Η Arianna K μοιάζει να επιστρέφει από ένα μέρος που δεν υπάρχει ακριβώς στον χάρτη, αλλά υπάρχει στη μνήμη όσων μεγάλωσαν πιστεύοντας ότι ένα τραγούδι μπορεί ακόμη να ανοίξει μια μυστική πόρτα στον τοίχο. Με τη μπάντα της, Το Κομμάτι που Λείπει, παρουσιάζει το Σινεμά Βεριτέ, έναν δίσκο που κυκλοφορεί από τη Veego Records και ακούγεται σαν ηλεκτρικό όνειρο τραβηγμένο σε 16 χιλιοστά φιλμ: λίγο θολό, λίγο κοφτερό, γλυκό σαν αγριόμελο, αλλά με το κεντρί ακόμη μέσα του.
Σε αυτό το άλμπουμ η ροκ δεν εμφανίζεται ως μουσειακό είδος, ούτε περισσότερο σαν ένα δερμάτινο μπουφάν κρεμασμένο κάπου σε κάποιο παλιό υπόγειο. Αντιθέτως, αναπνέει ξανά με έναν τρόπο ανήσυχο και φωτεινό. Στο Σινεμά Βεριτέ η ψυχεδέλεια συναντά τη σόουλ της Motown, το progressive περνάει από τις σκιές της art pop, οι ρυθμοί λοξοδρομούν όμορφα και οι ενορχηστρώσεις μοιάζουν να έχουν φτιαχτεί από κάποιον που δεν φοβάται ούτε την ένταση ούτε τη λεπτομέρεια. Τα τραγούδια της Arianna K δεν στέκονται απλώς μπροστά σου, κινούνται, αλλάζουν φωτισμό, ανοίγουν παράθυρα, γίνονται μικρές σκηνές, σαν από μια μαγική ταινία όπου ο ρεαλισμός είναι απλώς η πιο πειστική μορφή της φαντασίωσης.
Οι ελληνικοί στίχοι, για πρώτη φορά εξ ολοκλήρου στο προσωπικό της έργο, έχουν κάτι παραβολικό και εικαστικό. Μιλούν με εικόνες, με σώματα, με βουνά, με φεγγάρια, με πόλεις που βουίζουν και με ήρωες που ψάχνουν μια έξοδο διαφυγής από τον θόρυβο της καθημερινότητας. Όχι, δεν είναι ένας δίσκος που περιγράφει τον κόσμο ξερά, σαν δελτίο συμβάντων. Περισσότερο, θα έλεγα, τον παραμορφώνει ελαφρά, τον ονειρεύεται, τον φέρνει πιο κοντά στον Buñuel, στον Cocteau, στον Lynch, ίσως και σε εκείνη τη στιγμή που ο Kurosawa αφήνει το όνειρο να μπει στη βροχή χωρίς να ζητήσει άδεια.
Καθοριστικό ρόλο σε αυτό το αποτέλεσμα έχει και η παραγωγή του Γιώργου Καρανικόλα των Last Drive, πατέρα της Arianna K, ο οποίος δεν λειτουργεί εδώ σαν σκιά μιας προηγούμενης γενιάς, αλλά σαν ένας έμπειρος συνοδοιπόρος που βοηθά τον δίσκο να κρατήσει την ένταση, τη σκόνη και τη λάμψη του. Μαζί με τη συμβολή του στις κιθάρες, αλλά και την παρουσία του Αλέξη Καλοφωλιά στο μπάσο, το άλμπουμ αποκτά μια γείωση, ένα βάρος, μια υπόγεια ηλεκτρική ραχοκοκαλιά πάνω στην οποία η μπάντα μπορεί να χτίσει τις αποδράσεις της. Στο άλμπουμ συμμετέχει επίσης ο Ξάνθος Παπανικολάου των Soma, ενώ στην μπάντα παίζουν οι Πάνος Τόγιας (τύμπανα), Andrei Nastasa (βιολί), Μηχανικό Κεφάλι (βιολί), Ιφιγένεια Βιντζηλαίου (φωνές), Andreas Thomas (μπάσο).
Το Σινεμά Βεριτέ είναι, τελικά, ένας δίσκος για την πραγματικότητα όπως τη βλέπουμε όταν δεν αντέχουμε πια να την κοιτάμε κατάματα. Ένας δίσκος που ζητά χώρο για το προσωπικό, το παράξενο, το αντι-genre, το αργό, το χειροποίητο, το άγριο και το τρυφερό. Γιατί όταν όλα γίνονται περιεχόμενο και μετά εξαφανίζονται στο scroll, η Arianna K και Το Κομμάτι που Λείπει μοιάζουν να επιμένουν σε κάτι σχεδόν παλιομοδίτικα επαναστατικό: ότι ένα τραγούδι μπορεί ακόμη να είναι σκηνή, καταφύγιο, κάστρο, απόδραση. Και ίσως, για λίγα λεπτά, η αυριανή επανάσταση να ακούγεται πράγματι σε slow motion.

- Το Σινεμά Βεριτέ μοιάζει σαν να κινείται ανάμεσα σε μια εξομολόγηση και μια παραβολή. Πώς γεννήθηκε αυτός ο κόσμος των εικόνων και των χαρακτήρων μέσα στους στίχους σου;
Είναι ο τρόπος να εξηγείς τα πράγματα γύρω σου που σε οδηγεί να γίνεσαι παραβολικός, να παίρνεις κάτι φαινομενικά δεδομένο και συμμετρικό και να ανακαλύπτεις κρυφές γωνίες και ασσυμετρίες, ή, όπως στο κομμάτι "Φτιάχνω Μέλι" να υποδύεσαι ρόλους που αγγίζουν το μεταφυσικό. Η ανάγκη να απελευθερωθείς από μια απλά δημοσιογραφική καταγραφή και να ντύσεις με απρόβλεπτες ζωές έναν καμβά, να πεις ότι δεν είναι αυτό που φαίνεται. Οι χαρακτήρες είναι οι διαφορετικές πλευρές μου, από αυτό που είμαι μέχρι αυτό που θέλω να γίνω. Έπειτα έρχεται η φαντασία η οποία μπορεί να δώσει ζωή η εσωτερικό κόσμο σε βουνά, σε καρδιές, στο φεγγάρι. Οι χαρακτήρες έρχονται από κάπου και ζητάνε κάτι. Ζούνε και στην φύση και στην πόλη και η πορεία τους συνοδεύεται από κίνηση και χρώμα, καταλήγοντας στο σώμα και τις αισθήσεις του.
- Υπάρχει κάτι πολύ κινηματογραφικό στον τρόπο που χτίζονται τα τραγούδια. Βλέπεις τις συνθέσεις σαν μικρές σκηνές ή σαν αποσπάσματα κάποιας μεγαλύτερης αφήγησης;
Συγκερασμός και των δύο. Κάτι σαν τα cut ups του William S. Burroughs. Tο παζλ ενώνεται σε έναν χωροχρόνο όπου ο ρεαλισμός δε είναι παρά μία φαντασίωση. Υπάρχει μια κινηματογραφική ροή στην σειρά των κομματιών. Ο ήρωας ξεκινάει σε μια κατάσταση πίεσης στο "Σκανδάλη και Πόνος", έχοντας ήδη στο μυαλό του την ιδέα της απόδρασης, ειρωνευόμενος τον σύγχρονο τρόπο ζωής που έχει κέντρο το χρήμα. Στα "Ψηλά Βουνά" ο ήρωας μαλακώνει, γίνεται ένα flash back στο πώς έφτασε εκεί και φανερώνονται οι κρυφές επιθυμίες, οι προσδοκίες του (η μεγάλη αγάπη). Στο "Φτιάχνω Μέλι" ο ήρωας συνεχίζει με αγάπη και μεράκι στρεφόμενος σε κάτι παγανιστικό. Και η απόδραση πραγματοποιείται τελικά στον "Ευφορικό", έναν ύμνο στην παιδικότητα. Το σώμα υπάρχει παντού, αλλά η κάμερα πέφτει σε αυτό και στις ανάγκες του στο "Contretemps" με έναν αφηρημένο τρόπο, και η ροή συνεχίζει με μια γείωση στην πόλη με τη "Μαντόνα" που ψάχνεται (μια προσπάθεια αντιμετώπισης του εδώ και του τώρα). Η πόλη με τις εντάσεις και τη φασαρία της πρωταγωνιστεί και στο "Στάση Λωτός", όπου ο ήρωας συνεχίζει να τη βιώνει με το δικό του διαλογιστικό τρόπο.

- Ο τίτλος Σινεμά Βεριτέ παραπέμπει σε μια ωμή καταγραφή της πραγματικότητας, όμως το άλμπουμ μοιάζει συχνά ονειρικό και σχεδόν σουρεαλιστικό. Πώς συνυπάρχουν αυτά τα δύο μέσα σου;
Μου αρέσει να βλέπω τα πράγματα μέσα μου και έξω μου όπως είναι με τις λεπτομέρειες, τις ασυνέχειες και τις εντάσεις τους. Όμως ακριβώς επειδή η πραγματικότητα είναι σκληρή όταν είναι ωμή, υπάρχει και αυτή η ανάγκη για φυγή, για χάσιμο, για ονειροπόληση. Είναι μια ανάγκη να την κάνεις πιο όμορφη. Αφήνεται χώρος στο ασυνείδητο. Η πραγματικότητα έχει περιορισμούς και εγκλωβίζει. Αυτή την ελευθερία από τους κανόνες προσφέρει ο σουρεαλισμός, μια αναδόμηση της φόρμας με λίγη ποίηση μέσα. Σαν κάθε φορά να κοιτάς από άλλες γωνίες έναν πίνακα ζωγραφικής.
- Πώς βλέπεις σήμερα την ελληνική εναλλακτική σκηνή; Νιώθεις ότι υπάρχει πραγματικός χώρος για προσωπικές και “δύσκολες” δουλειές ή όλα πιέζονται προς κάτι πιο ασφαλές και άμεσα καταναλώσιμο;
Και αν δεν υπάρχει χώρος, πρέπει να δημιουργηθεί. It’s a dirty job and someone's got to do it. H μαζική κατανάλωση είναι βασικός πυλώνας του καπιταλισμού και της αγοράς, αλλά ο καθένας επιλέγει τον τρόπο που θα ζει, αν θέλει να είναι κάτι μέσα σ’ αυτό η κάπου αλλού, και αν και κάποιοι άλλοι είναι κάπου αλλού τότε έχεις αυτό που λέμε σκηνή. Ψάχνουμε αυτό που δεν αγοράζεται και στην τελική η ασφάλεια είναι κάτι το σχετικό. Γίνονται προσπάθειες, αλλά τελευταία παρατηρώ πιο radical kicks σε είδη όπως η ποπ, από ότι στον wannabe ακραίο ήχο.
- Πιστεύεις ότι σήμερα οι καλλιτέχνες στην Ελλάδα καλούνται να είναι περισσότερο “περιεχόμενο” παρά μουσικοί;
Eίναι πράγματι της εποχής η δημιουργία περιεχομένου, και δεν είναι και κακό, απλά είναι πιο κοντά στην ψυχαγωγία και πιο μακριά από την τέχνη. Λέγεται "περιεχόμενο", αλλά είναι "κενό". Το scroll συνεχίζει και κατεβαίνεις και δε φτάνεις κάπου, δεν παρατηρείς. Πρόκειται για ένα περιτύλιγμα, αλλά το θέμα είναι τι υπάρχει μέσα. Ένας καλλιτέχνης δεν πρέπει να σκέφτεται ότι καλείται να κάνει κάτι η ότι έχει κάποιον απέναντι του, αλλά να εκφράζεται με τον τρόπο του.

- Πόσο δύσκολο πιστεύεις ότι είναι να διατηρήσεις σήμερα καλλιτεχνική ταυτότητα σε μια εποχή όπου όλα μοιάζουν να περνούν μέσα από trends, reels και αλγοριθμικές ταχύτητες;
Τα trends και τα reels είναι πράγματα που παρακολουθείς παθητικά. Την ταυτότητα σου τη βρίσκεις και τη χτίζεις ενεργητικά και ζωντανά, δοκιμάζοντας, παίζοντας, κοιτώντας μέσα σου, κοιτώντας γύρω σου. Δεν είναι εύκολο να διατηρείς τον στόχο και την οπτική σου, θέλει φροντίδα, δεν είναι ίσιος δρόμος. Ένας καλλιτέχνης πρέπει να φυλάει και κάτι για τον εαυτό του, το κάστρο του, το πολύτιμο του, και να το προστατεύει, να μένει στο κέντρο του. Ακριβώς επειδή έχει κάτι σημαντικό να προστατεύσει και είναι δύσκολο, καμιά φορά μπορεί να οδηγηθεί σε άμυνα, αντίδραση, η μοναχικότητα. Αλλά παλεύεται.
- Πώς βιώνεις τη συνύπαρξη underground και mainstream στην Ελλάδα του σήμερα; Υπάρχουν ακόμα σαφή σύνορα ή έχουν πλέον θολώσει;
Πάντα θα υπάρχουν σύνορα. Το underground αφορούσε και αφορά λίγα άτομα, Ακούγεται λίγο ελιτίστικο αυτό, αλλά είναι απλά ρεαλισμός, ακόμα και ιστορικά να το δει κανείς. Υπάρχει το σημείο που τέμνονται αυτά τα δύο. Εκεί μερικές φορές προκύπτουν ενδιαφέροντα πράγματα. Υπάρχουν κάποιοι που θέλουν να μείνουν στα υπόγεια και στο DIY από επιλογή, να ζήσουν στην όμορφη φούσκα τους, και υπάρχουν και άλλοι που δεν θέλουν να φύγουν από το σαλόνι τους.
- Πώς φαντάζεσαι μια πραγματικά ελεύθερη ελληνική σκηνή σήμερα; Τι θα είχε διαφορετικό από αυτό που βλέπουμε τώρα;
Υπάρχει η ελευθερία στο κεφάλι σου και υπάρχει και αυτή γύρω σου. Στη μουσική δεν υπάρχουν όρια, και στην πραγματικότητα δεν υπάρχει σωστό και λάθος, οι ακρότητες επιτρέπονται και μπορεί να είναι ακόμα και θεμιτές. Στην τελική είναι το κομμάτι σου και ότι θέλεις το κάνεις. Στην ελευθερία όμως συντελούν και οι συνθήκες, αν υπήρχαν περισσότεροι πόροι και υποστήριξη προς τους καλλιτέχνες, θα μπορούσαν να ευδοκιμήσουν και να βγάλουν πραγματικά ό,τι θέλουν και μπορούν να βγάλουν. Aν υπήρχαν οι παροχές, θα υπήρχε περισσότερος χρόνος και λιγότερο άγχος, περισσότερη απελευθέρωση. Και ένα mindset "κάνε τέχνη και αστηνα", περισσότερη δημιουργία, λιγότερη κριτική, περισσότερα τραγούδια, λιγότερες αποψάρες. Η πολυφωνία είναι το ζητούμενο, να υπάρχουν διαφορετικά πράγματα, να αφήσουμε όλα τα λουλούδια να ανθίσουν.
- Πίσω στο άλμπουμ, οι κιθάρες κινούνται από την απόλυτη λιτότητα μέχρι την έκρηξη. Σε ενδιαφέρει αυτή η ένταση ανάμεσα στον χώρο και τον θόρυβο;
Αυτό συμβαίνει παντού, ακόμα και στη φύση. Η ηρεμία πριν την καταιγίδα. Έκρηξη και αποφόρτιση. Ο δίσκος εξερευνά αντιθέσεις και extremes με στόχο την επίτευξη της ισορροπίας, της χρυσής τομής. Είναι ωραίο να βλέπεις τα πράγματα με μεγεθυντικό φακό. Είναι ένας εναγκαλισμός των αντιθέσεων. Μου αρέσουν τα απλά πράγματα γενικά στη ζωή, ωστόσο έχω καταβολές και σε πιο grunge και noise καταστάσεις.

- Υπάρχει κάτι πολύ "αντι-genre" που μου αρέσει στον ήχο του δίσκου. Νιώθεις ότι ανήκεις σε κάποια σκηνή ή προσπαθείς συνειδητά να ξεφύγεις από κατηγοριοποιήσεις;
Πολλά πράγματα στη ζωή έρχονται σε φάσμα και δεν μπορούν να μπουν σε κουτάκια η καλούπια. Κάπως έτσι μου αρέσει να αντιμετωπίζω και τον εαυτό μου και τη μουσική μου. Δεν είναι τίποτα παραπάνω και τίποτα λιγότερο από αυτό που είναι. Ήθελα χώρο για το προσωπικό και το υποκειμενικό και κάπως έτσι προέκυψε και ένας τέτοιος ήχος. Δεν ήθελα συνειδητά να διαφοροποιηθώ, ήθελα όμως ελευθερία. Αν δώσεις στον εαυτό σου ελευθερία, αυτόματα βγαίνεις από διάφορες νόρμες. Μερικές φορές είναι ωραίο να τις ονοματίζεις, άλλες όχι. Είναι βαρετό να παίζεις αυτό που έχει ήδη παιχτεί. Like an alien you make your own tribe. Μερικές φορές γινόμαστε αυτό που ψάχνουμε, και ίσως αυτό έψαχνα, κάτι πιο διαφορετικό, κάτι πιο ακραίο.
- Δηλαδή, πιστεύεις ότι η σημερινή μουσική πραγματικότητα αφήνει χώρο για αργή εξέλιξη ή απαιτεί από τους νέους καλλιτέχνες να "πετύχουν" σχεδόν αμέσως;
Είναι άσχημο να κρατάει κανείς ρολόι όταν κάνει τέχνη. Κάποιοι κάνουν μεγάλα έργα νέοι, κάποιοι μεγαλύτεροι. Στη δημιουργία παίζουν διάφορες ωσμώσεις. Άλλωστε ελάχιστες πορείες, εκτός από αυτές που βρίσκονται στα μαθηματικά, είναι γραμμικές. Και τι σημαίνει τελικά επιτυχία; Έμεινες πιστός στον στόχο σου, μπάντα και ποιότητα ζωής; Αυτό που έκανες άγγιξε κάποιον και θα μείνει; Ή views, χρήμα, διασημότητα; Ο κόσμος έχει αλλάξει τρομερά και θα αλλάζει με ακραίες ταχύτητες. Πιθανά η μεθεπόμενη γενιά να βλέπει κάποιον hooked με ένα κινητό και να τον χλευάζει. Ίσως η αυριανή επανάσταση να είναι το slow motion.
- Ένας νέος καλλιτέχνης στην Ελλάδα σήμερα τι πρέπει να προστατεύσει περισσότερο; Την αισθητική του, την ψυχική του ισορροπία ή την επιμονή του;
Ό,τι δυσκολεύει τον καθένα. Όλα θέλουν προστασία και μπορεί να λερωθούν. Και είναι και συγκοινωνούντα δοχεία. Η επιμονή θέλει αγάπη και πίστη. Η αισθητική είναι ένας αέρας που έχεις μαζί σου όπου κι αν πας, βγαίνει ακόμα και σε μικρά πράγματα όπως η ευγένεια και το χιούμορ. Κρατάς το μέσα σου όμορφο, το βγάζεις προς τα έξω. Πρέπει όμως να μπορείς και να διαχειριστείς τον εαυτό σου, για να έχεις όλα τα συστατικά και για να διατηρήσεις τα παραπάνω. Θέλει δουλειά.
- Τα social media βοηθούν πραγματικά έναν νέο καλλιτέχνη ή δημιουργούν μια μόνιμη αγωνία ορατότητας;
Τα social media προκαλούν μια αγωνία γενικά, αλλά μπορεί να φανούν και χρήσιμα. Ο κόσμος συνδέεται μέσω αυτών, ενημερώνεται, δικτυώνεται με άλλους ανθρώπους που έχουν κοινά ενδιαφέροντα και γούστα, προωθεί τη δουλειά του. Δεν μπορούμε να αρνούμαστε τελείως την εποχή μας, όμως τα social media δεν αποτελούν πραγματική ζωή, δεν δείχνουν πάντα την αλήθεια. Εκεί κι αν χτίζονται χαρακτήρες, Υπάρχει μια ψηφιακή εικόνα, υπάρχει και μια εσωτερική εικόνα. Και μερικές φορές η εσωτερική εικόνα θολώνει. Είναι αν θέλεις να σε βλέπουν ή αν θέλεις να σε "δουν". Και από εκεί και πέρα ο καθένας μπορεί να θέσει τα δικά του προσωπικά όρια στο τι θα δείξει η θα ποστάρει.
- Ποια είναι η μεγαλύτερη ψευδαίσθηση που πουλάει σήμερα η μουσική βιομηχανία στους νέους καλλιτέχνες;
Αν εννοείς τη μουσική βιομηχανία, η οποία στην ουσία εξουσιάζεται από τις εταιρίες λογισμικού, αυτό που σου τάζει είναι αποδοχή, δόξα και χρήμα. Ένας προσανατολισμός σε αυτά που γυαλίζουν αλλά δεν είναι χρυσός. Ίσως και το ψέμα ότι θα γίνεις "κάποιος" (είσαι ήδη κάποιος!). Και πολλές φορές το ψέμα ότι τα πράγματα γίνονται με έναν μόνο τρόπο, καθώς η μουσική εμπορευματοποιείται και γίνεται ζήτημα μάρκετινγκ, και αυτό πιθανώς σε καταπιέζει από το να κάνεις τη διαδρομή σου. Η βιομηχανία περιστρέφεται γύρω από το έξω, ενώ η μουσική έρχεται από μέσα.
- Αν έπρεπε να περιγράψεις το “Σινεμά Βεριτέ” σαν μία κινηματογραφική σκηνή, τι θα βλέπαμε;
Θα ήταν σίγουρα ένα μονοπλάνο, όπου η κάμερα θα ταξίδευε σαν drone ανάμεσα σε ανοιχτά παράθυρα, φιλιστρίνια και θεατρικές κουΐντες. Θα ήταν ένας συνδυασμός από τα Όνειρα του Akira Kurosawa, τις Μαργαρίτες της Věra Chytilová και το ορίτζιναλ Blade Runner. Η σκηνοθεσία θα ήταν μία σύμπραξη του Luis Buñuel και του Jean Cocteau, και το σενάριο του David Lynch.






