Ο Ray Bradbury (Γουόκεγκαν, Ιλινόι 1920 – Λος Άντζελες 2012) ήταν ο Μπόρχες της λογοτεχνίας του φανταστικού. Ένας εξαιρετικός αφηγητής, ένας δημιουργός αυτόνομων λογοτεχνικών σύμπαν, ένας ποιητής στο μεταίχμιο του πιθανού και του απίθανου.

Η λογοτεχνική καριέρα του καλύπτει έξι δεκαετίες, αφήνοντας ένα εντυπωσιακό έργο από μυθιστορήματα, δοκίμια, θεατρικά έργα, σενάρια για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση και πολλές συλλογές διηγημάτων. Στα γνωστότερα έργα του συγκαταλέγονται τα "Φαρενάιτ 451", "Τα χρονικά του Άρη", "The October Country", "Ο εικονογραφημένος άνθρωπος", "Το Κρασί του θέρους", "Κάτι κολασμένο έρχεται προς τα δω", κ.ά. Έγραψε επίσης το σενάριο για την κινηματογραφική διασκευή του "Μόμπι Ντικ" με σκηνοθέτη τον John Huston.

 “Το κρασί του θέρους” (Άγρα, 2023, μτφρ. Βασίλης Δουβίτσας) είναι το κρασί από πικραλίδες που ο νεαρός ήρωας Ντάγκλας Σπώλντινγκ, το μυθιστορηματικό προσωπείο του συγγραφέα, εμφιαλώνει κάθε χρόνο με τον παππού του. Στη ζεστή και μαγευτική φύση του Ιλλινόι, αυτό το καλοκαίρι δεν είναι ίδιο με τα άλλα, έχει ιδιαίτερη γεύση, είναι το τελευταίο από τα παιδικά του καλοκαίρια. Ζαλισμένος από τη γλυκιά μέθη του κρασιού, ο αφηγητής παρατηρεί όντα και πράγματα που το περίγραμμά τους φαίνεται ξαφνικά διαφορετικό. Η μαγεία και η συναισθησία εισβάλλουν σε αυτή τη λαμπερή φύση. Και γίνεται η μεταμόρφωση, το τέλος της αθωότητας, η αρχή της εφηβείας.  Μια ποιητική αφήγηση από τα θραύσματα της αποσπασματικής μνήμης που προσπαθεί να ξαναβρεί το θαύμα της παιδικής ηλικίας μέσα στις ξεχασμένες αναμνήσεις.

Το μυθιστόρημα γράφτηκε το 1957, αφού είχαν προηγηθεί τα μεγάλα έργα που καθιέρωσαν τον Bradbury ως έναν από τους κορυφαίους εκπροσώπους της λογοτεχνίας του φανταστικού:

“Τα χρονικά του Άρη” (Άγρα, 2011, μτφρ. Δημήτρης Αρβανίτης), με πρόλογο του Jorge Luis Borges, είναι ένα κλασικό έργο της λογοτεχνίας του 20ού αιώνα. Μέσα από αλληλένδετες, σε χρονολογική σειρά ιστορίες, ένας πραγματικός δεξιοτέχνης στην αφήγηση παραδίδει ένα διαγαλαξιακό έπος. Ο πλανήτης Άρης του Bradbury είναι τόπος ελπίδας, ονείρων και ποιητικής μεταφοράς -κρυστάλλινες κολόνες και απολιθωμένες θάλασσες-, όπου ένα λεπτό πέπλο σκόνης καλύπτει τις μεγάλες άδειες πόλεις ενός σιωπηρά κατεστραμμένου πολιτισμού. Αυτόν τον τόπο λοιπόν έρχονται οι εισβολείς από τη Γη να τον λαφυραγωγήσουν και να τον εμπορευματοποιήσουν, να τον αναπτύξουν και να τον μάθουν, φέρνοντας μαζί τους τους πανάρχαιους φόβους τους και τις πιο μύχιες επιθυμίες τους. Ο άνθρωπος της Γης κατακτά τον Άρη και κατακτιέται με τη σειρά του από τον Κόκκινο Πλανήτη

Ο εικονογραφημένος άνθρωπος” (Άγρα, 2021, μετφρ: Βασίλης Δουβίτσας) είναι ένας περιπλανώμενος, που όλο του το σώμα είναι ένας ζωντανός καμβάς με εξωτικά τατουάζ. Το ακόμα πιο αξιοσημείωτο, και διαρκώς πιο ενοχλητικό, είναι ότι οι ίδιες οι εικονογραφήσεις είναι κατά έναν μαγικό τρόπο ζωντανές. Όμως, ο Εικονογραφημένος Άνθρωπος έχει προσπαθήσει να κατακάψει τις εικονογραφήσεις του. Έχει δοκιμάσει γυαλόχαρτο, οξύ κι ένα μαχαίρι. Διότι, όταν δύει ο ήλιος, οι εικόνες αστράφτουν σαν κάρβουνα, σαν διασκορπισμένα διαμάντια. Τρεμοπαίζουν και ζωντανεύουν. Oι φιγούρες ενεργοποιούν τις ιστορίες τους –φωνές υψώνονται, μικρές και απαλές, προλέγοντας το μέλλον.

