν σου ζητούσε να χορέψεις, αλλά να κοιτάξεις μέσα από μια χαραμάδα και να δεις τι υπάρχει πίσω από την πόρτα. Οι Autechre, όμως, ήταν διαφορετικοί από όλους τους υπόλοιπους. Γιατί πολύ σύντομα αποφάσισαν να κάψουν τον χάρτη.

Το Amber του 1994 κράτησε ακόμη κάτι από την αιθέρια ομορφιά του Incunabula, αλλά ήδη η ανθρώπινη θερμοκρασία άρχισε να πέφτει. Οι ήχοι έγιναν πιο αφαιρετικοί, οι ρυθμοί πιο παράξενοι, οι μελωδίες περισσότερο αρχιτεκτονικές παρά συναισθηματικές. Το Chiastic Slide του 1997 και το ακραία εγκεφαλικό LP5 του 1998 έσπρωξαν ακόμη περισσότερο τα πράγματα προς μια περιοχή όπου η μουσική δεν έμοιαζε πλέον να αποτελείται από νότες αλλά από συμπεριφορές. Και μετά ήρθε το Confield. Εδώ κάπου η πόρτα έκλεισε πίσω μας. Γιατί το Confield του 2001 δεν ακούγεται σαν δίσκος που γράφτηκε σε στούντιο. Ακούγεται σαν να βρέθηκε μέσα σε έναν υπολογιστή, σε κάποιον ξεχασμένο φάκελο ενός λειτουργικού συστήματος που δεν κατασκευάστηκε ποτέ για ανθρώπους. Εννέα κομμάτια, χωρίς την ανάγκη να σε καθησυχάσουν, χωρίς υποχρέωση να σου πουν πότε αρχίζει ή τελειώνει ένας ρυθμός. Κι εκεί βρίσκεται ίσως η μεγάλη επανάσταση των Autechre. Δεν προσπάθησαν ποτέ να κάνουν τις μηχανές να ακούγονται ανθρώπινες, το αντίθετο μάλιστα, ήταν σαν να ήθελαν να ανακαλύψουν τι θα συνέβαινε αν άφηνες τη μηχανή να αποκτήσει τη δική της λογική.

Το Confield είναι δίσκος αναφοράς, είναι το σημείο όπου η ηλεκτρονική μουσική αρχίζει να συμπεριφέρεται σαν αυτόνομο οικοσύστημα. Οι ήχοι δεν «παίζουν». Συγκρούονται, μεταλλάσσονται, πολλαπλασιάζονται. Κάτι γεννιέται και αμέσως κάτι άλλο, το καταπίνει, το καταβροχθίζει, το φτύνει, το τηγανίζει, το τσουρουφλίζει μέχρι να μην υπάρχει κανένα γνώριμο σώμα ενός κομματιού, αλλά μόνο η διαδικασία της ηχητικής δημιουργίας. Και αυτό ήταν, κατά έναν παράξενο τρόπο, τρομακτικά όμορφο.

Ο Mark Fisher θα αναγνώριζε ίσως εδώ ένα από τα πιο παράξενα φαντάσματα της σύγχρονης μουσικής: τη νοσταλγία για αυτό το μέλλον που δεν συνέβη ποτέ. Και ενώ βέβαια η hauntology φιλοσοφία συνήθως κοιτάζει πίσω, προς τα χαμένα μέλλοντα της νεωτερικότητας, οι Autechre κάνουν κάτι ακόμη πιο παράδοξο, και φτιάχνουν μια μουσική που μοιάζει να έρχεται από ένα μέλλον το οποίο, καθώς το ακούμε, έχει ήδη γίνει παρελθόν. Σαν να βρήκαμε μια κασέτα από το 2047 μέσα σε ένα συρτάρι του 1998.

Το Draft 7.30, το Untilted, το Quaristice, το Oversteps, το Exai. Κάθε δίσκος μοιάζει λιγότερο με επόμενο κεφάλαιο και περισσότερο με μετάλλαξη. Κάποια στιγμή, το παίρνεις απόφαση και σταματάς να αναρωτιέσαι «τι τραγούδι είναι αυτό;» και αρχίζεις να αναρωτιέσαι «τι στο διάολο συμβαίνει εδώ;». Και αυτό είναι ίσως το πιο σημαντικό πράγμα που μας έμαθαν οι Autechre. Ότι η μουσική δεν χρειάζεται πάντοτε να είναι επικοινωνιακή. Μπορεί να είναι έρευνα. Και ότι ένας καλλιτέχνης δεν είναι υποχρεωμένος να κάνει τη δουλειά του πιο εύκολη για τον ακροατή. Οι ίδιοι οι Autechre έχουν μιλήσει για την ανάγκη τους να δημιουργούν τα δικά τους συστήματα και εργαλεία, ιδιαίτερα για τις ζωντανές εμφανίσεις τους. Δεν ήθελαν απλώς να αναπαράγουν τα κομμάτια τους στη σκηνή. Ήθελαν ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο η μουσική μπορούσε να παραμένει ανοιχτή, αυτοσχεδιαστική, απρόβλεπτη. Και γι' αυτό η ζωντανή τους μουσική έχει αποκτήσει μια σχεδόν μυθολογική διάσταση. Γιατί οι Autechre δεν εμφανίζονταν τόσο για να «παίξουν» Autechre όσο για να δημιουργήσουν μια συνθήκη μέσα στην οποία οι Autechre μπορούσαν να υπάρξουν και να δημιουργήσουν. Και αυτή η διαφορά είναι τεράστια.

Το 2016, με το elseq 1–5, το πράγμα είχε πλέον ξεφύγει από τα όρια της παραδοσιακής ιδέας του άλμπουμ. Πέντε ενότητες, δεκάδες κομμάτια, ένας τεράστιος όγκος ήχου που δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για το πού θα τοποθετήσεις την καρέκλα σου ως ακροατής. Και μετά το NTS Sessions του 2018. Εκεί, πλέον, η μουσική μοιάζει σχεδόν να εγκαταλείπει οριστικά την ιδέα της «σύνθεσης» όπως την ξέραμε. Δεν είναι πια απαραίτητα μια σειρά από κομμάτια. Είναι ένα περιβάλλον. Ένας χώρος ακρόασης. Ένα τεράστιο μηχανικό όνειρο που δεν έχει ανάγκη από κορυφώσεις, ρεφρέν ή λύσεις.

Το SIGN και το PLUS του 2020 έδειξαν ότι οι Autechre μπορούσαν ακόμη, αν ήθελαν, να αφήσουν λίγο φως να περάσει μέσα από τις ρωγμές. Αλλά ακόμη κι εκεί το φως δεν ήταν ακριβώς ανθρώπινο. Ήταν σαν να φωτίζει για λίγο ένα άδειο εργοστάσιο. Και ίσως αυτό είναι το παράδοξο της πορείας τους. Ξεκίνησαν από το beat και κατέληξαν στη διαδικασία. Ξεκίνησαν από το rave και κατέληξαν στην αφαίρεση. Ξεκίνησαν με ήχους που μπορούσαμε να αναγνωρίσουμε και έφτασαν σε ήχους που μοιάζουν να μην έχουν υπάρξει ποτέ πριν. Κι όμως, κάπου εκεί μέσα εξακολουθεί να υπάρχει το Incunabula.

Το ακούω ακόμη. Πολύ συχνά. Όχι ως ήχο, αλλά ως φάντασμα. Σαν εκείνο το πρώτο ηλεκτρονικό ξημέρωμα των αρχών των 90s, όταν οι υπολογιστές έμοιαζαν ακόμη με πύλες και όχι με τις συσκευές που θα κουβαλούσαμε αργότερα στις τσέπες μας. Όταν η τεχνολογία δεν είχε ακόμη γίνει καθημερινότητα και επομένως μπορούσε να μοιάζει μυστηριώδης. Όταν πίστευες ότι κάπου εκεί μέσα, πίσω από τα καλώδια, τα samplers και τα sequencers, υπήρχε ένας άλλος κόσμος. Και οι Autechre δεν σταμάτησαν ποτέ να ψάχνουν αυτόν τον κόσμο. Απλώς, όσο περνούσαν τα χρόνια, άρχισαν να αφήνουν τον κόσμο να ψάχνει αυτούς.

