Σεραφείμ Γιαννακόπουλος
Φωτ.: Γιάννης Παπαϊωάννου

Από εδώ ο ΣΕΡΓΙΑΝ Δεν του άξιζε μια συνέντευξη. Είπα να μην τη κάνουμε, δεν είχα τίποτα να τον ρωτήσω. Πήγα χωρίς προετοιμασία, χωρίς χαρτί, χωρίς στυλό, ευχόμενη για το απρόοπτο και απρόβλεπτο που είναι. Για αρχή θα καθίσω δίπλα του, να γνωρίσω το παιδί από τις φωτογραφίες που περνάνε από το χρονολόγιο μου. Αν αυτή η διαδρομή μας οδηγήσει ποτέ στο ΣΕΡΓΙΑΝ, θα δούμε τι περίσσεψε από τον Σεραφείμ Γιαννακόπουλο. Αυτή η διαδρομή άλλωστε δεν είναι μια προσπάθεια για αναγνώριση, αλλά μια ανάγκη για επιστροφή στην ειρωνική αγάπη για τη ζωή. Καθήστε και εσείς δίπλα μας. Οσο κι αν αλλάζει ο κόσμος γύρω, θα ψάχνουμε πάντα την ίδια πρωτόγονη αλήθεια. Και αυτό είναι το σημείο όπου οι δρόμοι μαςσυναντιούνται και το παιδί που ήμασταν κάποτε μας κλείνει πονηρά το μάτι.

- Πέρυσι πήρες την απόφαση να φύγεις στα τέλη Μαΐου και να μείνεις πέντε μήνες στη Μάνη, στο χωριό σου. Μάζεψες όλο το στούντιο, τα όργανα, τα πράγματά σου και εγκαταστάθηκες εκεί μέχρι τον Οκτώβριο. Ήταν κάτι που το ήθελες και το έκανες πράξη. Σκοπεύεις να το καθιερώσεις;

Ναι, το έκανα και, για να είμαι ειλικρινής, μάλλον από εδώ και πέρα θα το κάνω πολύ συχνά.

- Εκεί ξεκίνησε και το «σεργιάνι» σου σε νέες μουσικές ή υπήρχε ήδη ως ιδέα στην Αθήνα και απλά στη Μάνη βρήκε τον χώρο να απελευθερωθεί;

Είχα ήδη στο μυαλό μου να φτιάξω έναν ελληνόφωνο δίσκο, οπότε θεωρητικά είχα συγκεντρώσει περίπου είκοσι κομμάτια. Το καλοκαιρινό μου πρόγραμμα με τις συναυλίες ήταν ήδη ξεκάθαρο -είναι κάτι που το γνωρίζω από νωρίς, οπότε είπα «Πάω στο χωριό, θα μείνω εκεί και θα απολαύσω μια άλλη ποιότητα ζωής». Πίστευα ότι το άλμπουμ θα είχε έναν συγκεκριμένο ήχο. Όταν όμως έφτασα κάτω, τις πρώτες δύο-τρεις μέρες, μέχρι να τακτοποιήσω τον χώρο και να μπω στους ρυθμούς μου, όλα ανατράπηκαν κατά 180 μοίρες. Κατέληξα να επιλέγω ποιο κομμάτι θα ηχογραφήσω κάθε μέρα με τη σειρά του άλμπουμ, ανάλογα με τη διάθεση της στιγμής. Το πρώτο κομμάτι που έγραψα είναι και το πρώτο στη σειρά του δίσκου. Μόλις το τελείωνα, αναρωτιόμουν «Ωραία, πώς νιώθεις σήμερα; Ποιο έχει σειρά;». Τελικά, επέλεξα δέκα εντελώς διαφορετικά κομμάτια από τα είκοσι που υπολόγιζα αρχικά. Ως χαρακτήρας, ήμουν πάντα της λογικής να βλέπω πολλά βήματα μπροστά, «control freak» στην υλοποίηση. Ήταν η πρώτη φορά που είπα στον εαυτό μου «Ξέρεις κάτι; Αφέσου στους ρυθμούς αυτού του τόπου». Σε αυτό με ανάγκασαν, με έναν τρόπο, και τα τζιτζίκια. Ήταν τόσο εκκωφαντικά από την πρώτη μέρα, που δεν το είχα καν υπολογίσει. Πήγα να γράψω μια ακουστική κιθάρα και λέω «Ωχ, εντάξει, δεν γίνεται». Έτσι, στήθηκε ένα πρότζεκτ όπου κάθε βράδυ, μετά τις 8:30 που σταματούσε το βουητό τους, έμπαινα στο «μπουντρούμι» μου για να ηχογραφήσω.

- Ήσουν μόνος, λοιπόν, παρέα με μερικά «νέα μουσικά όργανα» που ίσως δεν είχες συνειδητοποιήσει ποτέ ότι υπήρχαν γύρω σου, όπως τα τζιτζίκια.

Ναι, οπότε αναγκαστικά ηχογραφούσα από τις 8:30 το βράδυ μέχρι τις 5:30 το πρωί. Αυτή η συνθήκη έδωσε έναν ιδιαίτερο, σχεδόν εξομολογητικό χαρακτήρα στον δίσκο. Όταν όλος ο κόσμος γύρω σου κοιμάται, οι ρυθμοί της μέρας σβήνουν και νιώθεις το βάρος της σιωπής, μπαίνεις οργανικά σε μια τελείως διαφορετική κατάσταση από το να ηχογραφείς πρωί ή μεσημέρι. Κάπως έτσι, ο ήχος ξέφυγε από αυτό που είχα φανταστεί. Ενώ θεωρητικά είχα προσχεδιάσει τα πάντα, ήταν η πρώτη φορά που αναρωτήθηκα «Καλά όσα έχεις στο κεφάλι σου, αλλά εδώ τι συμβαίνει; Τι σου μεταδίδει ο τόπος, πώς νιώθεις εσύ;». Ο παλιός μου εαυτός θα επέμενε «Όχι, θα γίνουν όλα όπως πρέπει, όπως τα έχω σχεδιάσει». Τώρα όμως αφέθηκα εντελώς. Είπα «Εντάξει, θα κάνω αυτό το άλμπουμ γιατί έτσι νιώθει ο ίδιος ο δίσκος». Μου πήρε περίπου τρεις με τέσσερις μήνες και επέστρεψα με μια έτοιμη δουλειά. Για να σου πω την αλήθεια, δεν ξέρω αν θα μπορώ πλέον να ξανακάνω άλμπουμ με διαφορετικό τρόπο.

Φωτ.: Γιάννης Παπαϊωάννου

- Δεν μπορείς πια να επιστρέψεις στον παλιό τρόπο;

Ναι, αυτή την ανάγκη για τη διαδικασία την είχα ανέκαθεν, ακόμα και με τους Planet. Η εσωτερική διεργασία πριν φτάσεις στο τελικό αποτέλεσμα είναι τεράστια υπόθεση. Δυσκολεύομαι να φανταστώ τον εαυτό μου να κλείνεται ξανά σε ένα συμβατικό στούντιο για έναν τέτοιο δίσκο. Η συνθήκη της απομόνωσης, ακόμη και χωρίς τον τέλειο εξοπλισμό, προσδίδει στο ηχογράφημα έναν χαρακτήρα τόσο μοναδικό, που υπερβαίνει κατά πολύ οποιαδήποτε μικρή απώλεια σε τεχνική «τελειότητα».

- Και σου δίνει τον χώρο, φαντάζομαι, να ανακαλύψεις πτυχές που ούτε εσύ ο ίδιος γνώριζες για τον εαυτό σου…  Γιατί στην πόλη, οι εικόνες και τα ερεθίσματα σε εγκλωβίζουν μοιραία στην αποτύπωση μιας πολύ συγκεκριμένης καθημερινότητας.

Μιας καθημερινότητας τυποποιημένης από τις ίδιες της τις εικόνες.

- Προσωπικά, ξαφνιάστηκα όταν είδα το πρώτο single, το "ΕΟΤ". Μου θύμισε εκείνες τις παλιές εποχές που πηγαίναμε διακοπές χωρίς επιδόματα… Τι ειρωνείες κρύβει για σένα αυτός ο τίτλος και γιατί επέλεξες να συστηθείς πρώτα με αυτό το κομμάτι;

Κοίτα, αυτό το μοτίβο διατρέχει ολόκληρο το άλμπουμ. Με αφορμή το "ΕΟΤ", αποφάσισα όλα τα κομμάτια να έχουν μια συγκεκριμένη δομή, ένας αρχικός, αινιγματικός τίτλος και σε παρένθεση ο πιο χαρακτηριστικός στίχος του ρεφρέν  όπως ακριβώς ψάχναμε τα τραγούδια όταν ήμασταν μικροί. Ήθελα ο πρώτος τίτλος να μοιάζει αρχικά ακατανόητος. Επέλεξα το "ΕΟΤ" γιατί αυτή είναι η τελευταία λέξη του κομματιού πρέπει να φτάσει κανείς στο τέλος για να καταλάβει γιατί ονομάστηκε έτσι. Όταν γράφτηκε το τραγούδι, ζούσα στο Οίτυλο της Μάνης. Εκείνο το διάστημα, βιώνοντας την περιοχή από τα τέλη Μαΐου μέχρι τον Οκτώβριο, συνειδητοποίησα πολύ πιο καθαρά τι σημαίνει «Ελλάδα». Είδα την τουριστική έκρηξη αλλά και την απόλυτη ερήμωση που ακολουθεί. Είτε βρίσκεσαι στην Αθήνα, είτε στη Σαντορίνη, είτε οπουδήποτε αλλού, έχει δοθεί τόση έμφαση στο τουριστικό προϊόν, που οι ίδιοι οι πολίτες καταλήγουν να νιώθουν κομπάρσοι στον τόπο και στη ζωή τους. Ωστόσο, η βαθύτερη έμπνευση για το "ΕΟΤ" ήρθε από μια άλλη προσωπική εμπειρία. Έχοντας περάσει πολλά χρόνια μέσα και έξω από τα νοσοκομεία, έβρισκα πάντα εξαιρετικά ειρωνικό το γεγονός ότι έβλεπες το ειδυλλιακό κάδρο του "ΕΟΤ" την ώρα που δίπλα κάποιος μπορεί να άφηνε την τελευταία του πνοή, μέσα σε ένα σύστημα υγείας που παραπαίει  όχι πια στα λόγια, αλλά με τον πιο σκληρό, πρακτικό τρόπο.

