Η λογοτεχνία του Patrick Raynal (Παρίσι, 1946) συγκροτείται γύρω από τρεις βασικούς θεματικούς άξονες: τη rock μουσική (και σε δεύτερο επίπεδο την jazz), την πορεία της γαλλικής εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς από τα χρόνια του Μάη και μετά, και τη γενεαλογία του αστυνομικού αφηγήματος. Γράφει στη σελ. 19:

«Αν έχεις περάσει όλη σου τη ζωή στην ίδια πόλη, έχεις ένα πλεονέκτημα: τους ξέρεις όλους. Ακόμα και στην αστυνομία έχω φίλο, έναν τύπο σκέτο φύτουλα, που όμως είναι στην ηλικία μου και βγήκε στη σύνταξη για να αφιερώσει όλο τον χρόνο του στην ανάγνωση αστυνομικών μυθιστορημάτων, στη δοκιμή των πιο εκλεπτυσμένων σκωτσέζικων ουίσκι και στην προσπάθεια να παίξει τα ακόρντα του Κιθ Ρίτσαρντς στην παλιά του Fender Stratocaster, μια πανάκριβη κιθάρα που τη δώρισε στον εαυτό του πριν από καμιά σαρανταριά χρόνια, με χρήματα από τον πρώτο του μισθό».

Και λίγο πιο κάτω (σελ. 47):

«Χωρίς να χάσει χρόνο, ο Μασενά μας μύησε στη μουσική του Έλβις Πρίσλεϊ, του Μπιλ Χάλεϊ και του Τσακ Μπέρι, και ο Μπαντρί του απαντούσε βοηθώντας μας να ανακαλύψουμε τη βρετανική μπλουζ μπουμ και την ολοφάνερη συγγένειά της με την αμερικανική μαύρη μουσική. Προτιμούσαμε τους Ρόλινγκ Στόουνς από τους Μπιτλς, τον Σπιρού από τον Τεντέν και την Αριστερά από τη Δεξιά, έτσι, από ένστικτο, χωρίς να είμαστε και πολύ σίγουροι για το τι ακριβώς σήμαιναν αυτοί οι δύο όροι, αν και, σε ό,τι με αφορούσε, το γεγονός ότι ο πατέρας μου ήταν δεξιός αρκούσε και με το παραπάνω για να επιλέξω στρατόπεδο.

Στο πανεπιστήμιο, ο Μασενά είχε συνταχθεί με τους αναρχικούς, ο Μπαντρί με τους τροτσκιστές και εγώ μ’ αυτούς που θα εξελίσσονταν σε μαοϊστές∙ έμοιαζε λες κι είχαμε σιωπηρά αποφασίσει να καλύψουμε όλο το φάσμα της φοιτητικής Άκρας Αριστεράς». 

Σε ό,τι αφορά τη γενεαλογία του αστυνομικού αφηγήματος, ο Patrick Raynal είναι ρέκτης του είδους. Ως διευθυντής, από το 1991 έως το 2005, της περίφημης «Μαύρης Σειράς», της Série Noire των εκδόσεων Gallimard, ανάδειξε σημαντικούς Γάλλους συγγραφείς όπως τους Jean-Bernard Pouy, Jean-Claude Izzo, Tonino Benacquista κ.ά. Έχει γράψει σχετικά τη μελέτη “C'est l'histoire de la Série Noire: (1945-2015)”, που ανατρέχει στην ιστορία της σειράς που ίδρυσε το 1945 ο σεναριογράφος Marcel Duhamel με την υποστήριξη των εκδοτών Gaston & Claude Gallimard. Έχει επίσης δημοσιεύσει μελέτες για αμερικανούς συγγραφείς του αστυνομικού (και όχι μόνο), όπως τους Jim Thompson, James Crumley, Jim Harrison, Tony Hillerman και Richard Ford.

Στο Καιρός για πόλεμο αναφέρεται στα έργα του Crumley, αλλά και του συγγραφέα hard-boiled John MacDonald, δημιουργού της σειράς βιβλίων με ήρωα τον ντετέκτιβ Travis McGee και του μυθιστορήματος The Executioners (1957), που μεταφέρθηκε δύο φορές στον κινηματογράφο με τον τίτλο Cape Fear  (Το Ακρωτήρι του Φόβου). Ένας από του καλούς μπάτσους στο Καιρός για πόλεμο ονομάζεται «Μεγκρέ», φόρος τιμής στον ήρωα του George Simenon. Εξάλλου, στα περισσότερα μυθιστορήματα του συγγραφέα κεντρικός ήρωας είναι ο –τρόπον τινά- ιδωτικός ντετέκτιβ Φίλιπ Κλερ: το όνομα παραπέμπει στον Φίλιπ Μάρλοου του Raymond Chandler.

Αλλά και στα προηγούμενα βιβλία του Patrick Raynal κυριαρχούν οι αναφορές στη μουσική, στην εξωκοιβουλετική Αριστερά και στη μυθολογία του νουάρ:

Στο Πρώην σύντροφοι (Μεταίχμιο, 2004, μτφρ. Μελίνα Καρακώστα), υπό τους ήχους του “Sympathy For The Devil” και του “Gimmie Shelter”, o κεντρικός ήρωας ο οποίος το 1968 ανήκε στον σκληρό πυρήνα του Μαρξιστικού-Λενινιστικού Κόμματος (κοινώς, μαοϊκού), αναλαμβάνει πολλά χρόνια μετά να εντοπίσει τους πρώην συντρόφους του από την εποχή του Μάη, για να τους μοιράσει τα χρήματα που δεν πρόλαβαν να διοχετευτούν στον ένοπλο επαναστατικό αγώνα.

Στο Παράθυρο με θέα γυναίκες (Εκδόσεις Πόλις, 2016, μτφρ.Σώτη Τριανταφύλλου) ακούγεται το τραχύ blues του John Lee Hooker, καθώς ο Φίλιπ Κλερ αναλαμβάνει να εξιχνιάσει τη δολοφονία μιας νεαρής Αριστερής.

Στο μυθιστόρημα Αγνώστου υιού (Εκδόσεις Πόλις, 2004, μτφρ. Φωτεινή Μουρκούση), ο αντιήρωας-αστυνόμος, κυνικός, ιδιόρρυθμος και μοναχικός, απομεινάρι της γενιάς του '68, γυρνά στα κακόφημα μπαρ της πόλης του, της Νίκαιας, μη πιστεύοντας πια σε τίποτα. Τον συνοδεύει το φλάουτο του αδικοχαμένου Eric Dolphy. Ο μεγάλος αυτοσχεδιαστής της jazz απαντά και στο Καιρός για πόλεμο. Σελ. 186:

«Δεν έχει ακόμα ξημερώσει για τα καλά και, στο ημίφως, ο αγαπημένος μου κορυδαλλός προβάρει το νούμερό του για το προσεχές φεστιβάλ τζαζ μουσικής. Ούτε ο Έρικ Ντόλφι κι η φλογέρα του, στα καλύτερά τους, δεν θα ήταν σε θέση να περνούν με τέτοια δεξιοτεχνία από τα φρασαρίσματα στις τρίλιες, και από τα μπρέικ στα τσέισεις (σημ: από τα ιντερλούδια στα μέρη συλλογικού αυτοσχεδιασμού)».

Στο Καιρός για πόλεμο, ο Φιλίπ Κλερ ξυπνάει πλάι σε μια νεαρή γυναίκα, σ’ ένα κρεβάτι που δεν είναι το δικό του. Η ωραία γυναίκα, πολύ ωραία για να συγκαταλέγεται στις κατακτήσεις του, είναι νεκρή. Ο Κλερ δεν θυμάται τίποτα. Στη φυλακή που τον κλείνουν, ακούει ένα όνομα, Μασενά: θα τον αφήσουν ελεύθερο, αν τους οδηγήσει σε αυτόν. Ο κλοιός σφίγγει γύρω του. Ο Μασενά… ο παλιόφιλός του από το σχολείο, ο πρώην σύντροφός του, που εξελίχθηκε σε αφεντικό του υποκόσμου, μα που εδώ και δύο χρόνια θεωρείται νεκρός. Βρισκόμαστε στη Νίκαια, παραμονές εκλογών. Μαφιόζοι και πολιτικοί διασταυρώνονται, στον ανηλεή πόλεμο των δύο υποψηφίων για τη δημαρχία.

Στο έργο του Patrick Ryanal διακρίνεται η ενσυναίσθησή του για τους χαμένους ή τους παραστρατημένους της γενιάς του Μάη, αλλά και η αντίθεσή του γι’ αυτούς που πέρασαν οπορτουνιστικά στο αντίπαλο στρατόπεδο. Περιγράφεται επίσης η παρακμή της θεσμικής Αριστεράς, που από τον Μιτεράν υποχώρησε στον Ζοσπέν και από εκεί ξέπεσε στον Ολάντ, καθώς και οι σχεδόν μόνιμες διασυνδέσεις Δεξιάς, Ακροδεξιάς και υποκόσμου, που αποτελούν χαρακτηριστικό στοιχείο της τοπικής πολιτικής σκηνής.

Σελ. 43: «Εμείς του υποκόσμου δεν τους γουστάρουμε και πολύ του αριστερούς. Ο πατέρας μου πήγαινε καμιά φορά κι έβρισε δεξιούς φοιτητές, για να σπάνε όλοι μαζί στειλιάρια στη ράχη τους (των αριστερών)».

Καμβάς των ιστοριών του Patrick Raynal είναι η Νίκαια, όπου σπούδασε και ο ίδιος φιλολογία. Παίζει στα έργα του ανάλογο ρόλο μ’ αυτόν της Μασσαλίας στην «Τριλογία» του Jean-Claude Izzo (αν και στα έργα του τελευταίου η πραγματική έδρα του οργανωμένου εγκλήματος βρίσκονται στην κοντινή Λυών, που κινεί τα νήματα του μαρσεγιέζικου υποκόσμου). Με παρόμοιο πάντως τρόπο ο Raynal ακολουθεί τα ίχνη του ήρωά του, που αλωνίζει (με μια μεταχειρισμένη πλην όμως απαστράπτουσα Jaguar!) την καρδιά της δικής του πόλης, όπου μέσα από την όμορφη τοπογραφία της, προβάλλει η Νίκαια του υποκόσμου και των ναρκωτικών, η Νίκαια των διεφθαρμένων πολιτικών που συνδέονται με τον κόσμο του εγκλήματος. Πολλώ δε μάλλον στην εποχή της νεοφιλελεύθερης επέλασης και του «αστικού εξευγενισμού», του περιβόητου Gentrification (το μυθιστόρημα γράφτηκε πριν από τρία περίπου χρόνια). Σελ. 162-163:

«Όταν ο Μπαντρί μετακόμισε στ Λα Λαντέρν, τον πήραμε όλοι στο ψιλό. Την εποχή εκείνη, το μέρος ήταν κυρίως μια γεροντίστικη συνοικία με εξοχικές κατοικίες. Για να φτάσεις στον πολιτισμό –την παλιά πόλη της Νίκαιας ή το λιμάνι της, ας πούμε-, έπρεπε νε διασχίσεις απ’ άκρη σ’ άκρη την πόλη, δηλαδή ένα μεγάλο μέρος μιας terra incognita κατοικημένης από μόνιμα εγκατεστημένους ξένους, μια ιδιαίτερα εχθρική φυλή νησιωτών που από θέση αρχής, απεχθάνονταν οτιδήποτε θα μπορούσε να αντιπροσωπεύουμε εμείς. Εκεί είχε χτιστεί επίσης η πανεπιστημιούπολη, σε μια συνειδητή προσπάθεια, θαρρείς, να απομακρυνθούν οι φοιτητές από το κέντρο. Έκτοτε η πόλη είχε μετατοπιστεί προς τα Δυτικά, και οι γειτονιές της Λα Λαντέρν και της Φαμπρόν είχαν γίνει πανάκριβες, σπαρμένες με χώρους πρασίνου και διάστικτες με πισίνες. Το διαμέρισμα του Μπαντρί είχε αποκτήσει τόση αξία που σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να το κρατήσει με τη σύνταξη του μπάτσου».

 

Patrick Raynal, Καιρός για πόλεμο

Εκδόσεις Πόλις, 2023

Σελ. 248, μετάφραση: Μαριάννα Μαντά

patrick-raynal-book-cover

 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured