Οι Fundracar εμφανίστηκαν στις αρχές των 00s, μέσα από τη DIY σκηνή της Αθήνας, χτίζοντας σταδιακά ένα υβριδικό ηχητικό σύμπαν που συνδέει reggae, dub, punk και hip hop με ελληνικό στίχο και έντονη πολιτική διάσταση. Με διαρκή παρουσία σε συναυλιακούς χώρους και φεστιβάλ, αλλά και με μια σταθερή απόσταση από τις λογικές της μουσικής βιομηχανίας, διαμόρφωσαν ένα κοινό που λειτουργεί περισσότερο ως κοινότητα: ένα σώμα ακροατών που επιστρέφει, συμμετέχει και αναγνωρίζει τον εαυτό του μέσα στην ενέργεια των live τους.
Από την άλλη, οι Baildsa ξεκίνησαν από τη Θεσσαλονίκη, αναπτύσσοντας μια δική τους εκδοχή βαλκανικού πανκ με έντονες επιρροές από παραδοσιακές μουσικές των Βαλκανίων, ska και gypsy punk. Η διαδρομή τους περιλαμβάνει εκτεταμένες περιοδείες στην Ευρώπη, αυτοοργανωμένες κυκλοφορίες και μια σκηνική παρουσία που βασίζεται στη συλλογικότητα και τη σωματική ένταση. Το κοινό τους εκτείνεται πέρα από τα στενά όρια της ελληνικής σκηνής, ενώ η σχέση μαζί του έχει καλλιεργηθεί μέσα από συνεχή κινητικότητα και επαφή.
Οι δύο μπάντες ακολούθησαν παράλληλες πορείες για περισσότερα από δεκαπέντε χρόνια, συναντώμενες συχνά σε φεστιβάλ και κοινά line-ups, χωρίς μέχρι πρόσφατα να έχουν διαμορφώσει μια κοινή σκηνική πρόταση. Αυτό άλλαξε τον Μάρτιο στη Θεσσαλονίκη, σε ένα sold out live όπου η σύμπραξη λειτούργησε όχι μόνο μουσικά αλλά και ως σημείο σύγκλισης δύο κοινοτήτων, με κοινές αναφορές, ρυθμούς και τρόπους συμμετοχής.
Με αφορμή το "επαναληπτικό live" στην Αθήνα, στο AUX club στις 25 Απριλίου, μιλήσαμε με τον Μάριο Νταβέλη και τον Θάνο Γκουντάνο για τη συνάντηση των δύο σχημάτων, τη διαδρομή τους μέσα στα χρόνια, τη σημασία του live ως εμπειρίας και τη σχέση τους με ένα κοινό που παραμένει ενεργό και παρόν.
- Σας ευχαριστώ πολύ για τη συζήτηση μας αυτή! Σας πετυχαίνω λίγες μέρες μετά την κοινή σας συναυλία στην Θεσσαλονίκη, και εν αναμονή του «επαναληπτικού γύρου» στην Αθήνα στις 25 Απρίλη. Πώς τα περάσατε;
ΜΑΡΙΟΣ: Ήταν τρομερό.
ΘΑΝΟΣ: Ναι, ήταν sold out.
Μ: Η ενέργεια ξεπέρασε κατά πολύ τους αριθμούς — ειδικά μετά το sold out, άλλωστε δεν είναι αυτοσκοπός.
Θ: Περάσαμε πάρα πολύ καλά.
Μ: Περάσαμε τέλεια, και διατηρήσαμε το κλίμα και την επόμενη μέρα. Πέρα από το ότι ταιριάζουν οι μουσικές μας -είμαστε, να το πω, στο ίδιο «μουσικό στρατόπεδο», με κοινές αξίες- είδαμε ότι ταιριάζουμε και σαν προσωπικότητες. Ήρθαμε πιο κοντά αυτή τη φορά.
- Οι πορείες σας τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια είναι παράλληλες, αλλά μοιράζεστε την ίδια σκηνή υπό αυτούς τους όρους για πρώτη φορά.
Θ: Ναι, ναι.
Μ: Περάσαμε διάφορα στάδια. Παίζαμε στα ίδια φεστιβάλ, μιλούσαμε, ο καθένας είχε τη φάση και την πορεία του. Και ήρθε η στιγμή που τα βάλαμε κάτω και είπαμε να το κάνουμε μαζί. Είναι σαν να ερωτευτήκαμε. Τώρα είμαστε σε μια φάση «μήνα του μέλιτος» (γέλια).
- Τόσο οι Fundracar όσο και οι Baildsa από τις αρχές του 2000 κάνουν αυτό για το οποίο μιλάμε πολύ έντονα σήμερα, την κατάργηση των μουσικών ειδών. Ποια είναιι η εμπειρία σας;
Μ: Κοίτα, εμείς ήμασταν από αυτούς που «σκάψαμε» τον δρόμο για να μπορεί σήμερα ο καθένας να λέει ότι η μουσική δεν έχει ταμπέλες. Υπήρχαν κάποιοι που άνοιξαν αυτόν τον δρόμο και μετά ήρθαν άλλοι και τον περπάτησαν έτοιμο. Την εποχή που εμείς μπλέκαμε διαφορετικά είδη σε ένα κομμάτι, αυτό θεωρούνταν σχεδόν προβοκατόρικο. Ο κόσμος αναρωτιόταν τι κάνουμε. Αλλά εμείς απλώς αποτυπώναμε αυτό που νιώθαμε. Δεν θεωρούσαμε ότι πρέπει να υπάρχουν παρωπίδες. Τα είδη υπάρχουν, αλλά δεν είναι περιορισμός.
Θ: Συμφωνώ. Δεν ήμασταν ποτέ δογματικοί. Κάναμε ό,τι νιώθαμε, χωρίς στρατηγική. Ήταν πηγαίο. Και ακόμα έτσι δουλεύουμε. Μπορούμε να πάμε από το ένα άκρο στο άλλο χωρίς πρόβλημα. Ακούμε τα πάντα, συγκινούμαστε από διαφορετικά πράγματα, και αυτό βγαίνει και στη μουσική μας.
Μ: Δεν είχαμε ποτέ τη λογική «είμαι αυτό και ακυρώνω τα άλλα». Μας ενδιέφερε να ψάχνουμε την ουσία κάθε είδους και να μπλέκουμε αυτές τις μουσικές ουσίες μεταξύ τους.
- Νιώθετε ότι πλέον έχετε καταλήξει σε κάτι πιο συγκεκριμένο ως ύφος ή συνεχίζετε να εξερευνάτε;
Θ: Συνεχίζουμε ακριβώς αυτό που κάναμε από την αρχή, ανάλογα και με τα ερεθίσματα που έχουμε κάθε περίοδο. Έχουν περάσει 15 χρόνια, θα ήταν βαρετό να κάνουμε το ίδιο. Οπότε κάνουμε ό,τι μας συγκινεί κάθε φορά.
Μ: Ίσως τώρα που φτιάξαμε εμείς έναν δρόμο, είναι η ώρα να παίξουμε και με αυτόν. Να βγάλουμε, ας πούμε, έναν πιο «συγκεκριμένο» δίσκο.
Θ: Ή έναν δίσκο μόνο με ντραμς (γέλια).

- Η αίσθηση που έχω για στα live σας είναι πως υπάρχει μεγάλη χαρά και διασκέδαση — αλλά όχι με επιφανειακούς όρους. Ο κόσμος περνάει καλά;
Μ: Το μεγάλο μας ατού είναι το live. Εκεί καταλαβαίνεις τα πάντα. Όταν ξεκινήσαμε, δεν υπήρχε υποστήριξη από δισκογραφικές ή στούντιο, οπότε αυτό που ήμασταν δεν αποτυπωνόταν πλήρως στον δίσκο. Στο live όμως έχεις όλη την εικόνα. Και τα δίνουμε όλα. Κάθε live είναι σαν τελικός. Ο κόσμος το νιώθει αυτό. Βλέπεις ανθρώπους να φεύγουν σαν να έχουν περάσει μια τελετή, σαν να έχουν βιώσει κάτι εκστατικό.
Θ: Καταλαβαίνω τι λες, και κάποιος που δεν μας ξέρει μπορεί εύκολα να μας εντάξει εκεί στην κατηγορία της «διασκέδασης». Ναι, προφανώς υπάρχει το στοιχείο της διασκέδασης και εμείς οι ίδιοι διασκεδάζουμε πάρα πολύ πάνω στη σκηνή. Αλλά υπάρχουν και πιο εσωτερικές στιγμές. Αυτό που προσπαθούμε να κάνουμε είναι μια ολοκληρωμένη εμπειρία, έτσι όπως στήνουμε τα live μας. Αυτή η «τελετουργία», η ενέργεια, η αλληλεπίδραση με τον κόσμο , δεν αποτυπώνεται αλλού.
Μ: Και το κοινό μας είναι ιδιαίτερο. Δεν έρχονται απλώς «να δουν τι γίνεται». Ξέρουν γιατί έρχονται.
Θ: Και ναι, υπάρχει διασκέδαση, αλλά και στιγμές εσωστρέφειας. Υπάρχουν και πολιτικά και κοινωνικά μηνύματα. Μπορείς να τα γιορτάζεις αυτά. Δεν χρειάζεται μόνο να σε βαραίνουν.
Μ: Μεταφράζονται σε χαρά και ενέργεια.
- Άλλωστε, μιλάτε και για κοινωνικοπολιτικά θέματα στις συναυλίες και τους στίχους σας, και έχετε παραμείνει συνεπείς στην ανεξαρτησία της μουσικής σας. Μέσα στη DIY κουλτούρα, υπήρξε στιγμή που νιώσατε ότι «τα καταφέρατε»;
Θ: Υπάρχουν μικρές και μεγάλες στιγμές, αλλά πάντα υπάρχει συνέχεια. Κάποια πράγματα έχουν να κάνουν με το timing ή το «ρεύμα» της εποχής, αλλά στο τέλος ο καθένας χαράζει τον δρόμο του. Για εμάς, αυτό που κάνουμε είναι πρώτα απ’ όλα προσωπική ανάγκη και μετά έρχεται το μοίρασμα. Δεν το κάνουμε μόνο για εμάς. Όπως είπα και νωρίτερα, η εμπειρία ολοκληρώνεται στη συναυλία, σε αυτό το συγκεκριμένο timing. Οι δίσκοι υπάρχουν για να δίνουν τροφή, να σε θυμάται ο κόσμος, αλλά το live είναι το σημείο συνάντησης. Και το γεγονός ότι υπάρχουμε τόσα χρόνια ως μπάντες λέει πολλά, γιατί το πιο εύκολο πράγμα για ένα συγκρότημα είναι να διαλυθεί. Το να κρατάς μια μπάντα στον χρόνο σημαίνει ότι έχεις χτίσει κάτι ουσιαστικό, μια κοινότητα, έναν σκοπό. Αν κυνηγούσαμε την επιτυχία ή το χρήμα, θα ακολουθούσαμε έναν πολύ συγκεκριμένο δρόμο, και το ξέρουμε. Αλλά επιλέγουμε συνειδητά αυτό που κάνουμε. Θέλουμε να το μοιραζόμαστε με τον κόσμο, ανεξάρτητα από το πόσο «μεγάλο» θεωρείται. Γιατί η επιτυχία μπορεί να δημιουργήσει μια φούσκα, ένα κοινό που έρχεται και φεύγει γρήγορα. Ενώ το «πιστό» κοινό είναι αυτό που μένει: θα έρθει, θα ζήσει την εμπειρία, θα στηρίξει, θα επιστρέψει.
M: Αυτό είναι και η πρώτη μορφή επιτυχίας. Γιατί υπάρχει μια διαρκής απληστία γύρω από το τι σημαίνει «τα κατάφερα» και «είμαι επιτυχημένος». Ακόμα και τεράστια ονόματα, όπως οι Metallica, δεν σταματούν ποτέ να κινούνται σε αυτή τη λογική, δεν αρκούνται στο ότι έχουν ήδη κατακτήσει τα πάντα, συνεχίζουν να ψάχνουν το επόμενο βήμα, να επεκτείνουν τα όρια του τι σημαίνει επιτυχία. Δες, ας πούμε, μόνο στο φεγγάρι δεν έχουν παίξει (γέλια). Και εκεί είναι το ζήτημα, δεν υπάρχει πραγματικό τέλος σε αυτό. Η επιτυχία δεν είναι ένας σταθμός που τον φτάνεις και σταματάς, είναι κάτι που συνεχώς μετακινείται. Για μένα, η πιο ουσιαστική μορφή επιτυχίας είναι αυτό που μένει πίσω σου. Κάτι που συνεχίζει να υπάρχει όταν εσύ δεν θα είσαι εκεί, μια μορφή «αθανασίας» μέσα από τη μουσική, μέσα από τα ίχνη που αφήνεις. Από εκεί και πέρα, το να ολοκληρώνεις έναν δίσκο, να βλέπεις τη δουλειά σου να παίρνει μορφή, είναι μικρά κομμάτια αυτής της διαδρομής. Η επιτυχία δεν ορίζεται με έναν τρόπο· είναι διαφορετική για τον καθένα, ανάλογα με τις ανάγκες και τη ζωή του. Οικονομικά θα μπορούσε να σημαίνει να ζεις αποκλειστικά από τη μουσική, χωρίς άλλες δουλειές. Αλλά εμείς δεν ακολουθούμε αυτόν τον δρόμο, γιατί δεν θέλουμε να χάσουμε την αθωότητα της διαδικασίας. Από τη στιγμή που μπαίνεις σε μια καθαρά «βιομηχανική» λογική, είναι σαν να ξεκινά ένα ρολόι που μετράει αντίστροφα.

- Εσείς ζείτε από τη μουσική;
Θ: Ασχολούμαι αποκλειστικά με τη μουσική, αλλά όχι μόνο μέσω της μπάντας. Έχω δουλέψει σε όλο το φάσμα -από μικρά μαγαζιά μέχρι μεγάλες σκηνές- αλλά τα τελευταία 15 χρόνια κάνω πράγματα που αγαπώ.
Μ: Εγώ έχω και μια «κανονική» δουλειά. Σκληρή, αλλά σε φέρνει σε επαφή με την πραγματικότητα. Αυτό σου αλλάζει την οπτική — καταλαβαίνεις πόσο μικρά είναι τα καθημερινά μας προβλήματα.
- Με αφορμή το σχόλιο του Μάριου για τους Metallica, αν μπορούσατε να παίξετε οπουδήποτε, πού θα ήταν αυτό;
Μ: Παντού. Αλλά αν το πάμε πιο μακριά, θα είχε ενδιαφέρον και κάτι πιο ιδιαίτερο — ένας χώρος όπως εκείνη η σφαίρα στο Λας Βέγκας.
Θ: Ή και σε πιο «απρόσμενα» μέρη — όπως ο Λευκός Πύργος ή ο Παρθενώνας (γέλια).
Μ: Αν μπορούσα να προσθέσω και τον χρόνο, θα ήθελα να βρεθούμε σε μια άλλη εποχή, τότε που η μουσική άλλαζε ριζικά, που υπήρχε μια αθωότητα και μια ανάγκη για δημιουργία. Κάθε 20 χρόνια περίπου γίνεται μια μεγάλη αλλαγή, από το rock ‘n’ roll μέχρι την ηλεκτρονική μουσική και σήμερα με τα ψηφιακά μέσα.
- Νωρίτερα αναφερθήκατε και στη στήριξη του κοινού και το γεγονός ότι αγοράζει το merch και στηρίζει ενεργά, πράγμα που με κάνει να σκέφτομαι όλη τη συζήτηση για την εποχή μας και την ευκολία κατανάλωσης που παρέχουν οι ψηφιακές πλατφόρμες όπως το Spotify.
Θ: Ναι, αλλά ταυτόχρονα τρεντάρει και το «πανηγύρι». Δεν είναι μονοδιάστατο αυτό που γίνεται με το Spotify. Υπάρχει και μια επιστροφή σε πράγματα που παλιά δεν ακούγονταν τόσο. Αυτό, νομίζω, έχει να κάνει και με το TikTok. Κακά τα ψέματα, έχει δημιουργήσει και καλλιτέχνες. Υπάρχει μια «συνταγή», ακολουθείς κάποια βήματα και μπορεί να πετύχει. Και επηρεάζει μέχρι και τη δομή των τραγουδιών , πρέπει να «πιάσεις» τον ακροατή στα πρώτα δευτερόλεπτα. Πλέον ένα κομμάτι πρέπει σχεδόν να έχει ολοκληρωθεί μέσα στο πρώτο λεπτό.

- Σας επηρεάζει αυτό όταν γράφετε;
Θ: Φυσικά. Τουλάχιστον εμένα με επηρεάζει. Δεν σημαίνει ότι θα γράψω δέκα τραγούδια με την ίδια δομή, αλλά το σκέφτεσαι. Αν ήθελες να το ακολουθήσεις πλήρως, θα έβαζες το ρεφρέν κατευθείαν στην αρχή.
- Θάνο, πριν ανέφερες το «πανηγύρι». Το εννοείς κυριολεκτικά;
Θ: Ναι. Βλέπεις πλέον φεστιβάλ με χιλιάδες κόσμο στην Αθήνα να χορεύει Ικαριώτικο.Αυτό παλιά γινόταν μόνο τοπικά, σε χωριά. Τώρα έχει επιστρέψει δυναμικά. Είναι μια επιστροφή στην παράδοση.
- Προσπαθώ κι εγώ να καταλάβω αυτό το φαινόμενο (γέλια).
Θ: Είναι πολλοί οι παράγοντες. Οι μόδες έρχονται και φεύγουν. Κάποιες φορές κάτι που υπήρχε χρόνια «σκάει» ξαφνικά. Υπάρχουν μπάντες που δεν είχαν επιτυχία όταν ήταν ενεργές και αναγνωρίζονται πολύ αργότερα. Άλλες χτίζουν κοινό σιγά σιγά και κάποια στιγμή απογειώνονται. Δεν υπάρχει μία διαδρομή.
Μ: Σημασία έχει η διάρκεια. Να έχει βάθος στον χρόνο.
Θ: Ακριβώς. Γιατί οι μόδες κορένουν και περνούν.
Μ: Σκέψου ότι μουσική 50 ετών ακούγεται ακόμα σαν καινούργια. Αυτό είναι το ζητούμενο.
- Τι είναι αυτό που κράτησε τις μπάντες σας ζωντανές όλα αυτά τα χρόνια;
Μ: Είναι εσωτερική ανάγκη, δεν μπορείς να μην το κάνεις. Είναι δεύτερη φύση. Όπως κάποιος άλλος θα έπαιζε ποδόσφαιρο, έτσι κι εμείς κάνουμε μουσική. Ο δρόμος που πήρε όλο αυτό, ήρθε στην πορεία. Ακόμα κι αν δεν υπήρχε αυτή η μπάντα, θα υπήρχε κάποια άλλη μορφή μουσικής έκφρασης.
Θ: Συμφωνώ απόλυτα. Αν δεν ήταν αυτό, θα κάναμε κάτι άλλο σχετικό με τη μουσική. Αλλά νομίζω ότι η ερώτηση αφορά κυρίως το πώς μια μπάντα καταφέρνει να παραμένει ζωντανή στον χρόνο. Γιατί, ανεξάρτητα από το τι θα έκανε ο καθένας μόνος του, μέσα στη μπάντα δημιουργείται ένα community, μια πραγματική οικογένεια. Μπορεί τα μέλη να αλλάζουν μέσα στα χρόνια, κάποιοι να φεύγουν, άλλοι να έρχονται , αλλά διαμορφώνεται ένας «σκληρός πυρήνας» που στηρίζει την ιδέα και πιστεύει σε αυτό που κάνει. Εκεί βασίζεται και η συνέχεια. Πάνω σε αυτόν τον πυρήνα μπορούν να ενσωματωθούν καινούργιοι άνθρωποι, άλλοι πιο ενεργά, άλλοι πιο περιφερειακά, αλλά με τον δικό τους τρόπο.
Μ: Εδώ θα διαφωνήσω λίγο. Πιστεύω ότι παίζει ρόλο και το ποιος δίνει τον παλμό μέσα στη μπάντα. Αν αυτός χαλαρώσει, τότε ακολουθούν και οι υπόλοιποι, είναι σχεδόν ντόμινο. Τουλάχιστον εγώ το βλέπω έτσι, αν χαλαρώσω εγώ, δεν υπάρχει κάτι πίσω μου να με «σπρώξει». Γι’ αυτό θεωρώ ότι αυτός ο ρόλος είναι καθοριστικός.

- Σκεφτήκατε ποτέ να τα παρατήσετε;
Θ: Υπάρχουν δύσκολες στιγμές που το σκέφτεσαι. Αλλά ποτέ δεν έγινε πραγματική απόφαση. Ακόμα και στην καραντίνα συνεχίσαμε να βρισκόμαστε στο στούντιο, χωρίς να ξέρουμε αν θα παίξουμε live. Το κάναμε γιατί το είχαμε ανάγκη.
Μ: Υπάρχουν απογοητεύσεις, είναι μέρος της διαδικασίας. Άλλο να πέφτεις και να ξανασηκώνεσαι, κι άλλο να τα παρατάς. Πολλή μουσική γεννιέται μέσα από δύσκολες φάσεις. Είναι φυσιολογικό να αμφισβητείς τον εαυτό σου.
- Ποιο είναι το πιο σημαντικό μάθημα που πήρατε όλα αυτά τα χρόνια;
Θ: Ότι η μεγαλύτερη επένδυση είναι οι ανθρώπινες σχέσεις. Η μπάντα είναι πρώτα οι άνθρωποι και μετά όλα τα υπόλοιπα. Αν δεν μπορείς να μοιραστείς, να γελάσεις, να ονειρευτείς μαζί, δεν μπορείς να κάνεις και μουσική.
Μ: Για μένα, το μάθημα έχει να κάνει με τον χρόνο. Παλιά πιστεύαμε ότι έχουμε άπλετο χρόνο να δουλεύουμε πράγματα. Τελικά, ο χρόνος είναι πολύτιμος. Δεν θέλω να «κρατάω» κομμάτια για χρόνια. Πρέπει να αφήνονται πιο γρήγορα. Ο χρόνος είναι ο καλύτερος γιατρός, αλλά είναι και πολύ ακριβός.
- Ποια είναι η σχέση σας με τη νέα σκηνή, και το «μικρό» κύμα που λέγεται τραπ και ραπ;
Μ: «Μικρό» κύμα; Μιλάμε για τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία!
Θ: Είναι μια πραγματικότητα. Το TikTok έχει παίξει τεράστιο ρόλο. Υπάρχουν πράγματα που μας αρέσουν και άλλα που όχι, όπως σε κάθε είδος. Είναι σαν το φαγητό δεν σου αρέσουν όλα, αλλά δοκιμάζεις. Και η βιομηχανία παράγει και «fast food» μουσική, πράγματα που καταναλώνονται γρήγορα και ξεχνιούνται το ίδιο γρήγορα. Η μουσική χρειάζεται να σε ενδιαφέρει σε βάθος, αλλά σήμερα καταναλώνεται πολύ πιο εύκολα. Υπάρχουν ακροατές που την προσεγγίζουν πιο επιφανειακά, αλλά και άλλοι που ψάχνουν πραγματικά — θα δουν το εξώφυλλο, θα μπουν να διαβάσουν τους στίχους· πιο “φανατικοί” ακροατές, όπως ήμασταν κι εμείς όταν ήμασταν μικροί.

- Από την άλλη, η δική σας μουσική πατάει και σε βαθιές ρίζες — παράδοση, reggae, punk.
Θ:Ναι, αλλά υπάρχει διαφορά. Όταν ένα παραδοσιακό κομμάτι είναι ήδη γνωστό, η σύνδεση με το κοινό γίνεται πιο εύκολα. Όταν γράφεις κάτι δικό σου, η διαδρομή μέχρι να φτάσει στον άλλον είναι πολύ μεγαλύτερη.
- Ίσως γι’ αυτό τα πανηγύρια είναι τελικά τόσο δημοφιλή τελευταία, γιατί παρέχουν κάτι πιο άμεσο.
Θ: Ναι, αλλά έχουν και κάτι άλλο φέρνουν μαζί διαφορετικές ηλικίες. Μπορεί να δεις παππούδες και δεκαπεντάχρονα στο ίδιο κοινό. Αυτό είναι πολύ δυνατό στοιχείο.
- Μιας και μιλάμε για live. Πείτε μας για τις 25 Απριλίου. Τι να περιμένουμε;
Μ: Ένα δυνατό live στην Αθήνα. Οι μνήμες από τη Θεσσαλονίκη είναι ακόμα νωπές — και θέλουμε να γίνει το ίδιο χαμός.
Θ: Εκεί ο κόσμος ήταν ζεστός από την αρχή μέχρι το τέλος. Υπήρχε φοβερή ενέργεια και οι δύο μπάντες «έδεσαν» πολύ καλά. Αυτό θέλουμε να συμβεί και εδώ.
Μ: Θα έχουμε και κάποιους καλεσμένους-έκπληξη. Μετά ξεκινάμε διαδικασίες για νέο υλικό, έχουμε καλοκαιρινά φεστιβάλ και ετοιμάζουμε ένα μεγάλο live τον Σεπτέμβρη στην Τεχνόπολη.
Θ: Εμείς έχουμε σχεδόν έτοιμο τον νέο δίσκο. Ήδη παίζουμε τα περισσότερα κομμάτια live για να δούμε πώς λειτουργούν με τον κόσμο.
INFO: Σάββατο 25 Απριλίου 2026 AUX CLUB – Αθήνα
Doors open: 20:00
Show starts: 21:00
Early Birds: 10€ | cometogether.live
Προπώληση: 12€ | cometogether.live
Ταμείο: 15€