Και σήμερα η ιστορία συνεχίζεται με έναν τρόπο σχεδόν ειρωνικό. Το AE_2022– συγκεντρώνει ζωντανές ηχογραφήσεις από το Μιλάνο, την Αθήνα, το Ελσίνκι, το Λονδίνο, το Μπέργκεν, το Τόρινο, τη Μελβούρνη, το Σίδνεϊ, τη Βενετία και άλλες πόλεις, πολλές από τις οποίες εκτείνονται σε διάρκειες μιας ολόκληρης ώρας ή και περισσότερο. Δεν είναι απλώς τεκμήρια συναυλιών. Είναι ίχνη μιας μουσικής που συνεχίζει να παράγεται σε πραγματικό χρόνο, σαν να μην έχει αποφασίσει ακόμη τι ακριβώς θέλει να γίνει.

Και τώρα, το 2026, ακόμη και το παρελθόν τους επιστρέφει αλλιώς. Η Warp ετοιμάζει την πρώτη φυσική έκδοση του elseq 1–5 σε πενταπλό CD box, μαζί με το αρχικό artwork και νέο υλικό, για τον Οκτώβριο. Το παρελθόν ξαναμπαίνει σε κουτί, όπως συνηθίζει να κάνει η μουσική βιομηχανία όταν ανακαλύπτει ότι οι παλιές της επαναστάσεις έχουν γίνει πλέον αντικείμενα συλλεκτικής μνήμης. Μόνο που οι Autechre δεν μοιάζουν ιδιαίτερα με μουσικούς που ενδιαφέρονται να γιορτάσουν τα γενέθλιά τους. Είναι περισσότερο σαν δύο άνθρωποι που μπήκαν σε ένα εργαστήριο το 1993 και ξέχασαν να βγουν.

Κι εμείς, τόσα χρόνια μετά, στεκόμαστε ακόμη έξω από την πόρτα. Ακούμε θορύβους. Κάτι σέρνεται. Ένα beat εμφανίζεται για τρία δευτερόλεπτα και εξαφανίζεται. Μια μελωδία που μοιάζει σχεδόν με ανάμνηση προλαβαίνει να γεννηθεί πριν διαλυθεί σε μαθηματικά θραύσματα. Και τότε καταλαβαίνουμε ότι ίσως αυτό να ήταν πάντα το σχέδιο τους. Να μην αφήσουν να σβήσει το μέλλον της ηλεκτρονικής μουσικής. Οι Autechre υπήρξαν επαναστάτες επειδή αρνήθηκαν να αποδεχτούν ότι γνωρίζουμε ήδη τι μπορεί να είναι ένας ήχος.

Τριάντα και πλέον χρόνια μετά το Incunabula, η μουσική τους εξακολουθεί να μοιάζει σαν να βρίσκεται σε εξέλιξη. Και ίσως αυτή να είναι η πιο όμορφη hauntology φάση που μας έχει αφήσει η ηλεκτρονική μουσική:

ένα μέλλον που δεν ήρθε ποτέ,

ένα παρελθόν που δεν τελείωσε,

και δύο ανθρώπινες μηχανές που συνεχίζουν να γράφουν τη μουσική του ενδιάμεσου.


INFO: 

modcla & Plisskën proudly present
AUTECHRE live in Athens
+ special guests: mdx + QEBO
3 Οκτωβρίου 2026 
Universe S-2000             

Πόρτες - 19:30 
20:25 - Qebo 
21:00 - mdx 
22:00 - Autechre 

Εισιτήρια: https://www.more.com/gr-el/tickets/music/autechre/

 

 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured

Best of Network