Ενεργός στην αθηναϊκή μουσική και εικαστική σκηνή ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 2010, ο Αριστομένης Θεοδωρόπουλος φαίνεται να αντιμετωπίζει τόσο τη ζωγραφική όσο και τη μουσική ως συγκοινωνούντα πεδία έκφρασης. Έχοντας υπάρξει μέλος των Phoenix Catscratch, ιδρυτής των Father Breath και σταθερός συνεργάτης της Valisia Odell σε διαφορετικά μουσικά εγχειρήματα που καταλήγουν σήμερα στο ομώνυμο ηλεκτρονικό ντουέτο, έχει διαμορφώσει την δική του προσωπική καλλιτεχνική διαδρομή μέσα από ατομικές και συλλογικές εκθέσεις αλλά και το ΦΕΥ, ένα project που γεννήθηκε ως η επιθυμία να συνυπάρξουν εικόνα και ήχος μέσα σε ένα ενιαίο δημιουργικό σύμπαν και που σταδιακά εξελίχθηκε σε μια αυτόνομη μουσική πρόταση, διατηρώντας ζωντανό τον διάλογο με την εικαστική του πρακτική και τις θεματικές που διατρέχουν το σύνολο του έργου του.
Αφορμή για τη συζήτησή με τον πολυσχιδή καλλιτέχνη αποτέλεσε η κυκλοφορία του δεύτερου, ομότιτλου άλμπουμ του ΦΕΥ από την Inner Ear Records, ενός έργου που ολοκληρώθηκε το 2021 αλλά παρέμεινε για σχεδόν πέντε χρόνια μακριά από τη δημοσιότητα. Σήμερα έρχεται να συμπυκνώσει μια περίοδο προσωπικών αναζητήσεων, δημιουργικών μετατοπίσεων και ουσιαστικού επαναπροσδιορισμού της σχέσης ανάμεσα στον ήχο, τη γλώσσα και την εικόνα.
- Εάν η συζήτηση αυτή γινόταν από κοντά, θα ξεκινούσα λέγοντας πως οι Phoenix Catscratch ευθύνονται σε μεγάλο βαθμό για την πορεία που πήραν τα μουσικά μου ερεθίσματα στην εφηβεία κι έπειτα, και πως το άλμπουμ Almanak των Father Breath παραμένει ένα από τα αγαπημένα μου εγχώρια έργα. Έχεις υπάρξει ιδρυτικό μέλος αυτών των δύο σχημάτων, ενώ έχεις συνεργαστεί επί μακρόν με την Valisia Odell, με την οποία συνοδοιπορείτε στο ομώνυμο project. Πώς διαφοροποιούνται διαχρονικά τα project αυτά από την προσωπική σου δουλειά ως μουσικός;
Στους Phoenix Catscratch δεν υπήρξα ιδρυτικό μέλος, καθότι μπήκα στη δεύτερη μορφή του σχήματος, με την οποία βγήκε και η πρώτη τους επίσημη δισκογραφική κυκλοφορία. Οι Phoenix ήταν το «σχολείο» μου όσον αφορά τις μπάντες, τα live και τις πιθανές —εύθραυστες και μη— δυναμικές μεταξύ των μελών σε ένα ομαδικό εγχείρημα. Έπειτα από τη διάλυση της μπάντας, μαζί με τον Βασίλη Τζούνη και τη Βαλίσια, συνεχίσαμε τις μουσικές μας αναζητήσεις με τους Father Breath σε πιο πειραματικά μονοπάτια. Στο διάστημα εκείνο, κατά το '14–'17, μπήκαν κι άλλα μέλη στο σχήμα, φέρνοντας νέες ιδέες και οράματα για την πορεία του και, ως φυσικό επόμενο, ορισμένες ιδέες μου για τραγούδια απορρίφθηκαν. Οι ιδέες αυτές αποτέλεσαν τη βάση για τα πρώτα κομμάτια του πρώτου μου δίσκου ως ΦΕΥ, που κυκλοφόρησε το '18.
- Όπως το αντιλαμβάνομαι, το ΦΕΥ περιγράφεται περισσότερο ως ένα πολυμεσικό project και λιγότερο ως μια καλλιτεχνική περσόνα. Ποια στοιχεία είναι αυτά που το απαρτίζουν, και σε τι βαθμό υπάρχει το καθένα από αυτά;
Σίγουρα ξεκίνησε ως πολυμεσικό project. Από τις φοιτητικές μου ημέρες στην ΑΣΚΤ ήθελα να συνδυάσω τη μουσική με τη ζωγραφική. Έτσι, η πρώτη μου ατομική έκθεση και κυκλοφορία του ΦΕΥ αποτελούνταν από 7 τραγούδια, αλληλένδετα με 7 πίνακες. Στην ουσία, το ΦΕΥ παρουσιαζόταν σαν ένα «σύμπαν» παρά σαν περσόνα. Επίσης, τότε με διακατείχε η ιδέα ότι το έργο πρέπει να είναι υπεράνω του δημιουργού, οπότε το όνομα του ίδιου να μη φαίνεται σε πρώτο πλάνο. Σήμερα, ας πούμε πως προσπαθώ να μη τα σκέφτομαι πολύ αυτά και να εστιάζω στη δημιουργία.
- ΦΕΥ! Ένα επιφώνημα που σημαίνει αλίμονο. Πώς γεννήθηκε η ιδέα του project και πως πήρε το όνομά του;
Όπως ανέφερα νωρίτερα, το εγχείρημα προέκυψε κυρίως από την ανάγκη μου να συνδυάσω τα δύο πάθη, ενδιαφέροντα κι ενασχολήσεις μου —τη ζωγραφική και τη μουσική. Το όνομα, εκτός του ότι ένιωθα πως έθετε κάπως την ατμόσφαιρα του συνολικού έργου, μου άρεσε επίσης και οπτικά. Με κάποιον τρόπο, ο συνδυασμός των τριών αυτών γραμμάτων μού θυμίζει σύμβολα, εκτός από λέξη.
- Υπάρχουν πράγματα ή στιγμές στην καθημερινότητά σου που αναφωνείς φευ!;
Οπωσδήποτε! (Από μέσα μου).

- Διαβάζω πως το νέο σου άλμπουμ έμεινε στο ντουλάπι για πέντε χρόνια, πριν κυκλοφορήσει πριν λίγες ημέρες από την Inner Ear Records. Όλο αυτό το διάστημα και με σταθερή συχνότητα παρουσίαζες ατομικές και συμμετείχες σε συλλογικές εικαστικές εκθέσεις. Επηρέασε η μία συνθήκη την άλλη, και με ποιο τρόπο;
Ο δίσκος προοριζόταν για συνέχεια της πρώτης προσπάθειας: να συνδυαστεί με πίνακες ζωγραφικής. Η δουλειά είχε ξεκινήσει από τις αρχές του '20, αλλά ο COVID τα άλλαξε όλα. Στο διάστημα που ακολούθησε, πήγε αλλού η πορεία των έργων από την αντίστοιχη της μουσικής και, στο τέλος, αποφάσισα να απλοποιήσω τα πράγματα, διαχωρίζοντας το μουσικό πρότζεκτ από το εικαστικό. Παρ' όλα αυτά, σε όλες μου τις εκθέσεις συνέχισα, και συνεχίζω, να φτιάχνω ηχητικά τοπία που τις συνοδεύουν στον χώρο. Ωστόσο, την ίδια περίοδο, μπήκα σε κάτι προσωπικές «περιπέτειες» που με έκαναν να πιστέψω ότι δεν θα μπορέσω να συνεχίσω τη μουσική μου σταδιοδρομία — εξού και το ότι ο 2ος δίσκος έμεινε κρυφός για μια πενταετία. Παρ' όλα αυτά, η κατάσταση ξεπεράστηκε, ξεκινήσαμε και το σχήμα Valisia Odell παρέα με τη Βαλίσια και αποφάσισα ότι ήταν κρίμα να πάει χαμένη αυτή η δουλειά, οπότε και έστειλα το άλμπουμ στην Inner Ear.
- Όσον αφορά τον ήχο του δίσκου, μπλέκεις διάφορα στοιχεία (από industrial ήχους, field recordings, μέχρι ανατολίτικα και εγχώρια παραδοσιακά στοιχεία) με ένα τρόπο μη αναμενόμενο. Πώς θα περιέγραφες το τελικό αποτέλεσμα;
Χαώδες αλλά δομημένο!
- Στους στίχους σου εντοπίζω ενδιαφέροντες κύκλους, θεματικούς αλλά και γλωσσικούς. Τι σε ενέπνευσε στιχουργικά;
Ο κύκλος, κυριολεκτικά αλλά και μεταφορικά, είναι πολύ βασικό στοιχείο στις περισσότερες, εάν όχι σε όλες, τις δουλειές μου. Στην προκειμένη, πέρα από προσωπικά βιώματα και παιχνίδια με τις λέξεις, ένα πολύ βασικό κομμάτι που ενέπνευσε το έργο ήταν ο μύθος της Ηχούς. Συγκεκριμένα, η εκδοχή όπου ο Πάνας, ερωτευμένος με την Ηχώ αλλά χωρίς ανταπόκριση, εκδικητικά μαγεύει τους ποιμένες ώστε να τη σκοτώσουν, σκορπίζοντας τα κομμάτια από το διαμελισμένο κορμί της γύρω στη γη. Τα λείψανά της όμως συνέχισαν να κατέχουν τις μουσικές της ιδιότητες, με αποτέλεσμα ο Πάνας να ακούει το τραγούδι της και μάταια να την αναζητά ες αεί. Μια από τις πολλές εκδοχές του μύθου... Για εμένα, η ιστορία αυτή και οι διάφορες παραλλαγές της εκφράζουν πραγματικές πτυχές που έχουμε όλοι μέσα μας. Ο καθένας είναι ικανός να είναι ο Πάνας και η Ηχώ αντίστοιχα. Έτσι, παίζω αυτόν τον διπλό ρόλο στον δίσκο.
- Στις “Ασκήσεις Συμφιλίωσης” τραγουδάς πως «Υπάρχει χρόνος ακόμη», αλλά ταυτόχρονα «Ο ήλιος φωτίζει μα δεν είναι αρκετό». Τείνεις προς τη μία πλευρά ή την άλλη; Θεωρείς τον εαυτό σου αισιόδοξο ή απαισιόδοξο;
Ας πούμε πως βρίσκομαι κάπου στη μέση. Σήμερα, τα χειρότερα φαίνονται να είναι το μόνο σίγουρο, αλλά προσπαθώ να δουλεύω και να ελπίζω για το καλύτερο. Προσπαθώ να μου το υπενθυμίζω αυτό.
- Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετώπισες σε σχέση με αυτό το έργο, και πως την αντιμετώπισες;
Στο τέλος, η μεγαλύτερη πρόκληση ήταν να πάρω την απόφαση να βγάλω τον δίσκο από την κρυψώνα του. Τελικά, ήταν απλά μια απόφαση. Πιθανότατα, κάποιες φορές, τα πράγματα θέλουν απλά τον χρόνο τους.
- Τι ακολουθεί στο μέλλον για το ΦΕΥ;
Ανυπομονώ να μάθω κι εγώ, καθότι το ΦΕΥ φαίνεται περισσότερο να με καθοδηγεί το ίδιο παρά εγώ!
INFO: Το άλμπουμ ΦΕΥ κυκλοφορεί σε βινύλιο και digital album από την Inner Ear.






