Νέα μουσική
Εικονογράφηση: © Artificial Vandalism

Αρκετές φορές, συνήθως όταν γράφω και από πίσω οι μηχανές διαλέγουν τυχαία μουσική (μόνες τους) από τις λίστες μου, το autoplay συνεχίζει μόνο του σαν ένας κουρασμένος DJ σε κάποιο μπαρ που παίζει χάλια μουσική για να διώξει την τελευταία παρέα, και σε αυτή τη σκέψη, ενώ γελάω, συνειδητοποιώ παράλληλα και κάτι εντελώς άβολο: η νέα μουσική δεν είναι πια ΤΟ γεγονός. Μάλλον κάτι σαν θόρυβος του δωματίου, μου κάνει (τις περισσότερες φορές). Και δεν ξέρω αν φταίει η ίδια η μουσική ή εγώ ή εμείς που συχνά την καταναλώνουμε σαν σφηνάκι καφεΐνης, χωρίς να έχουμε καμία πρόθεση να θυμηθούμε τι γεύση έχει ο καφές.

Κάποτε, κάθε «νέα κυκλοφορία» είχε βάρος. Τα έχουμε πει πολλές φορές, ας το ξαναπούμε μια φορά ακόμα, αλλά υπήρχαν εποχές κάθε νέα κυκλοφορία ήταν γεγονός, η πράξη του το να βρεις και να αγοράσεις έναν καινούργιο δίσκο ήταν σαν μια τελετουργία. Περίμενες, διάβαζες, τσακωνόσουνα με το δισκάδικο που δεν έφερε την παραγγελία, έτρεχες να προλάβεις μην στον φάνε άλλοι πριν από εσένα, τον έφερνες σπίτι και τον άκουγες και γενικά ήσουν πολύ ερωτευμένος με την μουσική. Μόνο που σήμερα, η νέα μουσική δεν έρχεται έτσι στη ζωή μας, αντιθέτως πέφτει πάνω μας σαν μια ακόμα ειδοποίηση: swipe, μισό αυτί, skip. Δηλαδή, την ίδια στιγμή που κυκλοφορεί ένα τραγούδι, έχει ήδη αρχίσει να παλιώνει, για να μην πω γερνάει. Σαν να γεννήθηκε, δηλαδή, με ημερομηνία λήξης.

Φυσικά και δεν εννοώ ότι δεν υπάρχουν πολλές καλές δουλειές που ακόμα μπορούν να λάμπουν, να ξεχωρίζουν, και να κατακτούν νέες καρδιές. Υπάρχουν. Περισσότερες από ποτέ. Μόνο που κάπου εδώ αρχίζει να παίζει τον ρόλο της και η ειρωνεία: τόση αφθονία έχει γίνει πλέον τοξική. Ένα endless feed όπου το κάθε track παλεύει για 15 δευτερόλεπτα προσοχής, πριν καταλήξει στον ψηφιακό σκουπιδοτενεκέ της λήθης. Όχι επειδή δεν άξιζε, αλλά μάλλον επειδή δεν πρόλαβε. Μιλάμε δηλαδή για την πολιτισμική στασιμότητα του Mark Fisher ενεργή σε όλο της το μεγαλείο, σε έναν κόσμο που παράγει συνεχώς κάτι «νέο» χωρίς ουσιαστικά να πιστεύει πραγματικά σε αυτό. Και ίσως αυτό είναι το πρόβλημα: η νέα μουσική δεν αποτυγχάνει εμπορικά, αποτυγχάνει υπαρξιακά. Δεν πείθει κανέναν πλέον ότι είναι απαραίτητη.

Ανοίγω μια playlist που έχω φτιάξει με νέες κυκλοφορίες και είναι σαν να κοιτάζω μια πόλη που δεν θυμάται πώς χτίστηκε. Ξανακούω τα κομμάτια, κι ενώ όλα μοιάζουν «χμμμ, ΟΚ...», τελικά αναρωτιέμαι «σε ποια στιγμή μου άρεσε εμένα αυτό και γιατί το έβαλα σε λίστα;». Δηλαδή, κάπως έτσι και η ποπ μουσική έχει γίνει ένα βαρετό background, το indie έχει γίνει εναλλακτικό content, το underground έγινε αισθητική μέσω ιδρυματικής επιμέλειας και το heavy metal, είναι έτοιμο να αυτοκτονήσει γιατί δεν αντέχει άλλες μεταλλάξεις. Και εγώ, που κάποτε έψαχνα μανιωδώς το «επόμενο μεγάλο πράγμα», τώρα πιάνω τον εαυτό μου να επιστρέφει σε δίσκους που (ευτυχώς) ξέρουν ποιος είμαι.