- Σαν ένα μαύρο χιούμορ, για να σου υπενθυμίσουν ότι αυτό είναι τελικά το «τελευταίο ταξίδι»…

Μου φαινόταν τρομερά οξύμωρο. Είναι σαν να προβοκάρεις έναν φυλακισμένο, γεμίζοντας το κελί του με πόστερ από τα πιο εξωτικά μέρη του πλανήτη. Όλο αυτό κουβαλάει και μια αίσθηση σήψης, γιατί περιγράφει μια εποχή πριν από τη σημερινή τουριστική λαίλαπα.

- Και ήταν συνήθως ξεθωριασμένες από τον χρόνο.

Ναι, έρχονται από τα ‘60s και τα ‘70s, την εποχή που ανέφερες. Η νέα γενιά μπορεί να μην ξέρει καν τι σημαίνει "ΕΟΤ", να μην έχει δει ποτέ εκείνες τις διαφημίσεις με τον πελαργό, τα παλιά αναψυκτήρια ή όλη εκείνη την αισθητική. Ήταν μια εποχή όπου το «πλασάρισμα» της Ελλάδας γινόταν με πολύ πιο αθώα, σχεδόν γραφικά μέσα  σε αντίθεση με το σήμερα. Αυτή την αντίθεση ανάμεσα στη σκληρότητα της ζωής (το νοσοκομείο) και την ψευδαίσθηση της κάρτ ποστάλ (το κάδρο), τη μετέφερα σε αυτό που βιώνουμε καθημερινά όσοι προσπαθούμε να ζήσουμε λίγο έξω από τις νόρμες. Όλοι ξεκινήσαμε από ένα σημείο πιστεύοντας ότι δεν χωράμε εδώ, όλοι προσπαθήσαμε να «σπάσουμε το καλούπι» -είτε φεύγοντας στο εξωτερικό είτε ψάχνοντας μια εσωτερική διέξοδο- για να συνειδητοποιήσουμε τελικά, όσο αντιδραστικοί κι αν υπήρξαμε, ότι το καλούπι μπορεί να μην έσπασε ποτέ και τα χρόνια πέρασαν χωρίς να το καταλάβουμε. Γι’ αυτό στον δίσκο υπάρχει και αυτό το ηλικιακό μοτίβο, το «12-18, 18-28».

- Αναρωτιέμαι αν ο Σεργιάν ανήκει στο σήμερα ή αν τελικά είναι η επιστροφή ενός οκτάχρονου παιδιού. Ακούγοντας τα πρώτα δείγματα, νιώθω ότι επιστρέφεις περισσότερο στην παιδικότητά σου παρά στο παρόν σου.

Είναι πολύ σωστή παρατήρηση. Προσωπικά, το βλέπω ως φιλοσοφία ζωής. Τι είναι τελικά η ωριμότητα; Πιστεύω πως είναι η επιστροφή σε εκείνο το ακατέργαστο ένστικτο που είχες στην παιδική και την εφηβική σου ηλικία, αλλά αυτή τη φορά με τη γνώση του σήμερα. Ο στόχος μου είναι να ξαναβρώ την ορμή που είχα στα 16 και στα 18 μου. Ενδιάμεσα έκανα μια μεγάλη βόλτα στην κοινωνία, απέκτησα εμπειρίες και τη δυνατότητα να υποστηρίξω πράγματα που τότε μου τα ψιθύριζε απλώς το ένστικτό μου. Πλέον, έχω επιλέξει συνειδητά να πηγαίνω όλο και πιο πίσω.

Φωτ.: Γιάννης Παπαϊωάννου

- Μου θυμίζει αυτό που έκανε ο Ανρί Ματίς λίγο πριν πεθάνει. Έφτιαξε το «Σαλιγκάρι», ένα κολάζ με χρωματιστά τετράγωνα που σχηματίζουν μια σπείρα, ένα έργο βαθιά παιδικό. Όταν τον ρώτησαν πώς, μετά από μια τόσο σπουδαία πορεία, κατέληξε σε κάτι τόσο απλό, απάντησε «Πρέπει να παραμένεις παιδί σε όλη σου τη ζωή». Να αναζητάς και να διατηρείς πάντα την αρχική σου αγνότητα και αφέλεια.

Ακριβώς έτσι νιώθω σε αυτή τη φάση της ζωής μου, να πάω ακόμα πιο πίσω.

- Η πραγματική ωριμότητα είναι να μπορείς να κρατάς ζωντανό το παιδί που υπήρξες.

Συμφωνώ απόλυτα. Σε κάποιον μπορεί να φαίνεται περίεργη στάση ζωής, αλλά έτσι το αντιλαμβάνομαι. Πάντα είχα πρόβλημα με τη σοβαροφάνεια. Όταν έχεις περάσει ορισμένα σοβαρά «στραπάτσα» στη ζωή σου, αναγκάζεσαι να βγάλεις το «εγώ» σου από το κέντρο του κόσμου και να συνειδητοποιήσεις ότι υπάρχει κάτι μεγαλύτερο από εσένα,  είτε αυτό είναι ένα παιδί, είτε μια ιδέα, είτε οτιδήποτε άλλο. Πάντα πίστευα ότι το να παίρνεις τον εαυτό σου και τη ζωή υπερβολικά σοβαρά είναι μια χαμένη υπόθεση.

- Και μέσα από αυτό γίνεσαι εξαιρετικά αφαιρετικός. Κοιτάζοντάς σε, νιώθω σαν να βίωσες μια έκρηξη. Σαν να τινάχτηκαν όλα στον αέρα, τα hi-hat, οι πιατίνια, οι Planet, οι καθημερινές σου αναγκαιότητες… Όλα σκορπισμένα παντού. Δεν ξέρω από πού πηγάζει αυτή η αίσθηση, αλλά υπήρξε κάποια εσωτερική πίεση που σε οδήγησε σε αυτή την εκτόνωση;

Ίσως απλώς να θέλω να έχει και λίγο πλάκα η ζωή. Η ρουτίνα φέρνει βαρεμάρα, είναι τόσο απλό. Και η ζωή, όπως και το γούστο μας, δεν είναι ασπρόμαυρη, ορίζεται από έναν κεντρικό άξονα που είμαστε εμείς και τα ερεθίσματά μας. Το ότι σου αρέσουν τα μακαρόνια με κιμά δεν σημαίνει ότι πρέπει να τρως μόνο αυτό κάθε μέρα, γιατί στο τέλος θα τα σιχαθείς. Από παιδί ήμουν έτσι, τη μια μέρα ήθελα να πάω σε ένα club και την άλλη σε ένα υπόγειο που έπαιζε stoner. Αυτές οι αισθητικές φυλακές και οι συνήθειες που χτίζουμε μόνοι μας, μου φαίνονται τελείως παράλογες. Στην πραγματικότητα, όλο αυτό κρύβει έναν τεράστιο φόβος απέναντι στην ελευθερία, απέναντι στο να ζήσεις και να αποκτήσεις αληθινές εμπειρίες.

- Άρα, για να το συνοψίσουμε, κουράστηκες.

Εντάξει, γεννήθηκα κουρασμένος (γέλια). Αλλά ναι, στο κάτω-κάτω, ποιος νοιάζεται πια για όλες αυτές τις περιττές σοβαροφάνειες;

- Και έρχεται η στιγμή που λες: «Ωραία, θα κάνω αυτό. Όχι για να αναγνωριστώ, ούτε για να επιβεβαιωθώ στα μάτια των άλλων ή στα δικά μου. Θα το κάνω απλά γιατί δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Αυτός είμαι».

Προφανώς. Αν το συνειδητοποιήσεις αυτό, βλέπεις ότι ακόμα και σε επίπεδο καριέρας, αν δεν νιώθεις ο ίδιος εντάξει με τον εαυτό σου, τότε απλώς κυνηγάς μια επιβεβαίωση από τρίτους, την οποία δεν έχεις δώσει πρώτα εσύ στον ίδιο σου τον εαυτό. Δεν περιμένω τίποτα από κανέναν. Και δεν το λέω ψωνισμένα, παρόλο που έχω μεγάλη αυτοπεποίθηση και θα πέσω μαχόμενος, αλλά δεν με αφορά αν κάποιος πει «Α, ο Σεραφείμ, που θεωρείται «τοτέμ» στα τύμπανα της σκληρής σκηνής, τρελάθηκε και πήγε να κάνει αυτό». Όλα αυτά τα στηρίξαμε, ήμουν και είμαι μέρος τους, αποτελούν τεράστιο κομμάτι της ζωής μου, αλλά πρώτα έδωσα εγώ αξία στον εαυτό μου. Αν δεν το κάνεις εσύ πρώτος, δεν πρόκειται να το κάνει κανένας άλλος για σένα.

- Άρα, αυτή τη στιγμή επιλέγεις, ας μην το πω μοναχικότητα, αλλά τη δική σου μοναδικότητα; Υπήρξε, ίσως, μια ανάγκη ανάμεσα στα μέλη των Planet να ξεκινήσετε έναν σταδιακό απογαλακτισμό;

Αυτή η ανάγκη υπήρχε πάντα. Την είχα από πολύ μικρός και, προς τιμήν τους, τα παιδιά στους Planet, τη σεβάστηκαν και την αγκάλιασαν. Δεν είχαμε ποτέ προστριβές γι’ αυτό έλεγαν «άφησέ τον». Οι δικές μου μουσικές ανάγκες και ο τρόπος που διαχειρίζομαι τον χρόνο μου απαιτούν διαφορετικούς ρυθμούς. Για να φέρω ένα παράδειγμα εκτός Planet, καταλαβαίνω απόλυτα γιατί ο Thom Yorke των Radiohead δεν μπορεί να κάτσει ήσυχος. Το να περιμένει πέντε χρόνια ανάμεσα σε δύο αριστουργήματα των Radiohead μπορεί να του φαίνεται ασφυκτικό, όταν ο ίδιος θέλει να ξυπνήσει την επομένη της κυκλοφορίας ενός δίσκου, να παίξει πιάνο, να συνεργαστεί με έναν ηλεκτρονικό παραγωγό, να φτιάξει τους Atoms for Peace ή να βγάλει ένα σόλο άλμπουμ. Οι δημιουργικές του ανάγκες είναι απλώς τεράστιες. Αυτό δεν κάνει τους υπόλοιπους Radiohead χειρότερους ή καλύτερους, είναι απλώς ο εαυτός τους. Μου πήρε χρόνια να το καταλάβω και, λόγω αυτού, είχα δημιουργήσει αρκετές εντάσεις στην μπάντα στο παρελθόν. Επειδή ασχολούμαι όλη μέρα με τη μουσική, γράφω καθημερινά τραγούδια, beats που ίσως δεν ακούσει ποτέ κανείς, παλαιότερα πίστευα ότι αυτή τη γιγάντια ορμή έπρεπε να τη μεταδώσω και στους τρεις κολλητούς μου. Τους κατηγορούσα, με την αφέλεια του νεότερου, ότι δήθεν δεν νοιάζονταν αρκετά ή ότι ήταν τεμπέληδες. Δεν μπορούσα να καταλάβω ότι είναι απολύτως εντάξει να έχουν τους δικούς τους ρυθμούς. Πίεζα καταστάσεις, ένιωθα πληγωμένος και έλεγα «μπορούμε κι άλλο», ενώ στην πραγματικότητα το «πρόβλημα» ήμουν εγώ. Όταν ξεκίνησα να διοχετεύω αυτή την ενέργεια στα δικά μου προσωπικά πρότζεκτ, ήρθε επιτέλους η ισορροπία.

- Μήπως αυτό συμβαίνει επειδή δεν είσαι μόνο μουσικός, αλλά συνυπάρχουν μέσα σου κι άλλες ιδιότητες; Αυτή του ποιητή, του αφηγητή… Καλλιτεχνικές πτυχές που δεν ταυτίζονται απόλυτα με ένα μουσικό όργανο και ζητούσαν κι αυτές διέξοδο;

Ναι, ισχύει. Και έχει να κάνει και με το πώς ξεκίνησα να αντιλαμβάνομαι την τέχνη πολύ πριν γίνω ο ίδιος δημιουργός. Ως ακροατής, ως θεατής και ως αποδέκτης, με γοήτευαν πάντα πολύ διαφορετικά πράγματα μεταξύ τους.

Φωτ.: Γιάννης Παπαϊωάννου

- Είναι δύσκολο, πάντως, να αποκοπείς από τους παλιούς σου εαυτούς, ειδικά όταν είσαι εκτεθειμένος στο κοινό με μια πολύ συγκεκριμένη, διαφορετική εικόνα

Αυτό είναι μια τεράστια κουβέντα. Το κομμάτι των κοινωνικών δεξιοτήτων και της συνεχούς έκθεσης μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε μια αφόρητη φυλακή. Καταλήγεις να επιστρέφεις εξουθενωμένος στο σπίτι, αναζητώντας έναν μικρό, ασφαλή χώρο μοναχικότητας για να ξαναγεμίσεις τις μπαταρίες σου. Όλοι μας, ξεκινώντας από μικρή ηλικία, έχουμε μπει στη διαδικασία να υιοθετήσουμε μια περσόνα που είναι αρεστή, αστεία ή ελκυστική, ακόμα κι αν απέχει χιλιόμετρα από αυτό που είμαστε πραγματικά. Και κάπου εκεί κινδυνεύεις να χαθείς, να μην ξέρεις ποια είναι η αληθινή σου ταυτότητα. Αυτό ακριβώς συνδέεται με την επιστροφή στην παιδική ηλικία που συζητούσαμε πριν. Αναρωτιέσαι «Πότε ήταν η εποχή που δεν υπήρχαν αυτά τα φίλτρα;». Πότε ένα παιδί νιώθει για πρώτη φορά το συναίσθημα της ντροπής και γιατί; Ποιος ευθύνεται γι’ αυτό; Αν το καλοσκεφτείς, η ντροπή είναι ένα εντελώς παράλογο και περιττό συναίσθημα. Αν μου ζητούσες να εξαφανίσω ένα συναίσθημα από τον πλανήτη, θα ήταν σίγουρα αυτό.

- Θα επέλεγες τη λέξη ντροπή;

Ναι. Σχεδόν όλοι οι φίλοι μου έχουν γίνει γονείς και ανοίγω επίτηδες αυτή τη συζήτηση μαζί τους. Ποια είναι η κομβική στιγμή που ένα σύστημα, είτε η οικογένεια είτε ο παιδικός σταθμός, και ποιος είναι ο πρώτος άνθρωπος που θα κάνει ένα παιδί να ντραπεί; Να νιώσει αυτό το σφίξιμο για πρώτη φορά και να το βάλει στο συναισθηματικό του λεξιλόγιο; Δεν υπάρχει πιο περιττό πράγμα.  Έτσι χτίζεται σιγά-σιγά ένας χαρακτήρας και, κατ’ επέκταση, μια κοινωνία που αυτοαστυνομεύεται με έναν σχεδόν κωμικό τρόπο. Στη διαδρομή μου στην τέχνη, έτυχε να γνωρίσω σπουδαίες προσωπικότητες, από τη Δήμητρα Γαλάνη και τη Χαρούλα Αλεξίου μέχρι τον Ozzy Osbourne και αμέτρητους άλλους μουσικούς ήρωές μου. Μπορώ να σου πω με βεβαιότητα ότι όσοι έχουν παράξει πραγματικά σπουδαίο έργο, είτε είναι ποιητές είτε μουσικοί, στην καθημερινότητά τους είναι οι πιο απελευθερωμένοι, σουρεαλιστικοί και αυθεντικοί άνθρωποι που μπορείς να συναντήσεις. Αυτό ισχύει ακόμα και για προσωπικότητες όπως ο Γκάτσος. Και εδώ επιστρέφουμε στη σημασία του χιούμορ. Το χιούμορ ως πηγή χαράς, ως φίλτρο της μαυρίλας, ως ειρωνεία, αλλά κυρίως ως το απόλυτο εργαλείο επιβίωσης σε αυτό που ονομάζουμε «ζωή». Μια ζωή που δεν αλλάζει επί της ουσίας, είτε βρισκόμαστε στο 2026 είτε στο 1200. Γιατί, σκέψου το, πώς γίνεται να διαβάζεις σήμερα ένα βιβλίο του Έρμαν Έσσε ή τους αρχαίους φιλοσόφους και τα υπαρξιακά ερωτήματα να παραμένουν ακριβώς τα ίδια; Υπάρχουν κομβικά ζητήματα στην ανθρώπινη ύπαρξη που δεν επηρεάζονται από τα drones ή τα iPhones. Κατά βάθος, παραμένουμε στις σπηλιές. Αυτή η κοινή μοίρα είναι η συνδετική κλωστή που μας καθιστά ανθρώπους. Το χιούμορ για μένα είναι ζωτικό κομμάτι της ύπαρξης. Είτε ως φίλος, είτε ως εραστής, είτε ως καλλιτέχνης. Χωρίς αυτό, η ζωή δεν θα είχε κανένα νόημα.

- Άρα, η λέξη που διαγράφουμε είναι η «ντροπή» και εκείνη που κρατάμε είναι το «χιούμορ».

Σίγουρα. Είναι ένα βήμα πιο κοντά στην πραγματική ελευθερία.

- Αν και η απόλυτη ελευθερία μάλλον δεν υπάρχει.

Φυσικά. Δεν αναφέρομαι σε μια επιπόλαιη έννοια της ελευθερίας. Για να είσαι ελεύθερος, πρέπει να αναλαμβάνεις και την ευθύνη σου.

- Ακριβώς, η ευθύνη είναι το κλειδί.

Διαφορετικά είναι απλώς ένα καλαμπούρι. Η ευθύνη γεννά την ελευθερία. Αυτό βέβαια είναι μια άλλη, μεγάλη συζήτηση. Δεν εννοώ την ελευθερία ως ασυδοσία. Είναι καλό να περάσεις από όλα τα στάδια στη ζωή σου, προφανώς. Αλλά αν έπρεπε να δώσω έναν τίτλο σε όλη αυτή την κουβέντα που κάνουμε, θα έλεγα ότι είναι ένα βήμα πιο κοντά στην αληθινή ελευθερία.

- Αυτό το χιούμορ, πάντως, βγαίνει και προς τα έξω, είναι σχεδόν απροκάλυπτο. Στα social media χρησιμοποιείς κώδικες με τους δικούς σου ανθρώπους που μόνο εσείς καταλαβαίνετε. Οι φίλοι και οι συγγενείς σου μπαίνουν στο παιχνίδι σου κάτω από τις αναρτήσεις σου. Τους προκαλείς κι εκείνοι ανταποκρίνονται. Νομίζω έχεις βρει έναν πολύ όμορφο, σχεδόν «ύπουλο» τρόπο να τους εντάξεις σε όλο αυτό.

(Γέλια) Κοίτα, αυτό είναι μισή αλήθεια και μισό ψέμα. Μπορώ να σου πω με βεβαιότητα ότι οι πολύ δικοί μου άνθρωποι δεν είναι πάντα σίγουροι αν έχω τρελαθεί ή όχι. Οπότε, ένα τέτοιο σχόλιο μπορεί να πηγάζει και από τη δική τους ανασφάλεια

- Μα γι’ αυτό ακριβώς συμμετέχουν στο «παιχνίδι» σου, επειδή ξέρεις πώς να τους παρασύρεις σε αυτό.

Το κάνουν και για δικούς τους λόγους, για να δείξουν ότι δεν τρελάθηκα και να βγουν κι εκείνοι από τη δύσκολη θέση. Είναι αυτό που λέμε «ετεροντροπή» (cringe). Σκέψου πώς ήταν παλιότερα, πριν γίνουν όλα άμεσα προσβάσιμα στο διαδίκτυο, όταν έβλεπες τον Ali G ή τον Borat ένιωθες μια αμηχανία, μια ανάγκη να εξηγήσεις στους γύρω σου ότι «όχι, αυτός είναι ένας συνειδητοποιημένος κωμικός, το κάνει επίτηδες», γιατί ως θεατή σε έπνιγε αυτό που έβλεπες. Κάτι αντίστοιχο μπορεί να νιώθουν και οι πολύ δικοί μου άνθρωποι. Θέλουν κάπως να εξηγήσουν…

- Υπάρχει μια επαναλαμβανόμενη ατάκα που μου έχει κάνει εντύπωση, ότι όλες οι κοπέλες σου νόμιζαν πως γράφεις λυπητερά τραγούδια. Τι άλλο σου έλεγαν, σε μουσικό και καλλιτεχνικό επίπεδο;

(Στεναγμός) Αχ, τι άλλο να έλεγαν… Αυτό ήταν το βασικό. Ξέρεις, είναι ευχή και κατάρα να είσαι ζευγάρι με έναν άνθρωπο που κάνει αυτή τη δουλειά. Κάτι που σε έναν τρίτο φαντάζει τρομερά γοητευτικό επειδή το βλέπει απέξω, για τον άνθρωπο με τον οποίο συνυπάρχεις μπορεί να είναι είτε αδιάφορο, επειδή το βιώνει καθημερινά, είτε ακόμα και αβάσταχτο. Όταν σκαλίζω riff, μελωδίες στην κιθάρα ή στο πιάνο, είτε πρόκειται για τους Planet, είτε για τη Γαλάνη, είτε για οτιδήποτε άλλο έχω γράψει, υπάρχει συχνά μια υπόκωφη μελαγχολία. Η ατάκα αυτή, λοιπόν, μπορεί να λειτούργησε ως ένα επικοινωνιακό τρικ για την προώθηση, αλλά είναι πέρα για πέρα αληθινή. Ήταν ο κοινός παρονομαστής σε όλες μου τις σχέσεις «Ρε συ, σε παρακαλώ, μην παίξεις πάλι αυτό το λυπητερό κομμάτι».

Φωτ.: Γιάννης Παπαϊωάννου

- «Ωχ, παίξε καλύτερα εκείνο το άλλο, που μου φτιάχνει τη διάθεση!»

Το έχω ακούσει, μεταξύ σοβαρού και αστείου, και είναι μια απόλυτα αληθινή ιστορία. Όταν είσαι πιο νεαρός, μπορεί να σκέφτεσαι με όρους ρομαντικούς ή στερεοτυπικούς «Πω πω, πώς θα ήταν να είμαι με τον τάδε καλλιτέχνη». Στην πράξη όμως, το να βρει ένα ζευγάρι τις ισορροπίες του κάτω από αυτές τις συνθήκες είναι εξαιρετικά δύσκολο. Απαιτεί πολλή δουλειά και βαθιά επικοινωνία.

- Ίσως, πίσω από αυτό το «σταμάτα να παίζεις αυτό το λυπητερό κομμάτι», να κρύβεται μια άλλη σκέψη, ένας φόβος, «Μήπως αυτή η θλίψη που βγάζει ο άνθρωπός μου πηγάζει από εμένα; Μήπως είμαι κι εγώ κομμάτι της;».

Ακριβώς έτσι, με την πιο κυριολεκτική έννοια. «Μήπως εγώ προκαλώ αυτή τη θλίψη στον άνθρωπό μου;». Και θέλω να πω κάτι εδώ, για να το ακούσουν και οι εκκολαπτόμενοι καλλιτέχνες, να ξέρετε με απόλυτη βεβαιότητα ότι το κοινό σας δεν είναι οι φίλοι σας, ούτε οι συγγενείς σας. Αυτοί οι άνθρωποι, επειδή έχουν προσωπική πρόσβαση σε εσάς, θα είναι πάντα οι πρώτοι που θα σας αποδομήσουν, με την καλή έννοια, και δεν θα δώσουν στο έργο σας την προσοχή που του αναλογεί. Δεν υπάρχει περίπτωση να γράψεις ένα βιβλίο, να το διαβάσει η κολλητή σου και να καταφέρει να το δει καθαρά ως ένα αυτόνομο έργο τέχνης. Σε όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης θα ψάχνει να βρει ποια στοιχεία είναι βγαλμένα από τη δική σου ζωή, ποια ιστορία αναφέρεται σε σένα ή αν εκείνο το περιστατικό το είπε η Θάλεια ή κάποια άλλη φίλη σας.

- Δεν μπορούν να διαχωρίσουν τον Σεραφείμ από τον Σεργιάν.

Όχι, δεν μπορούν. Για αυτούς είσαι ο Σεραφείμ και τέλος. Τα παίρνουν όλα «too literal». Γι’ αυτό, απελευθερωθείτε από αυτή την προσδοκία. Αν μπορούσατε να «σβήσετε» όλους τους κοντινούς σας και να απευθυνθείτε αποκλειστικά στους ξένους, εκεί θα βρισκόταν το πραγματικό νόημα. Αλλά ακόμα και στους ξένους, πρέπει να είστε απλώς ο εαυτός σας. Αλλιώς είναι πολύ εύκολο να παγιδευτείς, να επιστρέψεις σε συναισθήματα όπως η ντροπή και να καταλήξεις να γίνεις αυτό που οι άλλοι θέλουν να είσαι,  κάτι που θα σε κάνει βαθιά δυστυχισμένο. Υπάρχει αυτή η νοοτροπία «Έλα μωρέ, τι να μας πει τώρα κι ο Νίκος;». Ο Νίκος μπορεί να είναι ένας εξαιρετικός συγγραφέας, αλλά επειδή τον ξέρω 25 χρόνια, νιώθω σχεδόν κτητικά απέναντί του, ότι μου ανήκει ένα κομμάτι του. Αυτό μπορεί να πηγάζει από αγάπη, αλλά με εμποδίζει να διαβάσω το βιβλίο του με τον ίδιο τρόπο που θα διάβαζα το έργο ενός ξένου συγγραφέα με ένα αγγλικό όνομα. Δεν μπορώ να σταθώ «γυμνός» απέναντι στην αναγνωστική εμπειρία.

 - Αυτό είναι λίγο άδικο, γιατί πολλοί δημιουργοί αναζητούν αυτή την αποδοχή από τους δικούς τους ανθρώπους. Όχι απαραίτητα ως τυφλή στήριξη ή επιβεβαίωση, αλλά γιατί θέλουν να αρέσουν πρώτα στους κοντινούς τους και μετά να αγγίξουν τον υπόλοιπο κόσμο. Στην περίπτωσή σου, αυτό που εκφράζεις περιλαμβάνει τις σχέσεις σου, την οικογένειά σου, ακόμα και εκείνο το ξεθωριασμένο κάδρο του ΕΟΤ που κουβαλούσες στη μνήμη σου για τριάντα χρόνια πριν γράψεις γι’ αυτό.

Ναι. Και νομίζω ότι αυτό με τοποθέτησε αμέσως σε μια διαφορετική βάση, γιατί είναι εντελώς άλλο πράγμα να γράφεις στα ελληνικά. Στα αγγλικά μπορείς, κατά κάποιο τρόπο, να κρυφτείς. Ακόμα κι αν γράφεις βαθιά, εξομολογητικά πράγματα και είσαι σχεδόν «native speaker», στην πραγματικότητα υπάρχει πάντα ένα μικρό προσωπείο. Μπορεί για μένα η μετάφραση να είναι υπόθεση ενός νανοδευτερολέπτου και να μην χρειάζεται να μεταφράζω τις έννοιες στο μυαλό μου, αλλά όταν μεταφέρεις ένα μήνυμα στη μητρική σου γλώσσα, το πράγμα περνάει σε άλλο επίπεδο.

- Κακά τα ψέματα, χωρίς να το θέσω εθνικιστικά ή πολιτισμικά, οι λέξεις στα ελληνικά έχουν μια μοναδική φόρτιση. Μπορούν να εκφράσουν τόσο βαθιά νοήματα και να επιδέχονται χιλιάδες διαφορετικές ερμηνείες για τον καθέναν ξεχωριστά. Είναι εντυπωσιακό το πώς η ελληνική γλώσσα μπορεί να εμβαθύνει στα αληθινά συναισθήματα.

Η ελληνική είναι μια συγκλονιστική γλώσσα. Αυτό που ανέφερες, το ότι υπάρχει σχεδόν μια συγκεκριμένη λέξη για να περιγράψει με ακρίβεια το οτιδήποτε. Αυτός ο πλούτος των αποχρώσεων είναι κάτι το μαγικό.

- Είναι υπέροχο να γράφεις, να σβήνεις μια λέξη, να δοκιμάζεις μια άλλη… Κάθε λέξη που αλλάζει, γεννά μια εντελώς νέα εμπειρία. Το άλμπουμ λοιπόν, του οποίου είχαμε πάρει μόνο μια μικρή γεύση, ήδη κυκλοφορεί εκεί έξω.

Ναι, φτάνει πια με το teasing. Είπαμε, δεν είμαι και… 18 χρονών! Θεωρητικά, αν ακολουθούσα τους σύγχρονους κανόνες της αγοράς, θα έπρεπε να κυκλοφορήσω και τα δέκα κομμάτια ως singles, το ένα μετά το άλλο.

- Πώς προέκυψε όμως η απόφαση, αυτό το τόσο αυθόρμητο πρότζεκτ, να κυκλοφορήσει μέσω μιας πολυεθνικής εταιρείας όπως η Minos EMI; Μιας εταιρείας με συγκεκριμένα στάνταρ και δομές.

 Με τους ανθρώπους της EMI, την Αγγέλα και τη Μαργαρίτα, γνωριζόμαστε από τότε που ήμουν 18 χρονών. Ίσως η πρώτη μου μπάντα να είχε κάνει εκεί τα πρώτα της βήματα. Είναι γνωστό ότι διατηρώ μια δική μου, ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρεία που τρέχει αποκλειστικά τις κυκλοφορίες των Planet of Zeus. Όμως η απόφαση για τον Σεργιάν βασίστηκε σε κάτι πολύ πρακτικό, θεωρώ ότι η Minos EMI είναι η μόνη «major» ελληνική εταιρεία που έχει να προσφέρει έναν πραγματικά ισχυρό και ουσιαστικό υποστηρικτικό μηχανισμό.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured