Υπάρχουν μπάντες που παίζουν βαριά μουσική. Υπάρχουν και μπάντες που σπρώχνουν τα όρια του ήχου. Και έπειτα υπάρχουν οι Primitive Man. Ένα συγκρότημα που δεν ενδιαφέρεται ούτε για όρια, ούτε για συμβάσεις, ούτε καν για την ίδια την έννοια της μουσικής ως ευχάριστη εμπειρία. Αυτό που δημιουργούν είναι κάτι πολύ πιο επίπονο. Ένα περιβάλλον. Ένας ηχητικό χώρος όπου η έννοια της «μουσικής» διαλύεται και αντικαθίσταται από πίεση, βάρος και μια σωματική μορφή δυσφορίας. Από το Ντένβερ του Κολοράντο, οι Primitive Man χτίζουν εδώ και πάνω από μια δεκαετία ένα από τα πιο ζοφερά και ανελέητα ηχητικά σύμπαντα της σύγχρονης βαριάς μουσικής. Sludge, doom, noise, Industrial και μια σχεδόν υπαρξιακή απέχθεια προς τον κόσμο, όλα τα καλά αλέθονται σε έναν μύλο που φτύνει ίσως την πιο ακραία μουσική στο γνωστό σύμπαν.
Οι Primitive Man σχηματίστηκαν το 2012 από τον Ethan McCarthy, o οποίος μόλις 2 χρόνια πριν είχε κυκλοφορήσει έναν από τους πιο εκπληκτικά ανουσιουργηματικούς δίσκους όλων των εποχών (Songs of Ill Hope and Desperation) με την προηγούμενή του μπάντα, τους Clinging to the Trees of a Forest Fire και πλέον βρίσκεται στην αναζήτηση για το επόμενο στάδιο της ηχητικής εξαύλωσης. Συνοδοιπόρος σε αυτό το έγκλημα έγινε ο Jonathan Campos, τον οποίο έπειτα γνωρίσαμε φυσικά και από τους Black Curse. O Joe Linden πίσω από το drumkit ολοκληρλωνει την ολέθρια τριάδα. Η δισκογραφία τους δεν είναι μεγάλη, αλλά είναι από τις πιο συνεκτικές και αδυσώπητες στο σύγχρονο extreme metal. Οι τέσσερις βασικοί σταθμοί, Scorn, Caustic, Immersion και Observance συντελούν και από μια φάση της σταδιακής κατάρρευσης κάθε μέτρου, δομής, καθαρότητας και ελπίδας.
Scorn (2013)
Νωρίτερα μίλησα για σωματική δυσφορία. Δεν είναι καθόλου τυχαίο πως δύο από τα καλύτερα art-pieces που κατάφεραν να ενθυλακώσουν αυτήν την αίσθηση μοιράζονται το ίδιο όνομα. Τόσο το ντεμπούτο των Primitive Man, όσο και το φρικιαστικό body horror game βασισμένο στην αισθητική του H. R. Giger της Ebb Software κυκλοφόρησαν το 2013 σε μία εξαιρετικά ανατριχιαστική σύμπτωση. To Scorn λοιπόν, δεν μοιάζει σαν ένα τυπικό ντεμπούτο. Δεν υπάρχει δοκιμή και σίγουρα δεν υπάρχει αναζήτηση ταυτότητας. Οι Primitive Man εμφανίζονται πλήρως διαμορφωμένοι και πλήρως εχθρικοί. Ο ήχος είναι πρωτογενής και αποσυντιθέμενος, όπως ακριβώς θα προϊδέαζε μια πρώτη επαφή με μια μπάντα που τιτλοφορεί αυτά τα χαρακτηριστικά. Το distortion έχει τέτοιο όγκο, σε βαθμό που μπορείς να το πιάσεις με τα χέρια. Τα φωνητικά του McCarthy είναι βαθιά, βρώμικα χωρίς καμία πρόθεση απόδοσης στίχων. Δεν τραγουδάει, ξερνάει μαύρους ήχους.
Κομμάτια όπως το "I Can't Forget" και το "Black Smoke", που αποτελούνται 100% από θόρυβο και uncanny ηχοτοπία έρχονται να εντείνουν την απόκοσμη αίσθηση. Από την άλλη οι πιο straightforward οδοστρωτήρες όπως το "Rags" και το "Astral Sleep" διατηρούν την δυναμική του δίσκου σε πολύ υψηλά επίπεδα. Το Scorn θέτει τις βάσεις. Η επανάληψη είναι όπλο και το χρησιμοποιούν στο μέγιστο. Οι ρυθμοί αποδομούνται στο βωμό του βάρος και ο θόρυβος είναι το κυρίαρχο στοιχείο.
Caustic (2017)
Τέσσερα χρόνια μετά, το Caustic δεν αλλάζει κατεύθυνση. Πατάει γερά στα χνάρια του Scorn και μας βυθίζει ακόμα πιο χαμηλά. Η μόνη διαφορά είναι στην παραγωγή, που αν και σαφέστατα πιο συμπαγής, ντρέπομαι να την χαρακτηρίσω καθαρότερη. Δεν υπάρχει τίποτα το καθαρό σε αυτό το μονολιθικά καταπιεστικό δημιούργημα. 12 κομμάτια που φέρνουν τον απόλυτο επαναπροσδιορισμό του θορύβου. Το "My Will" που ξεκινά τον δίσκο είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της φιλοσοφίας τους. Ένα εθιστικό μακρόσυρτο riff που επαναλαμβάνεται μέχρι να χαθεί στο background και να μετατραπεί σε θόρυβο. Tα noise στοιχεία φυσικά είναι στον πυρήνα. Είναι όσο δομικά όσο και τα ίδια τα riffs. Η μονολιθικότητα είναι πόνος και ο πόνος είναι δύναμη για τους Primitive Man. Me to Caustic φέρνουν μια εμπειρία που μπορώ μονάχα να την χαρακτηρίσω σαν "προσωμοίωση της απόλυτης δυστυχίας" και κατά κάποιον τρόπο μια δοκιμασία αντοχής. Είναι λιγότερο κάτι που βιώνεις, και περισσότερο κάτι που υπομένεις. Πάντα σε συνδιασμό με το runtime που ξεπερνά κατά πολύ το ντεμπούτο, η αδιάκοπη ένταση στο Caustic μπορεί να γίνει εξαντλητική, χωρίς αρκετές διαφοροποιήσεις. Το "Commerce" κινείται σε πιο funeral doom κατεύθυνση, αλλά χωρίς την επικότητα και τους συναισθηματισμούς του είδους. Μόνο αποσύνθεση και πόνος. Η δυναμικότητα είναι ξεκάθαρα εξασθενημένη, και στη θέση της έχει δώσει μια σταθερή ατονική βαναυσότητα. Άλλωστε ένα από τα πιο απάνθρωπα βασανιστήρια ήταν αυτό της σταγόνας. Δεν χρειάζεται βια για να πετύχεις την κατακρεούργηση του ακροατή. Μια ατελείωτη τιμωρητική καταβύθιση χωρίς καμία μορφή ανακούφισης ή κάθαρσης. Καμία κορύφωση, μονάχα συνεχόμενη πίεση μέχρι ορίων. Αν το Scorn ήταν η είσοδος σε αυτό το ασφυκτικό σύμπαν, το Caustic είναι η στιγμή που καταλαβαίνω πως δεν υπάρχει διαφυγή.
Immersion (2020)
Οι Primitive Man έχοντας θέσει τον πήχη πολύ ψηλά με τα δύο προηγούμενα άλμπουμ, επιλέγουν να συνεχίσουν να κινούνται πάνω στις ράγες της ίδιας πορείας. Το Immersion είναι μία ακόμα ιδιόμορφη καμπή στη δισκογραφία των Primitive Man. Μπορεί να μην φέρνει κάποια ριζική αλλαγή, όμως δείχνει να μετατοπίζει ελαφρώς τον στόχο. Από τα πρώτα δευτερόλεπτα του "The Lifer" και του "Foul" αυτό γίνεται ξεκάθαρο. Ατέλειωτο distortion και riffs τόσο βαριά που μετακινούν πλανήτες, ευθυγραμμίζονται σε ένα ψυχοπλακωτικό πανδαιμόνιο. Τα "Entity" και "∞" εισάγουν τον θόρυβο και εδώ ενώ το "Menacing" σπάει ελάχιστα την μονοτονία με ελαφρές διακυμάνσεις στην ταχύτητα. Το "Consumption" είναι μια πολύ ευχάριστη έκπληξη, με ένα βαρύ groove και ανεβασμένες ταχύτητες που δίνουν για λίγα λεπτά την αίσθηση πως βγάζεις το κεφάλι σου έξω από τον βούρκο για ελάχιστες ανάσες πριν κυλιστείς ξανά στις δύνες της απόλυτης καταπίεσης. Θυμάμαι να διαβάζω κάπου πως ο δίσκος είναι "σαν να βυθίζεσαι μέσα σε μία λίμνη από πίσσα ενώ παράλληλα αναλογίζεσαι κάθε λάθος επιλογή της ζωής σου". Δεν έχω ακούσει έκτοτε καμία καλύτερη περιγραφή και λοιπάμαι που δεν θυμάμαι την θεότητα που το έγραψε. Κατά κάποιον τρόπο θα έλεγα πως είναι ο λιγότερο δύσπεπτος δίσκος τους, όμως παραδόξως ακούγεται ο πιο χαοτικός. Είναι σίγουρα πιο άμεσα δομημένος και αρκετά song-oriented, μιας και υπάρχουν ξεκάθαρες αντιθέσεις, όμως σε τίποτα δεν γίνεται ευκολότερη η εμπερία ακρόασης. Είναι βαθιά unsettling και η ατμόσφαιρα εξίσου αποπνικτική με τις πιο βάναυσες στιγμές των προηγούμενων δύο.
Observance (2025)
Νέο Primitive Man και μαζί του φέρνει άλλη μια απόχρωση του... απόλυτου μαύρου. Οι Ethan McCarthy, Jonathan Campos και Joe Linden προσφέρουν έναν ογκόλιθο 68 λεπτών που μοιάζει περισσότερο τελετουργικός από κάθε άλλη κυκλοφορία τους, και μια μερική αποδόμηση και επαναπροσδιορισμός του ήχου τους. Η μπάντα και εδώ διατηρεί τον εξαιρετικά αδυσώπητα συνθλιπτικό ήχο της, ακόμα φλερτάρουν με όλα τα υποείδη της σήψης και της παρακμής και ακόμα είναι η πιο βαριά μπάντα του "μοντέρνου" (sic) μέταλ. Από το εναρκτήριο “Seer” ακολουθεί μια συνεχής καταβύθιση. Μια εισαγωγή σε έναν κόσμο χωρίς διέξοδο. Το “Devotion” απλώνεται για έντεκα λεπτά, δομημένο πάνω σε ένα αργό, επαναλαμβανόμενο τελετουργικό drone-like μοτίβο, με ένα snare που ακούγεται σαν καρδιά που χτυπάει αγχωτικά, έτοιμη να εκραγεί και από πάνω οι κραυγές απόγνωσης. To "Transactional" είναι το αγαπημένο μου κομμάτι στο δίσκο και πιθανότατα της δισκογραφίας τους. Είναι τόσο βαρύ, αργό και τόσο καθηλωτικό που κάποιες υποψίες φωτός με μερικές ανοιχτές shoegaze-y νότες κάπου στη μέση το κάνουν να μοιάζει με όαση στη μέση μιας μαύρης τρύπας... πριν τις καταπιεί και αυτές ο ζόφος. Δεν συνηθίζω να βλέπω video clips, και απέφυγα και εδώ να το κάνω συνειδητά. Είχα ακούσει το "Social Contract" μόνο μέσω του streaming service of choice μου μέχρι που κάποιος που ξεχνάω μου πρότεινε το βίντεο. Τον ευχαριστώ για αυτό! Ένα short gore horror film γεμάτο με θεματικές της νέας τεχνο-φεουδαρχίας, της βίας του πολέμου και της ίδιας της ζωής μέσω των "κοινωνικών συμβολαίων" και το πως αυτή η βία επιστρέφεται. Στο "Seer" αντίστοιχα βλέπουμε στους στίχους να ρίχνουν φως στην απελπισία των εργατικών στρωμάτων στην καπιταλιστική δυστοπία που ζόυμε, και φυσικά των θηρίων που γεννιούνται μέσα από αυτό, ενώ στο "Water" αυτή η οργή στρέφεται προς τον δημιουργό που επιτρέπει τις κτηνωδίες. Ένας δίσκος που πετάει γερά στο έδαφος του πραγματικού κόσμου, τόσο θεματικά, τόσο και με την εξερεύνηση του πιο γήινου θορύβου. Θα έλεγα πως το Observance είναι ο δίσκος της χρονιάς αν το έτος είναι 3.000.000 πχ.
Αν κάτι χαρακτηρίζει διαχρονικά αυτό το τρίο από το Denver είναι η απόλυτη αφοσίωση στο να παράξουν το πιο απερίγραπτα βαρύ και το πιο συγκλονιστικά ζοφερό και δυσφορικό extreme metal στον κόσμο. Η μανιέρα τους ως τώρα είναι αργοί ρυθμοί, που συνθέτουν ένα ασφυκτικό ηχητικό οικοδόμημα, χτισμένο πάνω στον μηδενισμό τη βρωμιά, το σκοτάδι και βασανιστικά μακρόσυρτα κομμάτια και χαμηλοκουρδισμένα punishing riffs. Ακριβώς αυτό που νιώθουν διαχρονικά οι αντίπαλες ομάδες όταν πηγαίνουν να παίξουν στο Denver. Μια πόλη που λόγω της υψωμετρικής διαφοράς (1600 μέτρα πάνω από το επίπεδο της θάλασσας), έχει κατά 20% λιγότερο οξυγόνο και χαμηλότερη ατμοσφαιρική πίεση, κάτι που προκαλεί κόπωση, δύσπνοια, κράμπες και πτώση της αντοχής. Έτσι και οι Primitive Man επαναπροσδιορίζουν τι σημαίνει «αφόρητο βάρος» μέσα στο extreme metal. Δεν είναι death metal, δεν είναι doom και δεν είναι ακριβώς sludge. Είναι οι Primitive Man και στις 7 Απριλίου στο An Club δεν έρχονται καθόλου ειρηνικά. Μαζί τους δύο από τις καλύτερες sludge μπάντες της εγχώριας σκηνής, οι Omega Monolith και οι Scumbath.







