Από τις 5 μέχρι τις 7 Ιουνίου, ο The Boy κάνει «κατάληψη» στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση και μας ταξιδεύει μέσα από κινηματογράφο, μουσική, installation και έκθεση φωτογραφίας στη δική του ερμηνεία της Αυστραλίας. Για όλα αυτά που ετοιμάζει και θα απολαύσουμε από την Κεντρική σκηνή μέχρι το -1 μας μίλησε και απάντησε σε όλες μας τις απορίες-ερωτήσεις.
- Η Στέγη συχνά φιλοξενεί υβριδικά θεάματα, αλλά εδώ έχουμε μια ταυτόχρονη συνύπαρξη συναυλίας, σινεμά και έκθεσης. Πόσο προκλητικό ήταν τεχνικά και δημιουργικά να συντονίσεις όλους αυτούς τους χώρους –από την Κεντρική Σκηνή μέχρι το -1– υπό ένα κοινό όραμα;
Νομίζω το πιο δύσκολο σε μια τέτοια διαδικασία είναι το ταίριασμα αυτών των διαφορετικών πεδίων και δράσεων και το να υπάρχει πραγματικός λόγος πίσω από κάθε επιλογή. Είναι πολύ εύκολο να πέσεις στην παγίδα του θεάματος χωρίς κάποια ουσία. Το να κάνω κάτι για την Αυστραλία ήταν χρόνια μέσα στο μυαλό μου οπότε η προσπάθεια εμένα και των συνεργατών μου ήταν στο να αποφύγουμε όσο το δυνατόν ευκολίες και στο να εστιάσουμε σε ιδέες που μας αφορούν και μας πείθουν.
- «Δεν ταξίδεψα ποτέ στην Αυστραλία». Ο τίτλος περιέχει μια ειλικρίνεια αλλά και μια πρόκληση. Γιατί επέλεξες μια χώρα που δεν έχεις επισκεφθεί ως το απόλυτο σκηνικό για το εσωτερικό σου «Outback»;
Δεν βρίσκω κάτι περίεργο στο ότι επιλέγω να ασχοληθώ με την Αυστραλία στην οποία δεν έχω πάει. Οι περισσότεροι άνθρωποι που φτιάχνουμε αφηγήσεις φανταζόμαστε κάτι που δεν το γνωρίζουμε πραγματικά είτε αυτό είναι μια άλλη εποχή παρελθοντική ή μελλοντική, είτε αυτό είναι ο θάνατος ή η ζωή ενός ανθρώπου διαφορετικής ηλικίας ή διαφορετικού φύλου από το δικό μας. Είναι πολύ βασικό στοιχείο της δημιουργίας το να μπαίνεις σε άλλα παπούτσια απ’ τα δικά σου. Το σημαντικό είναι για κάποιο λόγο που μπορεί να μην μπορείς να τον αρθρώσεις να υπάρχει κάτι για σένα εκεί.
- Η δική σου Αυστραλία είναι μια φαντασίωση που ξεκίνησε το 2013. Τι συνέβη εκείνη τη χρονιά που λειτούργησε ως σπίθα για αυτό το δεκαετές ψυχικό ταξίδι;
Μια μέρα έπεσα σε ένα άρθρο που μίλαγε για την ταινία Wake in fright. Είχε μόλις βγει απ’ την αφάνεια μετά από 40 χρόνια και είχε παιχτεί στις Κάννες μετά από προτροπή του Scorsese. Μου τραβηξε το ενδιαφέρον και την ίδια στιγμή βρήκα την ταινία και την είδα. Με το που τέλειωσε άρχισα να ψάχνω για το αυστραλιανό σινεμά και έπεσα πάνω στο Devil’s playground. Το βρήκα την ίδια στιγμή και το είδα. Με το που τέλειωσε και αυτό μέσα μου πήρα κατευθείαν την απόφαση ότι θα ασχοληθώ με τον αυστραλιανό κινηματογράφο, ότι θα μάθω τη χώρα μέσα απ’ τον κινηματογράφο της, ότι θέλω να δω και να μάθω τα πάντα γύρω από την Αυστραλία. Δεν μπορώ να εξηγήσω γιατί έγινε αυτό. Καθημερινά βλέπω πολλές ταινίες από πολλές χώρες. Νομίζω ότι όπως ερωτευόμαστε απότομα και δεν μπορούμε να εξηγήσουμε γιατί μας συνέβη, είναι κάτι που προκύπτει από κάποιο ένστικτο μέσα μας, έτσι και με εμένα κάτι μέσα μου με τράβηξε στην υπόθεση του αυστραλιανού κινηματογράφου και της terra australis incognita.

- Αναφέρεσαι στο "Ozploitation" σινεμά των 70s-80s. Τι είναι αυτό που σε γοητεύει στην ωμότητα και τη βία εκείνης της κινηματογραφικής περιόδου και πώς μεταφράζεται στη μουσική σου;
Θα διαχώριζα το Australian New Wave από αυτό το οποίο ονομάζουμε ανεπίσημα ozploitation και το οποίο είναι τα b movies που γυρίστηκαν εκείνη την περίοδο και κυκλοφορούσαν κυρίως στα drive-ins που είχαν μεγάλη παράδοση στην Αυστραλία μέχρι και τα τέλη των 80ς. Τα ozploitation όπως γενικότερα τα b movies είχανε πάντα μια παραπάνω ελευθερία, ήταν ταινίες που επειδή δεν παιζόντουσαν σε επίσημα κυκλώματα και κινηματογράφους Α’ προβολής κατάφερναν να ξεγλιστράνε από την λογοκρισία και από την κινηματογραφική κριτική. Στα αυστραλιανά b movies προτιμώ τις ταινίες bushranger που είναι το αυστραλιανό western και τα croc movies που είναι ταινίες τρόμου με κροκόδειλους. Στο αφιέρωμα που έχουμε ετοιμάσει παρουσιάζουμε το μεταποκαλυπτικό Dead End Drive-In του Brian Trenchard Smith, κατ’ εμέ το καλύτερο αυστραλιανό b movie καθώς και το αριστουργηματικό horror, Next of Kin του Tony Williams με το υπέροχο soundtrack του Klaus Schulze.
- Στην Κεντρική Σκηνή παρουσιάζεις μια «συναυλία οικολογικού τρόμου». Πώς ορίζεται ηχητικά ο οικολογικός τρόμος και τι ρόλο παίζει η αίσθηση της καταστροφής στη νέα σου δουλειά;
Ο οικολογικός τρόμος ή eco horror είναι ένα υποείδος του σινεμά τρόμου, το οποίο αναπτύχθηκε ιδιαίτερα στην Αυστραλία. Η φύση είναι ο βασικός πρωταγωνιστής στις περισσότερες αυστραλιανές ταινίες. Η σχέση των αβορίγινων με τη φύση προφανώς και είναι έντονη άλλα και των λευκών της Αυστραλίας είναι ιδιαίτερη γιατί ερχόντουσαν σε αυτή την τόσο ξεχωριστή ήπειρο από ευρωπαϊκες χώρες και αυτή η φύση ήταν κάτι πολύ ξένο για αυτούς. Υπάρχουν αναφορές για ένα σύνδρομο φόβου εξαφάνισης που είχαν στα τέλη του 19ου αιώνα και το οποίο είναι και η βασική θεματική του εμβληματικού Picnic at hanging rock. Επίσης οι ιμπρεσιονιστές ζωγράφοι της σχολής της Χαϊδελβέργης στη Μελβούρνη στα τέλη του 19ου αιώνα ήταν κυρίως Ευρωπαίοι που ερχόντουσαν στην Αυστραλία, ζούσαν στη φύση και ζωγράφιζαν en plain air. Όλα αυτά τα στοιχεία της προσωπικότητας της φύσης και της αίσθησης της καταστροφής υπήρχαν από παλιά στη δουλειά μου, όμως με την έκθεση μου στο έργο Αυστραλών καλλιτεχνών εντάθηκαν και εξελίχθηκαν.
- Η Δεσποινίς Τρίχρωμη λειτουργεί ως ο «συνδετικός ιστός» με τη μουσική της στους διαδρόμους και τα vocals στη σκηνή. Πώς επηρεάζει ο ένας τον κόσμο του άλλου σε αυτή τη μακροχρόνια συνεργασία;
Όπως σε κάθε μακροχρόνια συνεργασία –και ευτυχώς έχω την τύχη να έχω αρκετούς τέτοιους συνεργάτες– από ένα σημείο και μετά δεν διαχωρίζεται εύκολα το τι προσθέτει ο ένας και τι ο άλλος. Η μουσική δουλειά που έχει κάνει η Τρίχρωμη για αυτό που θα παρουσιάσουμε λειτουργεί σαν το αίμα στις φλέβες. Είναι ένα καινούργιο μουσικό άλμπουμ που ακούγεται σε όλους τους διαδρόμους και συνδέει τους χώρους και τις δράσεις.

- Στη συναυλία ακούμε a cappella παρεμβάσεις και «στοιχειωμένα ρεφρέν». Εγκαταλείπεις τον παραδοσιακό low-fi ηλεκτρονικό ήχο για κάτι πιο οργανικό και θεατρικό;
Δεν θα το έλεγα. Δεν νιώθω ότι κανω κάτι διαφορετικό. Τα ακαπέλα στοιχεία και μια κάπως προσωπική βερσιόν του τι σημαίνει μιούζικαλ υπάρχουν στις δουλειές μου από πολύ παλιά πιστεύω.
- Στο -1 προβάλλεται η νέα σου ταινία «Μαραλίνγκα Μανινγκρίντα Μανταμαρού». Τι συμβολίζουν αυτά τα ονόματα και πώς συνδέονται με τη λούπα των κοριτσιών (Μιράντα, Μάριον κ.λπ.) που βλέπουμε στο έργο;
Τα ονόματα αυτά είναι περιοχές στην Αυστραλία. Οι γυναίκες της ταινίας συνδέονται με τα χαμένα κορίτσια του Picnic at hanging rock και με την περίπτωση της Joan Lindsay, η συγγραφέας που έγραψε το ομώνυμο βιβλίο στο οποίο βασίστηκε η ταινία. Η ταινία είναι μια ατέλειωτη μεσημεριανή σιέστα. Ένα κόλλημα στον χρόνο με ένα κείμενο που μιλάει για την Αυστραλία.
- Το αφιέρωμα στο Αυστραλιανό Νέο Κύμα στη Μικρή Σκηνή είναι το πρώτο στην Ελλάδα. Με ποια κριτήρια έγινε η επιλογή των 21 ταινιών; Υπάρχει κάποια που θεωρείς ότι καθόρισε την αισθητική σου ως σκηνοθέτη;
Η επιλογή των ταινιών του αφιερώματος ήταν πολυ δύσκολη για μένα. Ονειρεύομαι αυτό το αφιέρωμα εδώ και μια δεκαετία. Έχω σχεδιάσει επανειλλημένα εκδοχές του μεγαλύτερες και μικρότερες. Οι επιλογές είναι προφανώς αγαπημένες μου ταινίες που θεωρώ οτι καλύπτουν αρκετές περιοχές του αυστραλιανού κινηματογράφου των 70ς-80ς. Ήθελα σίγουρα να αποφύγω να φέρω ταινίες που έχουν παιχτεί ξανά και ξανά. Προτιμησα ταινίες που μπορούν να ξεκινήσουν μια νέα κουβέντα γύρω απ’ τον αυστραλιανό κινηματογράφο.
- Η ταινία μικρού μήκους “Night fall in the Ti-Tree” λειτουργεί ως εισαγωγή. Γιατί επέλεξες το φορμάτ της μικρής διάρκειας για να «καλωσορίσεις» τον θεατή στο σύμπαν σου;
Η ταινία αυτή είναι ακριβώς αυτό. Ένα καλοσώρισμα στον κόσμο που φτιάξαμε. Είναι ένα διλεπτο pixilation animation φιλμ που ενώνει τις bushranger ταινίες εκδίκησης των 80s με το ποίημα Night Fall in the Ti-Tree, που υπήρξε η βάση για ένα πανέμορφο παιδικό βιβλίο που κυκλοφόρησε το 1905 από την Violet Teague και την Geraldine Rede.
- Η συνεργασία με τον εικαστικό Κωνσταντίνο Λαμπρίδη φέρνει στη σκηνή το «Κέλυφος». Πώς η γλυπτική και τα αντικείμενα ακαθόριστης μορφής επηρεάζουν τον τρόπο που ερμηνεύεις τα τραγούδια σου;
Ο τρόπος που ο Κωνσταντίνος χειρίζεται τις ιδέες και τις υφές, ο σεβασμός και οι γνώσεις του για τα υλικά πάντα με ενδιαφέρει και με συγκινεί. Και αυτός όπως και εγώ προσπαθεί να πειράξει κάτι γνώριμο μέσα μας.

- Η Φλομαρία Παπαδάκη εμφανίζεται ως κεντρική φιγούρα σε πολλές δράσεις. Είναι η «μούσα» αυτού του project ή ένας καθρέφτης του δικού σου alter ego;
Η Φλομαρία είναι το κεντρικό πρόσωπο της αφήγησης στον ρόλο της Μιράντα και την ίδια στιγμή η χορογράφος της συναυλίας. Δεν είναι μούσα ή alter ego. Είναι ένας άνθρωπος που εμπιστεύομαι τυφλά σε αυτό που θα προτείνει και θα φέρει σε κάθε δουλειά.
- Η έκθεση της Μυρτώς Τζίμα περιλαμβάνει σπασμένα κάδρα και μισοκομμένες φωτογραφίες. Γιατί αυτή η ανάγκη για την αισθητική του «υπό διάλυση» και του ημιτελούς;
Δεν το σκέφτομαι προσωπικά ως υπό διάλυση ή ως ημιτελές. Συγκεκριμένα αυτό που είναι υπό διάλυση είναι οι τοίχοι και που πίσω από αυτούς εκτίθενται οι φωτογραφίες. Η έκθεση είναι μέρος μιας συνολικότερης εγκατάστασης που περιλαμβάνει και σκηνικά του Λαμπρίδη και τη μεγάλου μήκους ταινία μου. Αυτά τα έργα αλληλοσυμπληρώνονται σε έναν χώρο που ονομάζεται “Η Μιράντα στο Mulberry Hill”. Η Μιράντα ήταν η κεντρική ηρωίδα που εξαφανίστηκε στο Picnic at hanging rock και το Mulberry Hill είναι η ονομασία του σπιτιού που έζησε η Joan Lindsay, συγγραφέας του βιβλίου.
- Στο δελτίο τύπου αναφέρεται ότι «η Αυστραλία εδώ δεν είναι τόπος, είναι καθρέφτης». Τι είδους παραμόρφωση ελπίζεις να δει ο επισκέπτης για τον δικό του εαυτό φεύγοντας από τη Στέγη;
Δεν μπορώ να ξέρω πώς λειτουργεί ο κάθε άνθρωπος και να προβλέψω το πώς και το αν θα μετακινηθεί κάτι μέσα του. Μπορώ μόνο να σκιαγραφήσω τις δικές μου μετακινήσεις.
- Έχεις κυκλοφορήσει πάνω από 25 άλμπουμ και 7 ταινίες. Νιώθεις ότι αυτό το τριήμερο στη Στέγη είναι μια σύνοψη της μέχρι τώρα πορείας σου ή μια οριστική ρήξη με το παρελθόν;
Τίποτα απ’ τα δύο. Είναι άλλη μία στάση μέχρι την επόμενη, που θα ‘λεγε και ο Γκάλης. Δεν νιώθω ποτέ την ανάγκη να συνοψίσω κάτι, ούτε να επικοινωνώ με το τι έχω κάνει στο παρελθόν. Το μοναδικό που με ενδιαφέρει κάθε φορά είναι όσο γίνεται να είμαι ειλικρινής με το τι είμαι και τι νιώθω τη συγκεκριμένη περιόδο που κανω την κάθε δουλειά.
- Μετά από ένα τόσο immersive takeover, ποιο είναι το επόμενο βήμα; Θα επιστρέψεις στην «κανονικότητα» της Αθήνας ή η Αυστραλία θα συνεχίσει να κατοικεί μέσα σου;
Η σχέση με την Αυστραλία και το ενδιαφέρον μου για αυτήν δεν προέκυψε για αυτό το πρότζεκτ. Είναι κατι που συνεχίζει μέχρι κανείς δεν ξέρει πότε. Η Αθήνα έτσι κι αλλιώς δεν σταματάει να τρυπώνει σε ό,τι κάνω, ακόμα και σε αυτές τις δράσεις.
Διάβασε περισσότερα: The Boy: Προβολές, συναυλία, έκθεση & installations στη Στέγη






