Όταν οι μηχανές έμαθαν να ονειρεύονται: Αποχαιρετώντας τον Juan Atkins

Ο θάνατος του Juan Atkins δεν σηματοδοτεί την απώλεια ενός σπουδαίου μουσικού. Είναι σαν να σβήνει ένας από τους πρώτους φάρους που φώτισαν τον δρόμο προς το μέλλον. Όχι επειδή εφηύρε μόνο έναν μουσικό ήχο, αλλά επειδή κατάφερε να ακούσει το αύριο πριν από όλους τους άλλους.

Στις αρχές της δεκαετίας του '80, ένα μαύρο παιδί από το Ντιτρόιτ διάβαζε ξανά και ξανά το The Third Wave (Το Τρίτο Κύμα) του Alvin Toffler και στις σελίδες του έβλεπε κάτι περισσότερο από κοινωνιολογικές προβλέψεις. Εκεί όπου οι περισσότεροι έβλεπαν θεωρία, ο Juan Atkins διέκρινε μια κατεύθυνση. Ο κόσμος της βιομηχανίας έσβηνε, ένας νέος κόσμος πληροφοριών γεννιόταν, και κάπου ανάμεσα στα εργοστάσια που έκλειναν και στους υπολογιστές που εμφανίζονταν, υπήρχε χώρος για μια νέα μουσική γλώσσα. Το συγκεκριμένο συγγραφικό έργο είναι ένα από τα σημαντικότερα βιβλία κοινωνικής θεωρίας και τεχνολογικού στοχασμού του 20ού αιώνα. Εκδόθηκε το 1980 και επιχειρεί κάτι αρκετά φιλόδοξο: να εξηγήσει όχι απλώς πώς αλλάζει η τεχνολογία, αλλά πώς κάθε τεχνολογική επανάσταση αναδιοργανώνει ολόκληρο τον ανθρώπινο πολιτισμό. Η κεντρική ιδέα του Toffler είναι ότι η ιστορία της ανθρωπότητας διαμορφώνεται από τρία μεγάλα κύματα πολιτισμικής αλλαγής: Το Πρώτο Κύμα: Η αγροτική κοινωνία, Το Δεύτερο Κύμα: Η βιομηχανική κοινωνία και Το Τρίτο Κύμα: Η κοινωνία της πληροφορίας. Από τα μέσα του 20ού αιώνα αρχίζει, σύμφωνα με τον Toffler, η μετάβαση σε μια νέα πολιτισμική πραγματικότητα. Η πληροφορία, η γνώση, οι υπολογιστές, οι τηλεπικοινωνίες και η αποκέντρωση της παραγωγής αρχίζουν να αντικαθιστούν τη βιομηχανική λογική. Η μαζική αγορά κατακερματίζεται σε μικρότερες κοινότητες ενδιαφερόντων. Η εργασία αλλάζει, η οικογένεια μετασχηματίζεται, τα μέσα επικοινωνίας πολλαπλασιάζονται και ο καταναλωτής αρχίζει να γίνεται ταυτόχρονα παραγωγός. Ο Toffler χρησιμοποιεί μάλιστα τον όρο prosumer, συνδυάζοντας τις λέξεις producer και consumer. Μια ιδέα που σήμερα συναντάμε παντού: από τους δημιουργούς περιεχομένου μέχρι τους χρήστες που παράγουν οι ίδιοι πληροφορία, μουσική και πολιτισμό

Το Ντιτρόιτ εκείνης της εποχής βρισκόταν σε μετάβαση. Μια πόλη που είχε χτίσει την αμερικανική βιομηχανική υπόσχεση έβλεπε τα θεμέλιά της να καταρρέουν. Όμως ο Atkins ποτέ δεν αποδέχτηκε την απλοϊκή αφήγηση που ήθελε την techno να γεννιέται αποκλειστικά από τα ερείπια. Για εκείνον, η ιστορία ήταν πιο σύνθετη. Δεν ήταν ο ήχος της παρακμής. Ήταν ο ήχος της φαντασίας. Ο ήχος ανθρώπων που κοιτούσαν μπροστά. Καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη διαμόρφωση έπαιξε ο Charles "Electrifying Mojo" Johnson. Από τα ερτζιανά του Ντιτρόιτ, ο Mojo έσβηνε τα σύνορα ανάμεσα στα είδη και τις φυλές της μουσικής. Hendrix, Funkadelic, Kraftwerk, rock, funk και ηλεκτρονικός πειραματισμός συναντιούνταν στο ίδιο πρόγραμμα. Ο νεαρός Atkins κατάλαβε τότε ότι το μέλλον δεν θα χτιζόταν πάνω σε διαχωρισμούς αλλά πάνω σε συνδέσεις. Γι' αυτό όταν ανακάλυψε τους Kraftwerk, δεν εστίασε στην ευρωπαϊκή τους ιδιορρυθμία, αλλά στα εργαλεία τους. Η ακρίβεια των μηχανών μπορούσε να συνυπάρξει με το groove του funk. Η ψυχρότητα των κυκλωμάτων μπορούσε να φιλοξενήσει και το ανθρώπινο συναίσθημα. Κι εκεί βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη παρανόηση γύρω από το έργο του. Η techno δεν υπήρξε ποτέ μια άσκηση απανθρωποποίησης. Αντιθέτως, ο Atkins πέρασε ολόκληρη τη ζωή του προσπαθώντας να κάνει τις μηχανές να αγγίζουν τους ανθρώπους.

Με τους Cybotron, δίπλα στον Rick Davis, δημιούργησε κάτι που δεν έμοιαζε με τίποτα από όσα ακούγονταν τότε στη μαύρη αμερικανική μουσική. Το "Alleys of Your Mind" ακούστηκε τόσο παράξενα σύγχρονο ώστε πολλοί ακροατές υπέθεσαν ότι είχε βγει από την Ευρώπη. Δυσκολεύονταν να πιστέψουν πως πίσω από αυτούς τους ήχους βρίσκονταν δύο δημιουργοί από το Ντιτρόιτ. Κι εκεί, ακριβώς, βρισκόταν η επανάσταση, γιατί ο Αtkins δεν αντέγραψε καμιά φουτουριστική ιδέα, και κανένα μέλλον. Τα κατασκεύασε. Αργότερα, ως Model 500, απομόνωσε ακόμη περισσότερο την ιδέα του. Στο υπόγειο του σπιτιού της μητέρας του, με ένα Roland TR-909 και ένα Korg MS-10, ηχογράφησε το "No UFO's" και η επιλογή του θέματος δεν ήταν καθόλου τυχαία. Οι εξωγήινοι, οι θεωρίες συνωμοσίας, η ζωή πέρα από τα γνωστά όρια, όλα λειτουργούσαν ως μεταφορές ενός ανθρώπου που αρνιόταν να δεχτεί ότι ο κόσμος τελειώνει εκεί που τελειώνει η πραγματικότητα των άλλων.

Όταν ίδρυσε τη Metroplex, έχτισε μια υποδομή για το μέλλον με αυτήν τη δισκογραφική εταιρεία. Ένα δίκτυο μέσω του οποίου οι ιδέες του θα ταξίδευαν από το Ντιτρόιτ στο Σικάγο, στην Ευρώπη και τελικά σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Από τα clubs του Βερολίνου μέχρι τις αποθήκες του Λονδίνου και τα φεστιβάλ της Ιαπωνίας, η σκιά του βρίσκεται ακόμη παντού.

Κι όμως, όσο η επιρροή του μεγάλωνε, η πατρίδα του έμοιαζε να τον προσπερνά. Ο Atkins μιλούσε συχνά με πικρία για μια αμερικανική μουσική βιομηχανία ανίκανη να αναγνωρίσει ό,τι δεν χωρούσε στις έτοιμες φόρμες της. «Στην Αμερική είναι πολύ δύσκολο η δημιουργική σκέψη να ξεφύγει από τον καπιταλισμό», έλεγε το 1994. Έτσι, ενώ το Ντιτρόιτ παρέμενε το σπίτι του, η Ευρώπη έγινε το καταφύγιό του. Η Γερμανία και το Βέλγιο άκουσαν εκείνο που η χώρα του αργούσε να καταλάβει. Από την Tresor μέχρι την R&S, οι σημαντικότερες σελίδες της ώριμης δημιουργικής του πορείας γράφτηκαν χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τους δρόμους που τον γέννησαν. Δεν είναι μικρή ειρωνεία ότι ένας άνθρωπος που άλλαξε για πάντα τον τρόπο με τον οποίο ο κόσμος ακούει τη μουσική του μέλλοντος χρειάστηκε συχνά να ταξιδέψει στο εξωτερικό για να βρει την αναγνώριση που του άξιζε. Ακόμη και οι σπουδαίες συνεργασίες του με τον Moritz von Oswald, στις ατμοσφαιρικές εκτάσεις των Borderland και Transport, μοιάζουν σήμερα σαν διάλογοι ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που καταλάβαιναν ότι η techno μουσική δεν ήταν ποτέ απλώς ένας ήχος, αλλά ένας νέος τρόπος να φαντάζεσαι τον κόσμο.

Ο θάνατός του ήρθε μακριά από το Ντιτρόιτ, στην Πόλη του Μεξικού, λίγες ώρες πριν ανέβει ακόμη μία φορά στη σκηνή. Στα 64 του χρόνια, ο άνθρωπος που δίδαξε στις μηχανές πώς να χορεύουν βρέθηκε σιωπηλός σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου, αφήνοντας πίσω του μια ιστορία που μοιάζει πολύ μεγαλύτερη από μια μουσική καριέρα. Ο Kevin Saunderson θυμήθηκε πως ο Atkins τού είχε δείξει πώς να ολοκληρώσει την πρώτη του ηχογράφηση. Ο Derrick May θυμήθηκε ότι ακόμη έφηβος μιλούσε ήδη για τη Metroplex σαν για ένα όνειρο που κάποτε θα γινόταν πραγματικότητα. 

Σήμερα, κοιτάζοντας πίσω στη ζωή του, γίνεται φανερό ότι ο Juan Atkins δεν χρίστηκε τυχαία ο "νονός της techno". Ήταν ένας από τους τελευταίους μεγάλους ουτοπιστές της σύγχρονης μουσικής. Ένας άνθρωπος που πίστευε ότι η τεχνολογία μπορούσε να ενώσει αντί να αποξενώσει. Ότι οι μηχανές μπορούσαν να γίνουν φορείς συναισθήματος. Ότι το μέλλον δεν ήταν κάτι που θα συνέβαινε σε εμάς, αλλά κάτι που μπορούσαμε να δημιουργήσουμε. Και αυτό να είναι το σημαντικότερο κομμάτι της κληρονομιάς του. Όχι οι αμέτρητοι δίσκοι, ούτε οι χιλιάδες παραγωγοί που επηρεάστηκαν από αυτόν. Αλλά η υπενθύμιση ότι το μέλλον ανήκει πάντοτε σε εκείνους που τολμούν να το φανταστούν πριν υπάρξει.

 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured

Best of Network