Φταίει άραγε η νοσταλγία; Μπορεί. Όπως, μπορεί να είναι απλώς η ανάγκη για κάτι που να αντέχει στον χρόνο περισσότερο από ένα scroll. Ωστόσο, το πιο σκληρό δεν είναι ότι η νέα μουσική έχει χάσει τη δημοτικότητά της. Είναι ότι έχει χάσει κάθε ίχνος σύγκρουσης. Δηλαδή, δεν ενοχλεί, δεν διχάζει, δεν απαιτεί. Κάπου ανάμεσα στους αλγόριθμους και την ευγενική ευκολία των playlists, η μουσική έμαθε να μην φωνάζει, απλά να υπάρχει. Και όταν η μουσική δεν φωνάζει, ο κόσμος απλώς… συνεχίζει.

Εκεί, λοιπόν, μέσα σε αυτή τη σιωπή που δεν είναι ποτέ αληθινή σιωπή, σκέφτομαι ότι ίσως το πρόβλημα δεν είναι ότι δεν ακούμε τη νέα μουσική. Είναι ότι δεν τη χρειαζόμαστε πια με τον ίδιο τρόπο. Ή, για να το πω πιο ωμά, δεν πονάμε αρκετά για να τη ζητήσουμε.

Εδώ, όμως, έρχεται ένα άλλο στοιχείο που αλλάζει πολύ τα δεδομένα. Και εδώ πρέπει να κάνω μια παύση κατηγορητηρίου. Όχι από σεβασμό στη νέα μουσική, αλλά από καχυποψία απέναντι στον ίδιο μου τον εαυτό. Διότι υπάρχει μια άβολη, βιολογική αλήθεια που έρχεται να τρυπώσει αθόρυβα μέσα σε αυτή τη συζήτηση: μετά από μια ηλικία, κάθε νέα μουσική αρχίζει να ακούγεται… λάθος. Όχι απλώς ξένη. Λάθος. Σαν να έχει χαλάσει κάτι στον μηχανισμό της. Και το αστείο είναι ότι αυτό δεν είναι καινούργιο. Από τότε που υπάρχει η ποπ, υπάρχει και ένας στρατός από «κουρασμένους πιστούς» που ορκίζονται ότι η καλύτερη μουσική γράφτηκε όταν εκείνοι ήταν 15, 20, 25. Ένα χρονικό παράθυρο στις ζωές όλων, δηλαδή, αλλά τόσο ύποπτα συγκεκριμένο. Σαν να λες ότι η αισθητική κορυφώθηκε ακριβώς τη στιγμή που ο εγκέφαλος και η καρδιά σου έμαθαν να καίγονται μαζί. Και μετά τίποτα...

Kαι όλα τα υπόλοιπα που ακολουθούν; Κατώτερα. Ρηχά. Πιο «εύκολα». Ή έτσι κάτι να λέμε. Κι εδώ έρχεται η επιστήμη σαν ένας ψυχρός καθρέφτης που δεν σε αφήνει να κρυφτείς πίσω από το δήθεν γούστο σου. Μια έρευνα της YouGov το 2021 έδειξε κάτι σχεδόν προβλέψιμο: κάθε γενιά θεωρεί ως κορυφαία τη μουσική των νιάτων της. Όχι επειδή είναι αντικειμενικά καλύτερη. Αλλά επειδή είναι δεμένη με την πρώτη φορά που ένιωσε κάτι να τη διαλύει. Με άλλα λόγια, δεν αγαπάμε τα τραγούδια, αγαπάμε τον εαυτό μας μέσα σε αυτά. Άρα, λοιπόν, η «πτώση» της νέας μουσικής δεν είναι μόνο δική της ευθύνη. Είναι και μια μικρή δική μας προδοσία. Μια αργή απόσυρση από την ένταση. Από τη διάθεση να εκτεθούμε σε κάτι που δεν μας καταλαβαίνει αμέσως.

Γιατί η νέα μουσική έχει ένα ελάττωμα που δύσκολα συγχωρείται: δεν κουβαλάει το παρελθόν μας. Δεν έχει μέσα της εκείνη τη νύχτα, εκείνο το σώμα, εκείνη την ήττα που μας έμαθε να ακούμε. Οπότε την απορρίπτουμε. Με την άνεση κάποιου που έχει ήδη αποφασίσει. Αλλά εδώ είναι το σημείο που το παιχνίδι γίνεται επικίνδυνα διπλό. Από τη μία, ναι, υπάρχει αυτή η γενεαλογική τύφλωση. Από την άλλη, δεν μπορώ να μην δω ότι το σύστημα που παράγει τη νέα μουσική έχει γίνει σχεδόν εχθρικό προς την ίδια την έννοια της μνήμης. Δεν σου δίνει χρόνο να δεθείς. Δεν σου επιτρέπει να αποτύχεις μαζί με ένα τραγούδι μέχρι να το αγαπήσεις.

Γι' αυτό λέω ότι ίσως τελικά, το πρόβλημα δεν είναι αν η νέα μουσική είναι καλή ή κακή. Το πρόβλημα μπορεί να είναι ότι δεν είμαστε πια στην ηλικία που πιστεύαμε ότι η μουσική μπορεί να μας σώσει. Και μέσα σε όλα αυτά σκάει και στο δωμάτιο ένας καινούργιος, άγνωστος επισκέπτης, που δεν γράφει μουσική αλλά καθορίζει πότε θα την ακούσουμε. Τον λένε «Παρασκευή».  Το λεγόμενο New Music Friday Effect δεν είναι απλώς μια νέα συνήθεια. Είναι ένα τελετουργικό που αποφασίστηκε κάπου σε ένα meeting room του Spotify και μετά απλώθηκε σαν κανονικότητα που κανένας (ούτε κοινό, ούτε καλλιτέχνες) δεν μπορεί να αμφισβητήσει πλέον. Κάθε Παρασκευή, και μια μικρή ψηφιακή Ανάσταση νέας μουσικής, πέφτει πάνω μας σαν ένας καταρράκτης από «νέα» τραγούδια. Μόνο που το κοινό, αντί να βουτήξει, απλώς βρέχεται επιφανειακά.

Οι μεγάλοι παίκτες, βέβαια, έχουν μάθει το παιχνίδι καλύτερα από όλους. Η Taylor Swift δεν κυκλοφορεί απλώς δίσκους. Στήνει γεγονότα. Ρίχνει ένα ολόκληρο άλμπουμ μέσα στο timeline και αφήνει τον αλγόριθμο να κάνει τη βρώμικη δουλειά. Το hype δεν χτίζεται πια οργανικά. Επιταχύνεται. Γίνεται μηχανή. Και η μηχανή, ως γνωστόν, δεν κοιμάται ποτέ.

Ο κάθε «νέος» μουσικός δεν ανταγωνίζεται μόνο τους σύγχρονούς του. Ανταγωνίζεται το φάντασμα του παρελθόντος. Ένα "The Chain" των Fleetwood Mac από τα 70s. Ένα "Creep" των Radiohead που αρνείται να πεθάνει. Τραγούδια που έχουν ήδη αποδείξει ότι αντέχουν, που έχουν ήδη κερδίσει τον χρόνο, και που μπορούν να επιστρέφουν διαρκώς ως ασφαλείς επιλογές. Πώς να τα ανταγωνιστείς αυτά τα τραγούδια; Με τι; Με ένα track που γεννήθηκε πριν τρεις ώρες και ήδη ζητιανεύει επιβεβαίωση; 

Το πραγματικό παράδοξο της εποχής είναι πως η νέα μουσική βρισκεται παντού, αλλά η προσοχή συγκεντρώνεται όλο και πιο βίαια σε λίγους. Μια ελίτ από superstars που ρουφάει το φως, αφήνοντας τους υπόλοιπους να κινούνται σε ένα μόνιμο ημίφως. Οπότε ναι, η νέα μουσική μπορεί να είναι «δημοφιλής», αλλά μόνο για κάποιους. Για τους υπόλοιπους, είναι μια συνεχής ακρόαση χωρίς ακροατήριο. Και ως μουσικός δημοσιογράφος, κάπου εδώ, αν θέλω να είμαι ειλικρινής, νιώθω λίγο συνένοχος. Γιατί κι εγώ θα πατήσω πιο εύκολα το play σε κάτι που ήδη γνωρίζω. Όχι γιατί είναι καλύτερο. Αλλά γιατί δεν με εκθέτει. Δεν με αναγκάζει να επαναδιαπραγματευτώ το γούστο μου.

Kαι η νέα μουσική, τελικά, μην ανησυχείτε, δεν χάνει τη δημοτικότητά της. Απλώς χάνει τον χώρο της να υπάρξει ως πολύ απαραίτητη. Γιατί, τώρα, όπως και να το κάνουμε είναι σαν μια φωνή που μιλάει μέσα σε ένα δωμάτιο γεμάτο ηχεία που παίζουν ήδη πολύ δυνατά.

 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured