Αν έχει τύχει να πέσει το αυτί σου σε κάποιο από τα κομμάτια του Amalia, θα έχεις σίγουρα καταλάβει πως πρόκειται για μια αρκετά ιδιαίτερη περίπτωση καλλιτέχνη της εγχώριας εναλλακτικής σκηνής. Aκούει Nick Cave, Morissey, Leonard Cohen και Dylan, ενώ διαποτίζει τις συνθέσεις του με έντονα indie/folk στοιχεία και στίχους που προβληματίζουν και φωτίζουν έναν εσωτερικό διάλογο γύρω από φλέγοντα ζητήματα, όπως η ταυτότητα, ο έρωτας, η αβεβαιότητα κι η απαιτητική διαδικασία της ενηλικίωσης.

Pixel

Με αφορμή, το debut album του amalia??? που κυκλοφόρησε την Παρασκευή 17 Μαΐου, βρεθήκαμε σε ένα αγαπημένο στέκι των Εξαρχείων, για να μιλήσουμε για την αγάπη του για τη μουσική, για το Tik Tok, για τη Eurovision, καθώς και για όλα όσα συντέλεσαν στην κυκλοφορία του πρώτου του βαθιά προσωπικού project μετά από τέσσερα ολόκληρα χρόνια.

«Είχα πολύ μουσική σπίτι όπως καταλαβαίνεις και λόγω του πατέρα μου ο οποίος είναι ραδιοφωνικός παραγωγός. Μια απ’ τις πρώτες αναμνήσεις μου, είναι το WOMAD Festival, είχε γίνει αρχές του 2000 στην Αθήνα, ένα τεράστιο μουσικό φεστιβάλ και τότε λοιπόν δούλευε στη διοργάνωση ο πατέρας μου κι ήμασταν εκεί όλη μέρα. Ημούν 4-5 χρονών και θυμάμαι χαρακτηριστικά ένα συγκρότημα που είχε μόνο τύμπανα, μου είχε φανεί πολύ εντυπωσιακό αυτό. Θυμάμαι ακόμα, ότι πηγαίναμε από μικροί στον Ιωαννίδη, στην Αρβανιτάκη, στον Σαββόπουλο. Για μένα ο Αλκίνοος ας πούμε, είναι μια μορφή που μου άρεσε και το πως μιλούσε και το τι έκανε επί σκηνής κι ένιωσα μια ταύτιση μεγάλη με αυτόν. Ξεκίνησα πρακτικά να ασχολούμαι με τη μουσική στο τέλος του δημοτικού, όταν έδωσα κι εξετάσεις στο Μουσικό Γυμνάσιο/Λύκειο της Παλλήνης .Έπιασα λοιπόν πριν καν περάσω μια κιθάρα του πατέρα μου στα χέρια μου, άρχισα να μαθαίνω να παίζω και κάπως έτσι, όλο αυτό συνεχίστηκε μέχρι τώρα. Ακόμα έχω ανάγκη να γράφω στίχους και το οτιδήποτε γενικά. Μου αρέσει να γράφω κείμενο. Είχα υλικό από πολύ μικρή ηλικία να καταναλώσω και να πάρω, λόγω και της μητέρας μου που είναι καθηγήτρια αγγλικών».

Μιλάμε, για μια δισκογραφική κυκλοφορία με πολύ προσωπικό τόνο, ωστόσο μού ‘ρχεται στο μυαλό ότι αρχικά υπήρχε η ιδέα του ότι πίσω απ’ αυτή τη δημιουργία κρυβόταν μια μπάντα κι όχι μόνο ένας άνθρωπος. Ποιοι είναι τελικά οι The Architects;

«Ήθελα να βρω παιδιά να παίζουμε μαζί τη μουσική μου live κι έπεσα τυχαία πάνω σε φοιτητές αρχιτεκτονικής. Δεν ήταν όμως ποτέ μπάντα ακριβώς αυτό. Προσπάθησα να το κάνω κάποια στιγμή, αλλά επειδή είμαι κι εγώ πολύ συγκεντρωτικός άνθρωπος δημουργικά, θέλω να ναι δηλαδή η μουσική μου και οι στίχοι μου. Και ξέρεις, αν ο άλλος δεν τυχαίνει να συμβαδίζει ακριβώς μαζί σου και να νιώθεις ότι μπορεί να σε πλαισιώσει κάπως, λογικό είναι και να μην συγκλίνεις. Μετά ήταν και η πανδημία, χαθήκαμε. Φίλοι είμαστε μη φανταστείς, δεν έχει συμβεί κάτι απλά δεν έκατσε. Ωστόσο, είναι μια διαδικασία αφού βάλεις το όνομα στο Spotify, να το αλλάξεις γιατί χάνεις followers οπότε δεν το άλλαξα».

Μου έδωσε ομολογουμένως, καταπληκτική πάσα να τον ρωτήσω αν όντως οι streaming πλατφόρμες τελικά βοηθούν έναν ανεξάρτητο κι όχι τόσο ευρέως γνωστό μουσικό, να «ξεχωρίσει» ανάμεσα στις χιλιάδες επιλογές που εναλλάσσονται με ιλιγγιώδη ταχύτητα καθημερινά στα ακουστικά όλων μας.

«Στην προώθηση του υλικού μου σίγουρα ναι. Το “Love is in my Room” μέσα απ’ το Spotify έπιασε πολύ. Είχε πάρει πάρα πολλά streams, κάποια στιγμή είχα δει περισσότερα streams από Τουρκία φαντάσου, παρά από Ελλάδα. Κι ήταν από λίστες και ραδιοφωνικούς σταθμούς που είχε συμπεριληφθεί. Το άλμπουμ, που βγήκε τώρα, μπήκε σε μια λίστα γερμανική. Βοηθά σίγουρα στο να ακουστεί η μουσική σου πολύ περισσότερο. Είναι άλλο όμως το κομμάτι του να με ακούν 500 άνθρωποι στην Κωνσταντινούπολη, 1000 στην Αθήνα και το να παίζω live γιατί εκεί σκέφτομαι εν τέλει ποιος πραγματικά θα ενδιαφερθεί να έρθει. Οκ ακούω ένα τραγούδι σου και το έχω βάλει σε μια λίστα μου. Αυτό χτίζεται, θέλει όγκο δουλειάς που ακολουθεί από πίσω. Γι’ αυτό μου πήρε και 4 χρόνια. Μου έλεγαν μη βγάλεις δίσκο, ο κόσμος δεν ακούει πλέον δίσκους. Αν δεν έχεις μια δισκογραφική εταιρεία να σε εκπροσωπεί ή αν δεν έχεις εσύ ο ίδιος ένα μεγάλο κεφάλαιο να ρίξεις και να μη σε νοιάζει, καθυστερούν όλα».

Κάπου εκεί παρατηρώ ότι είχε διπλωμένες πάνω στο τραπέζι που καθόμασταν, δύο εφημερίδες. Δεν κρατήθηκα να μην το σχολιάσω, αφού είχα πάρα πολύ καιρό να δω κάποιον της γενιάς μου να διαβάζει εφημερίδα, γεγονός που με ξάφνιασε ευχάριστα. Μου λέει ότι γενικά του αρέσει πολύ το έντυπο κι η αίσθησή του. «Επίσης, ξέρεις όταν διαβάζεις έντυπα γνωρίζεις ποιος έχει γράψει αυτά που διαβάζεις, το πολιτικό πρόσημο του κάθε φύλλου, υπάρχει μια διαφορετική επιμέλεια στα κείμενα. Στα social media, είναι λίγο χαοτικό το πράγμα. Διαβάζεις πολλές φορές κάτι και δεν έχεις την πραγματική εικόνα ή όλη τη γνώση για το από που προέρχεται».

«Κάποιος που δεν σε έχει ακούσει, γιατί πρέπει να το κάνει;»

«Το πιο αυθόρμητο που μου έρχεται να σου πω, είναι ότι δεν πρέπει. Κάποιος που δεν το έχει κάνει, είναι ίσως λόγω της μελωδίας. Ασχολούμαι πολύ με αυτό το σκέλος, μ’ αρέσει να βάζω μελωδίες στο μπάσο, όπου μπορώ θα βάλω μελωδία. Αυτό είναι το χαρακτηριστικό μου μουσικά. Επίσης οι στίχοι, είναι κάτι το βασικό. Εάν δεν έχω ένα αφήγημα απ’ τα πράγματα που με απασχολούν στη ζωή μου, δε μπορώ να γράψω».

Τον ρωτώ τι τον απασχολεί σε αυτό τον δίσκο. «Είναι μια ταυτοτική αναζήτηση γενικότερα, όχι μόνο λόγω του φύλου. Υπάρχουν κομμάτια που γράφτηκαν όπως σου είπα με μεγάλη απόσταση μεταξύ τους. Π.χ. για το όταν είμαι 20 χρονών, ποιος τελικά είμαι, πως στέκομαι απέναντι στους άλλους σε ηθικό επίπεδο, στις σχέσεις μου. Έχει τραγούδια που έχουν να κάνουν με το να παλεύεις να μην είσαι εγωιστής -ξεκίνησα με το αρνητικό φοβερό, με το πως να διαχειριστείς πράγματα τα οποία προκύπτουν και προσπαθείς να τα κρίνεις ως σωστά ή λάθος, τι αποφάσεις θα πάρεις. Μέχρι και πιο φιλοσοφικές αναζητήσεις, το τελευταίο κομμάτι έχει και πιο πολιτικό χαρακτήρα. Με δισταγμό το λέω αυτό γιατί δυσκολεύομαι πολύ να πω τι σημαίνει προβληματίζομαι πολιτικά το 2024 εντός του θεάματος, γιατί η μουσική εντάσσεται σε αυτό».

Η κουβέντα αρχίζει να στρέφεται προς την πολιτικοποίηση ειδικά στον τομέα της μουσικής. Φτάνουμε στο θέμα της Eurovision και του λέω πως για εμένα είναι ξεκάθαρα ένας διαγωνισμός με πολιτικές συνιστώσες κάποιες φόρες πιο έκδηλες άλλες όχι τόσο, ακόμα κι αν καθολικά προβάλλεται με το πρόσχημα ενός διαγωνισμού που προωθεί την ισότητα απέναντι στη μουσική.

«Αυτό που λες καταρχάς από μόνο του είναι πολιτικό ναι. Το ότι μας ενώνει, δηλαδή, ένας τόσο abstract όρος όπως είναι η μουσική είναι μια ιδεολογική δήλωση».

Εστιάζω λίγο παραπάνω στον αντίποδα του αν η Eurovision λόγω της απήχησης που έχει, μπορεί να βοηθήσει παρά τον πολιτικό της χαρακτήρα, στην προβολή διαφορετικής μουσικής και στην ορατότητα των non-binary ατόμων, όπως έγινε στην περίπτωση του Nemo.

«Eγώ έχω έναν γενικότερο προβληματισμό ο οποίος μπορεί να είναι και τρελά εξειδικευμένος, επειδή το θέμα της ταυτότητας είναι αρκετά προσωπικό για εμένα. Ο περισσότερος κόσμος αυτό που μας νοιάζει αυτή τη στιγμή, είναι να καταλάβει τα πιο απλά πράγματα περί ταυτότητας και φύλου, να το συνηθίσει γιατί η συνήθεια είναι κάτι σημαντικό κι εκεί πιστεύω βοηθάει η Eurovision. Για εμένα, όσο εκθέτεις ποικιλία ανθρώπων που ανήκουν σε ένα φάσμα πέραν του δυαδικού είναι καλό γιατί το συνηθίζει ο κόσμος. Τώρα το τι καταλαβαίνει, εάν βλέπει ένα πράγμα και λέει αυτό είναι μόνο, είναι μεγάλη κουβέντα. Αυτό που με προβλημάτισε πιο πολύ ωστόσο, είναι το τραγούδι που βγήκε ως τραγούδι κι εντάσσεται σε ένα γενικότερο πλαίσιο, το οποίο είναι το πως παράγεται η μουσική σήμερα. Ξεκινάει κάπως, και μέχρι να καταλήξει κάπου έχει περάσει ενδιάμεσα κι από ένα-δύο διαφορετικά είδη. Νιώθω ότι αυτό είναι μια τάση που επικρατεί πλέον, αυτό το ότι κάνουμε λίγο απ’ όλα ταυτόχρονα χωρίς να λαμβάνουμε μια θέση αισθητικά. Κι επειδή ταυτίζω την αισθητική με την ηθική, κάπως με ενοχλεί. Ζούμε εντελώς στην εποχή του TikTok. Παράγω δηλαδή μουσική για το TikTok κι όχι γιατί θέλω να γράψω ένα τραγούδι για να αφηγηθώ μια ιστορία, που θα έχει μια δομή. Μπορεί να ακούγομαι πολύ συντηρητικός που τα λέω αυτά, δεν ξέρω. Δεν ήταν μόνο το Nemo, κι η Μαρίνα Σάττι είχε μια τέτοια προσέγγιση και γενικά υπάρχει αυτή η τάση. Είναι ένας αισθητικός κατακερματισμός για εμένα αυτός, ο οποίος αντανακλά τα προβλήματα της εποχής και το πως λειτουργεί πλέον η κοινωνία».

Η ανάγκη μας δηλαδή πια είναι μόνο το να δείχνουμε κάτι φαινομενικά καλό κι εύπεπτο, υπερκαλύπτοντας έτσι ίσως μια σάπια πραγματικότητα; Μπορεί ναι, και συμφωνούμε σε αυτό. Συμβαίνουν όμως και κάποιες αλλαγές, που ενδεχομένως και να ξεπερνούν τις πολιτικές σκοπιμότητες και να εξυπηρετούν μια γενική θετική μεταβολή; Πρόσφατα η χώρα μας πήρε ξεκάθαρη θέση, υπέρ του γάμου και της τεκνοθεσίας ομόφυλων ζευγαριών, με τη ψήφιση του σχετικού νομοσχεδίου. Θέλω να μου αναλύσει τη σκέψη του πάνω σε αυτό το γεγονός και πως το ερμηνεύει για τα εγχώρια δεδομένα.

«Κοίτα αυτό δεν είναι τυχαίο και συμβαίνει συχνά αν παρατηρήσεις και στην Ευρώπη. Συχνά περνιέται αυτός ο νόμος από δεξιές και ακροδεξιές κυβερνήσεις. Εγώ δε θεωρώ ωστόσο ότι η κυβέρνηση ήθελε να δείξει ή να κάνει κάτι άλλο απαραίτητα, ρίχνοντας στάχτη στα μάτια του κόσμου. Αυτά τα ζητήματα τα οποία είναι identity politics, έχουν ενταχθεί πλήρως στον φιλελεύθερο καπιταλισμό, μια λέξη που εδώ που τα λέμε την πετάμε παντού και δεν ξέρουμε και τι σημαίνει, εγώ τουλάχιστον δεν ξέρω ακριβώς. Έχω ασχοληθεί να βρω ορισμό και δεν έχω βρει μόνο έναν, δεν είναι κι απλό. Θεωρώ το πώς είναι η κοινωνία όμως πλέον, δεν έχει να κάνει με το αν θα μπορούν να παντρεύονται τα gay ζευγάρια, δε λέει κάτι αυτό για μια κοινωνία γενικότερα αναφορικά με το ποια είναι πράγματι η ιδεολογία της σε όλο το φάσμα. Γιατί σου είπα, εδώ και χρόνια ο φιλελευθερισμός το έχει απορροφήσει αυτό το θέμα του γάμου, το έχει εντάξει στο πρόγραμμά του απλώς στην Ελλάδα είμαστε λίγο πίσω. Καλώς έγινε και γίνεται φυσικά, αλλά δεν τρελαινόμαστε με αυτήν την αλλαγή, σχετικά με το που πάει ο κόσμος. Είναι ένα ζήτημα τόσο τεράστιο αυτό. Ο τρόπος που κυβερνάται ο κόσμος σε σχέση με 200-300 χρόνια πριν είναι ανεπανάληπτος. Τεράστια κουβέντα κι έχουμε ακόμα πολύ δρόμο».

Κάνοντας ένα πισωγύρισμα στο θέμα της μουσικής και του ζητώ να μοιραστεί κάποια insights για εγχώριους καλλιτέχνες. «Λοιπόν, εκτιμώ πολύ τον Οδυσσέα Τζιρίτα που παίζουμε και μαζί, και γράψαμε κι ένα κομμάτι του δίσκου το “A Nervous Tic”, μαζί. Προτείνει κάτι, και γενικώς προτείνει πράγματα και αισθητικά το οποίο είναι πολύ σημαντικό. Μ’ αρέσουν πολύ οι Whereswilder, οι Youth Valley, o Jef Maarawi, o Aki Rei τον οποίο θεωρώ πολύ καλό μουσικό. Τον έχω δει και σε live και πραγματικά τα κάνει όλα μόνος του».

Ο Amalia έχει κυκλοφορήσει το εξαιρετικό ντεμπούτο amalia??? το οποίο μπορείτε να ακούσετε σε όλες τις streaming πλατφόρμες.

Διαβάστε επίσης:
Amalia & The Architects - amalia??? (album review)

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured