Πριν καν ανοίξει το μαγνητόφωνο και αρχίσουν οι «επίσημες» ερωτήσεις, βρεθήκαμε με τον Βαγγέλη Καρζή από κοντά. Όχι σε κάποια αποστειρωμένη συνάντηση με καφέδες και small talk, αλλά στο backstage του live αφιερώματος LEMMY LIVES – Motörhead, εκεί όπου ο ιδρώτας, ο θόρυβος και η ένταση λένε πάντα περισσότερα από τις λέξεις. Κι εκεί, πάνω στη σκηνή, έβαλε και ο ίδιος τη σφραγίδα του. Αυτό που μου τράβηξε αμέσως την προσοχή δεν ήταν το βιογραφικό (αυτό άλλωστε μιλά από μόνο του) αλλά η ευγένεια και η εσωτερική απλότητα με την οποία κινείται, σαν άνθρωπος που έχει δει πολλά, αλλά δεν νιώθει την ανάγκη να τα διαφημίσει.
Ύστερα από χρόνια πορείας μέσα και έξω από τα όρια του metal, ο Βαγγέλης δεν μοιάζει να έχει πια κάτι να αποδείξει. Έχει όμως πολλά να πει. Έχοντας περάσει από μπάντες-σταθμούς όπως οι Rotting Christ και οι Wolfheart, και όντας η κινητήρια δύναμη πίσω από τους Full House Brew Crew, μιλά με τη σιγουριά κάποιου που έμαθε τη βιομηχανία από μέσα, αλλά συνειδητά αρνείται να της μοιάσει. Δεν τον ενδιαφέρει η πόζα, ούτε το ασφαλές μονοπάτι. Τον ενδιαφέρει η αλήθεια της στιγμής.
Το νέο άλμπουμ των Full House Brew Crew, Glasgow Grin, είναι ένα state of mind: ωμό, ειλικρινές, συνειδητά ατελές. Ένα χαμόγελο με σπασμένα δόντια, που δεν προσπαθεί να κερδίσει συμπάθεια, αλλά να σταθεί όρθιο. Σε αυτή τη συνέντευξη μιλάμε για το τι σημαίνει να παραμένεις underdog ακόμα κι όταν έχεις «γράψει χιλιόμετρα», γιατί η τελειότητα είναι συχνά παγίδα, και πώς η εξέλιξη δεν χρειάζεται να ισοδυναμεί με συμβιβασμό. Μια κουβέντα χωρίς φίλτρα, όπως ακριβώς και η μουσική του.

- Έχοντας περάσει από Rotting Christ και Wolfheart, τι έμαθες για τη δύναμη μιας μπάντας που εφάρμοσες συνειδητά στους Full House Brew Crew και τι φρόντισες να μην μεταφέρεις;
Το βασικότερο συστατικό είναι να είσαι ενεργός για πολλά χρόνια στον χώρο, να μη περιμένεις με ένα ή δύο άλμπουμ να τα καταφέρεις. Θέλει χρόνο και δουλειά, γιατί η βιομηχανία είναι πάρα πολύ απαιτητική. Θα ήταν λάθος να κρίνω κάποιο ελάττωμα αυτών των μπαντών, ειδικά των Wolfheart, που έχουμε μια τόσο ακέραια σχέση τόσα χρόνια.
- Στο "Free Fall" δηλώνετε ξεκάθαρα «αν ψάχνεις την τελειότητα, προσπέρασε». Είναι αυτό statement απέναντι στη βιομηχανία ή απέναντι στον ίδιο σας τον εαυτό;
Θα έλεγα στη βιομηχανία. Εμείς ήδη το ξέρουμε (γέλιο). Η αλήθεια είναι ότι λίγη επιρροή ασκούμε και έτσι έχουμε τη δυνατότητα να πούμε ό,τι κι αν αισθανόμαστε.
- Το Rise Of The Underdogs και τώρα το Glasgow Grin μοιάζουν σαν κεφάλαια του ίδιου βιβλίου. Πότε ένας underdog παύει να είναι underdog και γίνεται μέρος του συστήματος που πολεμά;
Ποτέ. Αν από underdog γίνεις το σύστημα, τότε μιλάμε για διπρόσωπο. Αν απλά γίνεις μεγαλύτερος στον χώρο σου, είναι απλά αποδεκτό, γιατί είναι πιθανή ροή των πραγμάτων.
- Οι στίχοι σου επιστρέφουν διαρκώς σε προσωπικές αδικίες και εσωτερικές μάχες. Από το Bet It All μέχρι το Glasgow Grin, ποια εκδοχή του Βαγγέλη θα κοίταζε με καχυποψία την τωρινή σου γραφή;
Καμία. Μέχρι τώρα ό,τι έχω γράψει με αντιπροσωπεύει, με πολύ λίγες εξαιρέσεις που ίσως να δυσκολευτώ κι εγώ να τις βρω. Κάποια από τα θέματα ήταν πιο σχετικά εκείνη την περίοδο, αλλά όλα με προσπάθεια να έχουν καλό γούστο.
- Το Glasgow Grin περιγράφεται ως «βίαιο state of mind». Τι σε εξόργισε αρκετά ώστε να μεταφραστεί σε άλμπουμ και όχι απλώς σε μια κακή περίοδο που πέρασε;
Δεν μου αρέσει να λέω τέτοιου είδους λεπτομέρειες. Θέλω οι ακροατές να βγάλουν τα δικά τους συμπεράσματα. Για μένα είναι μία πιο ελεύθερη περίοδος, η οποία μεταφράστηκε έτσι. Αυτή η ελευθερία μου έφερε τα δικά της συναισθήματα.

- Το metal μιλάει για αντίσταση, αλλά είναι και ένα είδος το οποίο λειτουργεί συχνά σαν φυλακή αισθητικής. Έχεις νιώσει ποτέ ότι πρέπει να απολογηθείς επειδή δεν είσαι «αρκετά metal»;
Όχι, ποτέ. Δεν ένιωσα κάποια πίεση από κάπου, ούτε από την μπάντα μεταξύ μας ούτε από τους οπαδούς. Κάποιοι γουστάρουν κάποια στυλ μας περισσότερο, αλλά μέχρι εκεί.
- Δουλέψατε για πρώτη φορά με τον Saku Moilanen. Τι άλλαξε στον ήχο σας όταν κάποιος ουσιαστικά σας είπε «εδώ μην κρατηθείτε» και σας έδωσε άδεια να τα σπάσετε όλα;
(Γέλιο), όχι, ούτε καν. Είχαμε λίγο χρόνο, δυστυχώς. Η απόφαση είχε παρθεί με την εταιρεία να μπούμε και πιο δυνατά αν θέλουμε, και αυτό κάναμε. Ο Saku είναι πολύ καλός μου συνεργάτης από τους Wolfheart. Η συνεργασία ήταν πιο απλή. Πήρε αυτό που του στείλαμε και μας ανέβασε το επίπεδο πολύ ψηλά.
- Τι σε τρομάζει περισσότερο σήμερα; Το να επαναλάβεις τον εαυτό σου ή το να ξυπνήσεις μια μέρα και να μη αναγνωρίζεις πια τη μπάντα που δημιούργησες;
Και τα δύο, θα έλεγα. Αν και στο τέλος, όσο και να προσπαθήσουμε σαν μπάντα να αλλάξουμε, θα υπάρχει κοινό σημείο με τον ήχο μας. Προτιμώ σίγουρα να μη παίξω το ίδιο τραγούδι.
- Την Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου επιστρέφετε στην Αθήνα, στη σκηνή του Arch, για να γιορτάσετε την κυκλοφορία του νέου σας άλμπουμ Glasgow Grin μαζί με τους Hidden In The Basement και τους Eternal. Τι θα ζήσει το κοινό αυτή τη βραδιά;
Είναι μία πολύ σημαντική μέρα για εμάς, γιατί είμαστε πλέον πολλά χρόνια στον χώρο και θέλουμε να δώσουμε μια φανταστική βραδιά για όποιον έρθει. Έχουμε γυρίσει πρόσφατα από την ευρωπαϊκή μας περιοδεία και ξέρουμε ότι έχει ανέβει το επίπεδο.