To “Φαρενάιτ 451” (Άγρα, 2012, μτφρ. Βασίλης Δουβίτσας), γνωστό και από την κινηματογραφική μεταφορά του François Truffaut, αφηγείται μια ιστορία για την εξουσία που θέλει να εξαλείψει την προηγούμενη ανθρώπινη μνήμη, για τη λογοκρισία και τους ανθρώπους που την αψηφούν. Ο κεντρικός ήρωας Γκάυ Μόνταγκ ήταν πυρονόμος και η δουλειά του ήταν να βάζει φωτιά. Το απολάμβανε να βάζει φωτιά. Δεν τον προβλημάτιζε τίποτε έως ότου συνάντησε ένα δεκαεπτάχρονο κορίτσι που του μίλησε για το παρελθόν, για τον καιρό που οι άνθρωποι δεν φοβόνταν. Και κατόπιν συνάντησε έναν καθηγητή που του μίλησε για το μέλλον, για τις μέρες που οι άνθρωποι θα μπορούν να σκέφτονται.

Τέλος, για τη συλλογή διηγημάτων “Πέθανε ο σκύλος, κατά τ' άλλα όλα καλά” (Άγρα, 2010, μτφρ. Βασίλης Δουβίτσας), έχει γραφτεί ότι «ο Ray Bradbury είναι ένας ρομαντικός της παλιάς σχολής, ένας απαράμιλλος αφηγητής, που έχει την ικανότητα να φανταστεί και να περιγράψει ένα δυστοπικό μέλλον. Μπορεί να προκαλέσει νοσταλγία για ένα μυθικό χρυσό παρελθόν, αλλά και να σας κάνει να αναρριγήσετε με τις ιστορίες τρόμου».

Μιλήσαμε με τον Βασίλη Δουβίτσα, de facto μεταφραστή του Ray Bradbury στα ελληνικά.

 Θα ήθελα αρχικά να τοποθετήσουμε θεματικά και υφολογικά “Το κρασί του θέρους” στην εργογραφία του Ray Bradbury. Δημοσιεύεται το 1957. Έχουν προηγηθεί ορισμένα από τα κορυφαία έργα του: τα σπονδυλωτά μυθιστορήματα “Τα χρονικά του Άρη” (1950) και “Ο εικονογραφημένος άνθρωπος” (1951), το “Φαρενάιτ 451” (1953) και η συλλογή διηγημάτων “The October Country” (1955). Διακρίνεις εδώ ίσως τη διάθεσή του για μια πρόσκαιρη στροφή από τη λογοτεχνία του φανταστικού σε μια αφήγηση περισσότερο ρεαλιστικού ύφους;

 Κατά τη γνώμη μου, όχι. Η λογοτεχνία του φανταστικού εξακολουθεί να κυριαρχεί κι εδώ, το βιβλίο διατρέχει μια μαγευτική ατμόσφαιρα, έστω κι αν στη συγκεκριμένη περίπτωση η υπόθεση είναι τοποθετημένη σε έναν παρελθόντα χρόνο και τόπο (γιατί κι ο τόπος είχε σβήσει πλέον), σε αντίθεση με τα περισσότερα άλλα βιβλία του. Τα πρόσωπα που πλαισιώνουν τους ήρωες Ντάγκλας και Τομ, οι γονείς τους, οι παππούδες, οι γείτονες, ο φίλος τους που φεύγει, δίνονται με μια μαεστρική αφήγηση, μέσα από τα μάτια και τη φαντασία των δυο «πιτσιρικάδων», λαμβάνοντας μη ρεαλιστικές διαστάσεις. Αυτό είναι και το αξιοθαύμαστο στην πλοκή του βιβλίου.

Μια στροφή ωστόσο διαφαίνεται στο ότι για πρώτη φορά μετά το “Φαρενάιτ 451” υπάρχει σαφής πλοκή μυθιστορήματος, με συγκεκριμένους χαρακτήρες. Ούτε “Τα χρονικά του Άρη” ούτε “Ο εικονογραφημένος άνθρωπος” είναι μυθιστορήματα. Μπορεί για εμπορικούς λόγους να βαφτίστηκαν ως τέτοια, αλλά στην πραγματικότητα είναι συλλογές διηγημάτων με κάποια χαλαρή συνδετική ουσία, τον πλανήτη Άρη το πρώτο και το εύρημα των τατουάζ το δεύτερο. Κι επίσης, μπορεί αυτό να είναι το πιο αυτοβιογραφικό από τα βιβλία του, αλλά κι εδώ δεν θα μάθουμε πολλά για το τι πράγματι ήταν ή έκανε ο νεαρός Bradbury– διαβάζουμε μονάχα πώς τον παρουσιάζει ο μεγαλύτερος εαυτός του να βλέπει τον κόσμο, το οποίο βεβαίως είναι μυθοπλαστικό.

bradbury_theros

Θα το χαρακτήριζες «μυθιστόρημα ενηλικίωσης», με δεδομένο ότι ο κεντρικός ήρωας (Ντάγκλας) είναι ένα νεαρό παιδί;

Θα ήταν αν κυκλοφορούσε μαζί με το ακυκλοφόρητο έως το 2006 «ταίρι» του (“Farewell Summer), αλλά φάνηκε υπερβολικά μεγάλο στους εκδότες του. Στην παρούσα μορφή του, θα έλεγα ότι είναι ένα τσακ πριν από αυτό. Το καλοκαίρι στο οποίο διαδραματίζεται όλο το βιβλίο είναι το τελευταίο του ήρωα πριν τον κατακλύσουν οι εφηβικές ορμές. Πότε με τα μάτια του Ντάγκλας και πότε με αυτά του μικρότερου αδερφού του, του Τομ, η αφήγηση ακολουθεί μια παιδική φαντασία που παλεύει να αντιληφθεί, να συμφιλιωθεί, αλλά συγχρόνως και να μείνει μακριά από τον κόσμο των ενηλίκων. Γιατί βέβαια ο συγγραφέας γνωρίζει πως το επόμενο καλοκαίρι κι όλα τα επόμενα δεν θα ήταν ποτέ ξανά τόσο ανέμελα. Οι ιστορίες με τη συνειδητοποίηση του θανάτου,την απώλεια του κολλητού και θαυμαστού φίλου και διάφορες άλλες απώλειες στη διάρκεια του καλοκαιριού προοικονομούν αυτή την πορεία προς την εφηβεία. Επίσης, το coming-of-age διαφέρει ενίοτε από αυτό που εμείς στην Ελλάδα εννοούμε ενηλικίωση.

Παρόλα αυτά, ψήγματα science fiction εμφανίζονται και εδώ. Ο Ντάγκλας θέτει συνεχώς ερωτήματα στον εαυτό του για τη φύση του χρόνου, ενώ σε κάποιο σημείο λέει σε μια φίλη του ότι επιθυμεί να κατασκευάσει μια «μηχανή ευτυχίας».

Δεν υπάρχουν τυπικά στοιχεία science fiction, όπως και ευρύτερα στο έργο του (δεν θα πάψω να το επισημαίνω αυτό), αν θεωρήσουμε science fiction την αφήγηση μιας κοινωνίας στο μέλλον με ανθρώπους που έχουν υποστεί «βελτιώσεις» χάρη στην τεχνολογία ή κάνουν χρήση προηγμένων εργαλείων. Εδώ υπάρχει ένα δέος για την επιστήμη και συγχρόνως υπαινιγμοί για τη χρήση της. Η Μηχανή Ευτυχίας που ζητά ο Ντάγκλας από τον «τρελό εφευρέτη» Λήο είναι το αίτημα του απλού ανθρώπου που απορεί γιατί όλες οι εφευρέσεις του ανθρώπου καταλήγουν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο να στρέφονται εναντίον του. Και βέβαια, ο εφευρέτης στο βιβλίο δεν καταφέρνει να φτιάξει αυτή τη Μηχανή, γιατί ίσως είναι εκ προοιμίου αδύνατο κάτι τέτοιο.

Όσο για τον χρόνο, ο ήρωάς μας εντυπωσιάζεται από το πόσο γρήγορα περνάνε τα καλοκαίρια, σε αντίθεση με τους ατελείωτους χειμώνες. Πόσο αυθεντικά παιδική αίσθηση του χρόνου!

Παρεμπιπτόντως, μιας και ανέφερες για φίλη του, ο Ντάγκλας δεν κάνει παρέα με κορίτσια, καθώς αυτά συνιστούν ακόμα ένα άλλο σύμπαν, ίσως εξίσου απρόσιτο με αυτό των ενηλίκων.

Είναι συγχρόνως και ένα σχόλιο πάνω στην επιφανειακή ευμάρεια της αμερικανικής κοινωνίας πριν από το Κραχ του 1929; Εκτυλίσσεται άλλωστε στη δεκαετία του 1920...

Ναι, εκτυλίσσεται ακριβώς πριν από το Κραχ, το καλοκαίρι του 1928. Μετά η οικογένεια Bradburyτα μάζεψε και πήγε στο LA, όπως συνέβη μαζικά στην αμερικανική κοινωνία που εγκατέλειψε την επαρχία, την περίοδο της Μεγάλης Ύφεσης (1929-39). Όμως, η πρότερη κατάσταση δεν σήμαινε απαραίτητα και ευμάρεια. Σήμαινε αισιοδοξία, σίγουρα, και ραγδαίες αλλαγές στην καθημερινότητα των ανθρώπων. Εμένα με παραπέμπει πάντως και σε αντίστοιχες αφηγήσεις, π.χ. ελληνικές, στο μεταίχμιο της νεωτερικότητας, αγροτικών κοινοτήτων όπου εκ των υστέρων συναντάμε κι εκεί μια νοσταλγία και αναπόληση για την εντύπωση της αυτάρκειας και της σύνδεσης με τη φύση.

Ποιον συμβολικό ρόλο έχει στο μυθιστόρημα το «κρασί από πικραλίδες»;

Την αλληγορία την αναφέρει και ο ίδιος ο συγγραφέας στην εισαγωγή, που γράφτηκε μεταγενέστερα, το 1974, αλλά και μέσα στην αφήγηση γίνεται σαφής. Είναι όλες οι εικόνες, οι αναμνήσεις ενός καλοκαιριού συγκεντρωμένες σε κάποια μπουκάλια («ένα για την καθεμία μέρα»), έτσι ώστε να επανέρχεται σε αυτές ο ήρωάς μας στις δύσκολες μέρες του χειμώνα που ακολουθεί.

Να αναφέρω εδώ όμως και κάτι άλλο. Μιας και το βιβλίο είναι τοποθετημένο χρονικά στο έτος 1928 (τότε ο συγγραφέας ήταν οχτώ ετών, ενώ ο ήρωάς του, ο Ντάγκλας, λίγο μεγαλύτερος), θα πρέπει να επισημάνουμε ότι στις ΗΠΑ ήταν η περίοδος της Ποτοαπαγόρευσης (1920-33). Παρόλα αυτά, η οικογενειακή παράδοση της ζύμωσης του κρασιού καλά κρατεί. Κι αυτό γιατί το συγκεκριμένο κρασί φτιάχνεται από πικραλίδες και θεωρείται ότι έχει ευεργετικές ιδιότητες και φαρμακευτική χρήση.Και τι ωραία που ακούγεται στα αγγλικά η λέξη dandelion: ντάντελαϊον! (Γι’ αυτό αποφεύχθηκε και η αμήχανη πίκρα των πικραλίδων στον ελληνικό τίτλο.)

Υπάρχουν κοινοί τόποι ανάμεσα στο “Κρασί του θέρους” και στο αμέσως επόμενο μυθιστόρημα του Bradbury, το “Κάτι κολασμένο έρχεται προς τα δω” (1962);

Βέβαια. Και στα δύο η αφήγηση εκτυλίσσεται στη φανταστική Γκρην Τάοουν, που είναι η μετωνυμία της γενέτειρας του συγγραφέα, ενώ πρωταγωνιστές είναι και πάλι δύο αγόρια με τις περιπέτειές τους. Η αλήθεια είναι πως η συνέχεια του “Dandelion Wineείναι ένα βιβλίο που καθυστέρησε δεκαετίες να κυκλοφορήσει και τελικά εκδόθηκε το 2006 με τίτλο “Farewell Summer, όπως προανέφερα.Αυτό ήταν και το «μυθιστόρημα ενηλικίωσης», καθώς ο ήρωας του “Dandelion Wine, ο Ντάγκλας, ήταν πλέον 13 (τον Οκτώβρη του 1929) καιέφηβος με βούλα. Τα τρία αυτά βιβλία αποτελούν την άτυπη «τριλογία της Γκρην Τάουν».

Πιστεύεις ότι ως μυθιστόρημα με νεαρούς ήρωες, το οποίο έχει μια έκκεντρη θέση στη λογοτεχνία του φανταστικού, προοικονομεί αντίστοιχα έργα όπως το “The Body” (“Stand By Me”) του Stephen King, το οποίο δημοσιεύτηκε το 1982;

Δεν το γνωρίζω το συγκεκριμένο βιβλίο (την κινηματογραφική μεταφορά του  ίσως να την έχω δει αλλά έναν αιώνα πριν). Απ’ ό,τι διάβασα, ένας φίλος του King τον κατηγόρησε για λογοκλοπή στο συγκεκριμένο. Ο Ray πάλι όχι.

Θα ήθελα να μας μιλήσεις ξεχωριστά για ορισμένα από τα πιο σπουδαία έργα του. Ας ξεκινήσουμε με “Τα χρονικά του Άρη”, παρόλο που δεν είναι δική σου μετάφραση. Πιστεύεις ότι ήταν μια συνειδητή προσπάθεια εκ μέρους του Bradbury να δομήσει ένα μπορχεσιανό λογοτεχνικό σύμπαν, έστω και στο πλαίσιο της science fiction;

Δεν ξέρω αν ο Bradbury είχε διαβάσει Borges μέχρι τότε. Το αντίστροφο γνωρίζουμε βέβαια πως ισχύει, μιας και ο Αργεντινός έγραψε τον πρόλογοστην ισπανική μετάφραση του βιβλίου που κυκλοφόρησε το 1955. Πέρα από αυτή την προφανή σύνδεση, όμως, ίσως να υπάρχουν και ευρύτερες, πιο λογοτεχνικές, καθώς οι δύο συγγραφείς διακατέχονται από κάποιες κοινές αγωνίες: την ταυτότητα του ανθρώπου σε μια μελλοντική κοινωνία, το βέλος του χρόνου, αλλά και τον ρόλο της λογοτεχνίας και των βιβλίων σε ένα περιβάλλον που όλο και περισσότερο απομακρύνεται από την ανάγνωση λόγω της ορμητικής επέλασης της –κάθε είδους–οθόνης. Επίσης, θα πρέπει να επισημάνουμε άλλο ένα κοινό στοιχείο των δύο συγγραφέων, που είναι η σαφής προτίμησή τους για τη μικρή φόρμα, το διήγημα. Το αν το λογοτεχνικό σύμπαν των δύο συγγραφέων έχει αναλογίες δεν μπορώ να το κρίνω. 

b

Θεωρείς ότι “Ο εικονογραφημένος άνθρωπος”, από την άλλη, θα μπορούσε να ενταχθεί σε μια λογοτεχνική παράδοση που αγκαλιάζει τη δυσμορφία και γενικά την ετερότητα, από τον «Καμπούρη» του Ουγκώ έως τον «Άνθρωπο-Ελέφαντα»; Ήταν αυτός ο σκοπός του συγγραφέα; Να αναδείξει δηλαδή τη διαφορετικότητα στον αντίποδα του ομοιομορφισμού και της –καπιταλιστικής τυποποίησης;

Ο ήρωας που έδωσε τον τίτλο στο συγκεκριμένο βιβλίο, σύμφωνα με τον συγγραφέα, ήταν μια χιουμοριστική, γκροτέσκα απεικόνιση ενός χαρακτήρα του τσίρκου, που υπήρξε από τα αγαπημένα του θέματα. Αυτά σε ό,τι αφορά το διήγημα καθαυτό, που δεν περιλήφθηκε στις ιστορίες του βιβλίου.

Ως προς το εισαγωγικό κείμενο του βιβλίου στο οποίο πρωταγωνιστεί ο ίδιος ήρωας, νομίζω πως λειτουργεί ως μηχανισμός αντίστοιχος ενός θεατρικού για την εξέλιξη της αφήγησης αφενός και ως εύρημα για τη σύνδεση των επιμέρους διηγημάτων σε ενιαίο βιβλίο αφετέρου. Γενικότερα, στα διηγήματά του συναντούμε αντίστοιχους χαρακτήρες, γκροτέσκους ή μη, αλλά εμένα περισσότερο στον τρελό του χωριού, του κάθε χωριού, με παραπέμπουν. Με αυτή την έννοια ίσως να υπάρχει η περιέργεια ή ακόμα και μια έλξη για την ετερότητα, αλλά πάντα σε προνεωτερικό πλαίσιο. Τις νύξεις του συγγραφέα για τον καπιταλισμό και τους οδοστρωτήρες του τις συναντάμε συχνά, αλλά νομίζω όχι στο συγκεκριμένο. Μάλλον χλευασμό θα διέκρινα στη μόδα των τατουάζ που εδώ μας ήρθε με μεγάλη καθυστέρηση. Είναι όμως μια θεμιτή ανάγνωση κι αυτή. 

bradbury_eikonografhmenos_page_1

Παραμένοντας στο ίδιο έργο, το κάθε τατουάζ στο σώμα του ήρωα ζωντανεύει μια ιστορία ή ίσως την προλέγει. Παρόλες τις προσπάθειές του, ο «Eικονογραφημένος άνθρωπος» δεν μπορεί να τις σβήσει, όπως ένας άνθρωπος δεν μπορεί να σβήσει αυτά που έχει κάνει στο παρελθόν και που επηρεάζουν το παρόν του. Μπορεί να είναι δική μου αυθαίρετη ανάγνωση, αλλά τα ζωντανά αυτά τατουάζ με παραπέμπουν στις προφητείες των τριών μαγισσών στο Μακμπέθ...

Όλες οι αναγνώσεις θεωρώ πως είναι θεμιτές κι αυτή είναι η μαγεία της τέχνης (και του λόγου), άλλωστε. Παίρνεις αυτό που εσύ αντιλαμβάνεσαι κάθε φορά, αλλιώς τα βιβλία θα συνοδεύονταν από τα «λυσάρια» των σχολικών μας χρόνων για το τι θέλει να πει ο ποιητής.

Οι μάγισσες από το Μακμπέθ πρωταγωνιστούν σε δύο από τις ιστορίες του βιβλίου («Οι εξόριστοι» και «Η μπετονιέρα»), ενώ έχουν δώσει και τον τίτλο στο μυθιστόρημά του, Κάτι κολασμένοέρχεται προς τα δω. Στο σαιξπηρικό έργο, ωστόσο, οι μάγισσες προφητεύουν την άνοδο του Μακμπέθ στον θρόνο και κατ’ ουσίαν επηρεάζουν τις πράξεις και το μέλλον του. Τα τατουάζ του εικονογραφημένου ανθρώπου, από την άλλη, είναι μάλλον ταμπλό βιβάν. Δεν καθοδηγούν, δεν υποβάλλουν, απλώς αφήνουν την αφήγηση να εκτυλιχθεί.

Το “Φαρενάιτ 451” αποτελεί, προφανώς, μια έγκαιρη προειδοποίηση απέναντι στην Αστυνομία της Σκέψης και μια έκκληση για την αναγκαιότητα διατήρησης της ιστορικής μνήμης (πρωταρχικός σκοπός των βιβλίων). Θα ήθελα να δούμε την επίδραση του βιβλίου, όχι μόνο στη λογοτεχνία. Στη μουσική, ας πούμε, όπως στην περίπτωση των Zounds, με τον «Τρελό Πυροσβέστη», που αντί να σβήνει, προκαλεί πυρκαγιές. Θα ήθελα επίσης τη γνώμη σου για την κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου από τον François Truffaut και ποια ήταν η γνώμη του ίδιου του Bradbury για την ταινία.

Ας ξεκινήσω από το τέλος. Απ’ ό,τι έχω διαβάσει, ο Bradbury ήταν εν γένει ικανοποιημένος από τη μεταφορά του βιβλίου, με μια επιφύλαξή του για την παράξενη επιλογή να δοθούν στην Julie Christie δύο ρόλοι, που μάλιστα είναι κόντρα στο βιβλίο, της αφελούς συζύγου και της επαναστάτριας έφηβης. Εμένα προσωπικά δεν με ενθουσίασε η ταινία, αλλά σχεδόν πάντα το αισθάνομαι αυτό όταν έχω διαβάσει πρώτα το βιβλίο. Δεν μου άρεσε επίσης ο Oskar Werner στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Από την άλλη, ο Τρυφώ δούλεψε μια πολύ πειστική ατμόσφαιρα, αν και είναι προφανές ότι τον δυσκόλεψαν οι χολυγουντιανές προδιαγραφές, ενώ ήταν και η πρώτη του αγγλόφωνη ταινία.

Σε ό,τι αφορά την ευρύτερη επίδραση του βιβλίου, για τους Zounds δεν είχα κάνει τη σύνδεση παρότι έχω το βινύλιο, και σε ευχαριστώ για αυτήν, αλλά πιθανώς ούτε η ίδια η μπάντα να είχε υπόψη το βιβλίο. Στο site τους ο frontman, Steve Lake, αναφέρει ότι ο σχεδιαστής Cliff Harper το είχε κάνει αρχικά για ένα περιοδικό με τον τίτλο Anarchy και πως το συνδύασαν με μια απεργία των πυροσβεστών στη Βρετανία. Ο σχεδιαστής, από την άλλη, μάλλον ήξερε καλύτερα. Θυμήθηκα επίσης, με αυτή την ευκαιρία, από πού πήρε ένας φίλος dj το καλλιτεχνικό του ψευδώνυμο.

Θα έλεγα πως πέρα από την όποια επίδραση είχε το βιβλίο σε επιμέρους ανθρώπους, αν μείνουμε στις απερίφραστες επιρροές, ανάμεσα σε τόσα τραγούδια που έχουν αναφορές στον τίτλο ή στους ήρωές του (αλλά και στο Λαγωνικό Ρομπότ ενίοτε), θα ξεχώριζα ασφαλώς την ταινία του Michael Moore, “Fahrenheit  9/11”, και το ομώνυμο του βιβλίου τραγούδι των Hawkwind του 1982.

1086-bradbury-farenait-451

Σε σχέση με το προηγούμενο, ο Bradbury έχει γράψει μια μνημειώδη φράση, που αντικατοπτρίζει τους τρόπους επιβολής της εξουσίας: «Όσον καιρό ο πολύς κόσμος δεν ενδιαφέρεται για παραθέματα από τη “Μάγκνα Κάρτα” κι από το Σύνταγμα, όλα θα είναι εντάξει»...

Ένα πολύ σημαντικό στοιχείο του “Φαρενάιτ 451” είναι ότι δεν απεικονίζει τον ολοκληρωτισμό από τα πάνω προς τα κάτω (δεν αναφέρονται στην αφήγηση κυβερνώντες κ.λπ., σε αντίθεση π.χ. με τον Όργουελ), αλλά το πώς αναπτύσσεται και θεριεύει χάρη στην παθητική αποδοχή των πολιτών. Νομίζω πως ειδικά εμείς στη χώρα μας, που λειτουργήσαμε για μια δεκαετία ως δοκιμαστικός σωλήνας μιας κατ’ ουσίαν έξωθεν προερχόμενης ολοκληρωτικής διακυβέρνησης δίχως εναλλακτική (ΤΙΝΑ) και φάγαμε και ως κερασάκι της τούρτας την περίοδο COVID, το βιώσαμε και το βιώνουμε αυτό πολύ καλά. Για κάθε δικαίωμα που παρακολουθούμε αδρανείς να τσαλαπατιέται, βάζουμε όλοι μας λιθαράκι στο χτίσιμο του τείχους που μας αποκλείει από τη ζωή. Και το πιο επικίνδυνο θεωρώ πως είναι να χρησιμοποιεί κανείς ως δικαιολογία της αδράνειας και της παραίτησης την πεποίθηση ότι μέχρι να έρθει η «παναθρώπινη» (αν και όταν…), δεν έχουν νόημα οι επιμέρους διεκδικήσεις στο υπάρχον σύστημα.

Θα μας πεις δυο λόγια και για τη συλλογή διηγημάτων “Πέθανε ο σκύλος, κατά τ' άλλα όλα καλά”;

 Η συγκεκριμένη είναι μια από τις πολλές συλλογές διηγημάτων του, που έχουν ως χαρακτηριστικό την ποικιλία των θεματικών και των προσεγγίσεων (λογοτεχνία φανταστικού και τρόμου, τύποις science fiction, αισιοδοξία, χλευασμός, ειρωνεία). Για μένα το βιβλίο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή ήταν το πρώτο του Bradbury που μετέφρασα αλλά και η πρώτη μου συνεργασία με την Άγρα. Ακριβώς επειδή η δυνατή φόρμα του συγγραφέα υπήρξε το διήγημα, από αυτή τη συλλογή μπορεί να πάρει κανείς μια καλή ιδέα για το μπραντμπερικό σύμπαν.

0978-bradbury_skylos

Ποια άλλα βιβλία του θα ήθελες να μεταφράσεις; Είτε πρόκειται για έργα που δεν έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά είτε για έργα που θεωρείς ότι θα χρειάζονταν μια πιο επικαιροποιημένη μετάφραση;

Θα ήταν ενδιαφέρον να ολοκληρώναμε την «τριλογία της Γκρην Τάουν», αλλά αυτές οι αποφάσεις, όπως ξέρεις, είναι αποκλειστικά εκδοτικές.

Πέραν του Bradbury, γενικότερα θεωρώ πως τα περισσότερα μεταφρασμένα βιβλία που έχουν κυκλοφορήσει πριν από το 2000 χρειάζονται επικαιροποίηση, τόσο λόγω των τεχνολογικών εργαλείων που έχουμε πλέον στη διάθεσή μας (και δεν εννοώ τα μεταφραστικά, αλλά τον εντοπισμό της πληροφορίας), όσο και για την ίδια τη γλώσσα τους.

Η πρόζα του Bradbury διαθέτει μια ποιητικότητα που σπάνια συναντά κανείς σε άλλον συγγραφέα της λογοτεχνίας του φανταστικού, ίσως μόνο στην Ursula Le Guin ή στη Margaret Atwood. Σε συνδυασμό με τα θέματά του, ήταν η λεπτοδουλεμένη γλώσσα του αυτό που σε ώθησε να καταπιαστείς με τα έργα του; Ποιες είναι οι κύριες μεταφραστικές δυσκολίες που παρουσιάζει ως συγγραφέας;

Καταρχάς, ο μόνος που με ώθησε να καταπιαστώ με τον Bradbury ήταν ο εκδότης, ο Σταύρος Πετσόπουλος. Εγώ δεν τον γνώριζα καλά και ακόμα και τώρα εξακολουθώ να εκπλήσσομαι συχνά από το έργο του. Θα έλεγα, κάπως πρόχειρα και με την απόσταση του χρόνου πλέον, πως δύο είναι οι βασικές δυσκολίες στη μετάφραση των βιβλίων του: οι κρυφοί «διάλογοί» του με την παγκόσμια λογοτεχνία (φράσεις που μπορεί να παραπέμπουν στον Shakespeare, στον Poe, στον Melville ή στον Όμηρο) και οι μεθυστικές εικόνες τοπίων της φύσης που παρεμβάλλει στην αφήγηση. Σε ό,τι αφορά τις δεύτερες, είναι ένας μαιτρ της ένθεσής τους και τον είχα ακούσει μάλιστα σε μια συνέντευξή του να λέει ότι είχε δημιουργήσει ένα μεγάλο απόθεμα τέτοιων εικόνων, τις οποίες ανέσυρε κατά περίπτωση στα διηγήματά του. Αυτό είναι ένα πολύ καλό μάθημα για νέους συγγραφείς, που μπορεί να έχουν μια έξοχη ιδέα για βιβλίο, αλλά χρειάζεται να βάλουν και πολλή δουλειά στο χτίσιμο της αφήγησής του. Η συγγραφή, όπως και η μουσική σύνθεση, είναι μια δουλειά πολύ απαιτητική και δεν αρκεί το ταλέντο μονάχα.

 Μεταφράζεις κάποιον άλλο συγγραφέα αυτό τον καιρό;

 Ναι, αλλά δεν μπορώ να γίνω πιο συγκεκριμένος. Μετέφρασα πρόσφατα τους υπότιτλους για τη θεατρική διασκευή ενός καταπληκτικού μυθιστορήματος της Πολωνής νομπελίστριας Όλγκα Τοκάρτσουκ, που κυκλοφορεί και στα ελληνικά, το “Οδήγησε το αλέτρι σου πάνω από τα οστά των νεκρών”. Συνιστώ ανεπιφύλακτα και το βιβλίο και την παράσταση.

Εκτός από πεπειραμένος μεταφραστής, έχεις εργαστεί επί πολλά χρόνια και ως rock μουσικοκριτικός. Άκουσες τελευταία κάτι που να σε ενθουσίασε, καινούριο ή επανέκδοση;

Δεν θεωρώ τον εαυτό μου κριτικό, γιατί δεν έχω τον χρόνο, και τη διάθεση ίσως, να παρακολουθώ όσο θα έπρεπε τις τάσεις. Το καλοκαίρι που μας πέρασε βούτηξα με μεγάλη θέρμη σε ηχογραφήσεις του μέγιστου και μακαρίτη Vic Chestnutt κι επίσης έπαθα μια ευχάριστη θερμοπληξία ακούγοντας τη συνεργασία του Coti K. με τον Κρητικό «παραδοσιακό» μουσικό Γιάγκο Χαιρέτη και τον θρυλικό ντράμερ Τσίκο, που έγινε ζωντανά στα Ανώγεια πριν λίγα χρόνια αλλά κυκλοφόρησε φέτος. Ο δίσκος τους ονομάζεται “Ριζικό Φαντασιακό”, τίτλος δανεισμένος από τον Κορνήλιο Καστοριάδη και ο οποίοςδικαιώνεται στο έπακρο. Είναι άκουσμα αταξινόμητο και σπάνιο. Μου άρεσε επίσης η επιλογή του soundtrack της σειράς “Top Boyτου Netflix, που πιστεύω ότι θα αρέσει και σε σένα, από Ghostpoet έως Brian Eno σε urban λονδρέζικο περιβάλλον. Από εκεί και πέρα, μουσική ενδιαφέρουσα συνεχίζει πάντα να βγαίνει, αν και ευρύτερα βιώνουμε μια τραπωλεθρία.

 

Ο Βασίλης Δουβίτσας εργάζεται εδώ και 35 χρόνια, μεταξύ άλλων, ως μεταφραστής και επιμελητής βιβλίων λογοτεχνίας και μουσικής, θεατρικών έργων και καλλιτεχνικών εκδόσεων. Έχει μεταφράσει στα ελληνικά βιβλία του Ray Bradbury (“Πέθανε ο σκύλος, κατά τ’ άλλα όλα καλά”, “Φαρενάιτ 451”, “Ο εικονογραφημένος άνθρωπος”, “Το κρασί του θέρους”), ενώ η πρώτη του μετάφραση ήταν η συλλογή στίχων και πεζών του Nick Cave, με τίτλο “Βασιλιάς μελάνι”, από κοινού με τον Κώστα Καϊμακλίογλου. Έχει διατελέσει επίσης συντάκτης, αρχισυντάκτης και διευθυντής εφημερίδων, περιοδικών, e-zines και εκδοτικών σειρών (Aeon 21/01, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Ποπ & Ροκ, Play PC & VideoGames, Εγκυκλοπαίδεια Δομή, Vice.gr), διορθωτής και επιμελητής περιοδικών και εκδοτικών οίκων (Compupress, εκδ. Τερζόπουλος, εκδ. Άγρα, εκδ. Ίκαρος), καθώς και υπεύθυνος εκδόσεων και website στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση. Υπήρξε dj για χρόνια σε μπαρ της πρωτεύουσας και κάποιων νησιών μέχρι να ανοίξει το δικό του στην Αθήνα (Ρινόκερως, 2012-21), όπου όμως εργάστηκε ως μπάρμαν για να απολαμβάνει τις μουσικές επιλογές των φίλων και συνοδοιπόρων του. 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured