Lee "Scratch" Perry

Τον αποκάλεσαν ιδιοφυΐα, όμως άλλοι ισχυρίστηκαν ότι ήταν σίγουρα τρελός. Ήταν και τα δύο, αλλά το πιο σημαντικό: ο Lee Perry ήταν ο κορυφαίος μάγος της τζαμαϊκανικής κουλτούρας – ένας συνθέτης, παραγωγός και μηχανικός ήχου που, μαζί με τον King Tubby, συνέβαλε όσο κανείς στη διαμόρφωση του ήχου του dub. Εκτός από την παραγωγή μερικών από τα πιο επιδραστικά ονόματα στην ιστορία της reggae (Bob Marley & the Wailers, Congos, Junior Marvin, Max Romeo), η προσέγγιση του Perry στην παραγωγή και την μίξη dub ήταν εκπληκτικά καινοτόμος και τολμηρή∙ ενώ πολλοί ισχυρίζονται ότι ο King Tubby εφηύρε τo dub, υπάρχουν εξίσου πολλοί που θα υποστήριζαν ότι κανείς δεν πειραματίστηκε με αυτό ή το πήγε παραπέρα από τον Lee Perry.

Γεννημένος στον αγροτικό τζαμαϊκανό οικισμό St. Mary's το 1936, ο Perry ξεκίνησε τη σουρεαλιστική μουσική του οδύσσεια στα τέλη της δεκαετίας του '50.

Ήταν τα μέσα της δεκαετίας του 1950 και ο Perry νταραβεριζόταν σε δουλειές του ποδαριού. Στα πέριξ άρχισε να ακούει διάφορα για τη γέννηση μιας πολλά υποσχόμενης βιομηχανίας, μια λαμπρή ευκαιρία να παρακάμψει την κληρονομιά της αγροτικής φτώχειας της οικογένειάς του. Σε μια προσπάθεια να προσελκύσει νέο τουρισμό, το Νεγκρίλ, στο τότε υπανάπτυκτο τμήμα της δυτικής Τζαμάικα, γίνονταν διάφορα έργα/ Έτσι, ο Perry πήγε πρώτα στο Νεγκρίλ για να βοηθήσει στην κατασκευή του πρώτου δρόμου που οδηγούσε στην πόλη-θέρετρο.

Μέχρι να φτάσει ο Perry στο Κίνγκστον, την πρωτεύουσα της Τζαμάικα, στα τέλη της δεκαετίας του '50, ένα ολόκληρο κύκλωμα από κινητές ντίσκο (soundsystems) είχε εμφανιστεί για να αγκαλιάσει την εργατική τάξη της πόλης, η οποία είχε ερωτευτεί απελπισμένα τους πύργους από ηχεία με μπάσα που τροφοδοτούσαν τους συγκοπτόμενους ρυθμούς του ska, της ανερχόμενης μουσικής μορφής της εποχής. Ο Perry γρήγορα εντάχθηκε στην σκηνή αυτή, εργαζόμενος αρχικά ως θυρωρός στο θρυλικό Studio One του Sir Coxsone Dodd. Αποκαλούμενος «Small» Perry λόγω του μικροσκοπικού του αναστήματος (ο Perry έχει ύψος 1,88 μ.), σύντομα άρχισε να παράγει και να ηχογραφεί για τον Dodd, στο κέντρο της τζαμαϊκανής μουσικής βιομηχανίας. Συνεργάστηκε επίσης με τον Prince Buster. Μετά από έναν καβγά με τον Dodd (καθ' όλη τη διάρκεια της καριέρας του, είχε την τάση να καίει τις γέφυρες του αφότου σταμάτησε να συνεργάζεται με κάποιον), ο Perry πήγε να εργαστεί στην Wirl Records με τον Joe Gibbs.

Ο Perry και ο Gibbs δεν τα βρήκαν ποτέ σε τίποτα, και το 1968, ο Perry έφυγε για να σχηματίσει τη δική του δισκογραφική εταιρεία, με την ονομασία Upsetter. Η πρώτη κυκλοφορία του ήταν ένα single με τίτλο “People Funny Boy”. Εκτός από το ότι πούλησε εξαιρετικά καλά στην Τζαμάικα, ήταν ο πρώτος τζαμαϊκανός ποπ δίσκος που χρησιμοποίησε τον αργό, νωχελικό, μπάσο ρυθμό που σύντομα θα αναγνωριστεί ως το «riddim» της reggae και θα σηματοδοτήσει τη μετάβαση από την υπερκινητικά αισιόδοξη ska στην παλλόμενη, σφύζουσα νωθρότητα της «roots» reggae. Σε αυτό το σημείο της δεκαετίας του 1970, ο Perry κυκλοφόρησε μια εκπληκτική ποσότητα δουλειάς με το όνομά του και με πολλά, εξαιρετικά δημιουργικά ψευδώνυμα: Jah Lion, Pipecock Jakxon, Super Ape, the Upsetter, και το πιο διάσημο ψευδώνυμό του, "Scratch".

Πολλά από τα singles που κυκλοφόρησαν κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου ήταν σημαντικές τζαμαϊκανές (και βρετανικές) επιτυχίες, ορχηστρικά κομμάτια όπως τα "The Return of Django", "Clint Eastwood" και "The Vampire", τα οποία εδραίωσαν την αυξανόμενη φήμη του Perry ως σημαντικής δύναμης στη μουσική reggae. Γινόμενος όλο και πιο εξωφρενικός στις δηλώσεις του και στην προσωπική του εμφάνιση (όσον αφορά τα ρούχα, μόνο ο Sun Ra μπορεί να συγκριθεί με τα μεταχειρισμένα του Perry), ο Perry και η αξιοσημείωτη house μπάντα του, που ονομάζονταν επίσης Upsetters, συνεργάστηκαν με σχεδόν κάθε καλλιτέχνη στην Τζαμάικα.

Στις αρχές της δεκαετίας του '70, αφού άκουσε μερικά από τα πρώτα πειράματα dub του King Tubby, ο Perry ενδιαφέρθηκε επίσης για αυτή τη μορφή. Γρήγορα κυκλοφόρησε έναν εκπληκτικό αριθμό κυκλοφοριών dub και τελικά, σε μια περίοδο δημιουργικής ανεξαρτησίας, άνοιξε το δικό του στούντιο, το Black Ark. Στο Black Ark ο Perry ηχογράφησε και έκανε την παραγωγή μερικών από τα πρώτα, πρωτοποριακά κομμάτια του Bob Marley. Χρησιμοποιώντας το ρυθμικό section των Upsetters, τον μπασίστα Aston "Familyman" Barrett και τον ντράμερ αδερφό του Carlton Barrett, ο Perry καθοδήγησε τους Wailers σε μερικές από τις καλύτερες στιγμές τους, ηχογραφώντας τόσο δυνατά τραγούδια όπως τα "Duppy Conqueror" και "Small Axe". Οι καλές στιγμές, ωστόσο, δεν κράτησαν πολύ, ειδικά αφού ο Perry, εν αγνοία του Marley και της παρέας του, πούλησε τις κασέτες στην Trojan Records και έβαλε στην τσέπη τα χρήματα. Ο επικεφαλής της Island Records, Chris Blackwell, κινήθηκε γρήγορα και υπέγραψε με τους Wailers ένα αποκλειστικό συμβόλαιο, αφήνοντας τον Perry σχεδόν χωρίς τίποτα. Ο Perry κατηγορούσε τον Blackwell (έναν λευκό Άγγλο) για πολιτιστικό ιμπεριαλισμό και τον Marley ως συνεργό. Για χρόνια, ο Perry αναφερόταν στον Blackwell ως βρικόλακα και κατηγορούσε τον Marley ότι είχε κερδίσει την εύνοια των πολιτικών για να βγάλει γρήγορα χρήματα. Αυτές οι αποτυχίες δεν ανέκοψαν την πληθώρα κυκλοφοριών του Perry, είτε επρόκειτο για νέο υλικό είτε για μια φαινομενικά ατελείωτη συλλογή ανθολογιών. Ο Perry επέκτεινε επίσης το εύρος της επιρροής του, συνεργαζόμενος με τους Clash, οι οποίοι ήταν μεγάλοι θαυμαστές του, έχοντας διασκευάσει την έκδοση του κλασικού "Police and Thieves" του Junior Murvin (παραγωγή του Scratch). Ο Perry κλήθηκε για να παράγει μερικά κομμάτια για τους Clash, αλλά τα αποτελέσματα ρεμιξαρίστηκαν περισσότερο σύμφωνα με τις προτιμήσεις του συγκροτήματος. Όλη αυτή η σκληρή δουλειά προκαλούσε χάος στην ήδη εύθραυστη ψυχική κατάσταση του Perry, οδηγώντας σε νευρικό κλονισμό. Οι ιστορίες για την ψυχική του αστάθεια επιδεινώθηκαν από ιστορίες μαζικής κατάχρησης ουσιών (παρά τη δημόσια στάση του κατά όλων των ναρκωτικών εκτός από τo ιερό ganja), η οποία φέρεται να περιλάμβανε τακτική κατανάλωση κοκαΐνης και LSD.

Το 1979, η Black Ark, και όλα όσα περιείχε, κάηκαν ολοσχερώς. Ο Perry ισχυρίστηκε ότι η κακή καλωδίωση ευθύνεται, αλλά η πιο γνωστή και κοινώς αποδεκτή ιστορία είναι ότι ο Perry έκαψε το στούντιο σε μια κρίση τρέλας εμπνευσμένης από οξύ, πεπεισμένος ότι ο Σατανάς είχε κάνει την Black Ark το σπίτι του. Όπως και να 'χει, ο τόπος των μεγαλύτερων στιγμών του Perry ως παραγωγού είχε μετατραπεί σε (και παρέμεινε) ένα σωρό από ερείπια και στάχτη. Λίγο μετά την πυρκαγιά που κατέστρεψε την Black Ark, ο Perry, ολοένα και πιο βαρεμένος τη μουσική βιομηχανία στην Τζαμάικα (η οποία από όλες τις απόψεις είναι η προσωποποίηση της διαφθοράς), αποφάσισε να εγκαταλείψει την Τζαμάικα. Παρά τα σημαντικά χαμηλά της καριέρας του, ο Perry παρέμεινε απασχολημένος και, όπως φαινόταν, αρκετά χαρούμενος. Αν και ήταν λιγότερο περιζήτητος ως παραγωγός, η σόλο δουλειά του παρέμεινε πολύ δυνατή, και η συνεχιζόμενη επιρροή του ήταν αισθητή στη σύγχρονη dub μουσική των Mad Professor (άλλου ενός πρώην προστατευόμενου του Perry, τον οποίο ο Perry συνέχισε να περιφρονεί) και σε κάποια post-rave ηλεκτρονική μουσική. Ακόμα και οι Beastie Boys έδωσαν στον Perry τα εύσημα του σε μια ομοιοκαταληξία για την κυκλοφορία τους Ill Communication και αργότερα τον πρόσθεσαν στο πρόγραμμα των ερμηνευτών σε μια συναυλία για την ελευθερία του Θιβέτ. Το 1997, η Island (η δισκογραφική εταιρεία που ίδρυσε ο «βρικόλακας» Chris Blackwell) κυκλοφόρησε το Arkology, μια καλά αποδεκτή συλλογή τριών δίσκων με ηχογραφήσεις του Perry. Την ίδια χρονιά, μια συνεργασία με τον Dieter Meier του ελβετικού ηλεκτρονικού ντουέτου Yello, που ονομάζεται Technomajikal, έφτασε στην δισκογραφική εταιρεία Roir. Το έργο κατέστη γεωγραφικά εφικτό χάρη στη μετακόμιση της Scratch στην Ελβετία. Μια επανένωση με την δισκογραφική εταιρεία Trojan έγινε το 2002, όταν κυκλοφόρησε το νέο άλμπουμ Jamaican ET από την εταιρεία. Δύο χρόνια αργότερα, το Panic in Babylon ηχογραφήθηκε με το ευρωπαϊκό συγκρότημα White Belly Rats, ενώ το θρυλικό άλμπουμ του Super Ape επανεκδόθηκε σε περιορισμένη έκδοση από την εταιρεία Hip-O Select. Το 2006, οι George Clinton, DJ Spooky και TV on the Radio συνέβαλαν σε remixes όταν η αμερικανική εταιρεία Narnack επανέκδωσε το Panic in Babylon με διαφορετικό artwork και ένα bonus disc….

Ο Perry συνέχισε απτόητος να ηχογραφεί ως τις τελευταίες ώρες της ζωής του. Αναχώρησε για τον Παράδεισο των Ρασταφάρι στις 29 Αυγούστου 2021.

Lee Perry Essentials

10. The Upsetters - 14 Dub Blackboard Jungle (Clocktower Records, 1981)

Το Blackboard Jungle είναι ένας από τους πιο περιζήτητους δίσκους Dub που έχουν κυκλοφορήσει ποτέ. Αποτελεί την τέλεια εισαγωγή στον παράξενο και υπέροχο κόσμο των Upsetters και άλλης μουσικής Dub. Το άλμπουμ εισάγεται με την αμίμητη φωνή του Lee Perry που αναγγέλλει: «Καλώντας τους πράους και τους ταπεινούς, καλώς ήρθατε στη ζούγκλα του μαυροπίνακα, οπότε μην ψάχνετε, απλώς να είστε ταπεινοί...». Όποιος δεν έχει ακούσει τον Lee Perry να μιλάει πριν, θα μαγευτεί από την εκπληκτική χροιά του. Η εισαγωγή έχει ένα εκπληκτικό εφέ, το οποίο έγινε συνηθισμένο χάρη στο dub. Μόλις η φωνή του Lee Perry σβήσει, δημιουργούνται στο στούντιο κάποιοι σύντομοι, οξείς θόρυβοι, όπως ξύσιμο της κιθάρας και πολύ ασυνήθιστα τύμπανα. Το highlight του άλμπουμ είναι η εκδοχή του "Kaya" των Wailers.

9. Lee "Scratch" Perry - Roast Fish, Collie Weed & Corn Bread (Lion Of Judah, 1978)

Ηχογραφημένο κατά τη χρυσή εποχή της Μαύρης Κιβωτού, αυτό το άλμπουμ αρχικά απορρίφθηκε από την Island Records. Αυτό πιθανώς οφειλόταν στην πειραματική υπερφόρτωση, με τον Perry να κάνει sampling σε μουγκρητά αγελάδων, μωρά να κλαίνε και          σε κρουστά από σπρέι. Οι Upsetters, που περιλαμβάνουν τους Earl Chinna Smith, Sly Dunbar & Boris Gardiner, προσφέρουν ένα τόσο στιβαρό groove που του επιτρέπει να τη γλιτώνει με τέτοιες τρέλες. Περιέχει μερικά κλασικά κομμάτια όπως το “Soul Fire”, το οποίο αποδεικνύει την υπέροχη φωνή του Perry, και ίσως την καλύτερη εκδοχή της διεθνούς επιτυχίας, “Curly Locks”. Το άλμπουμ κλείνει με το ambient dub “Roastfish & Cornbread”, ένα σκοτεινό skank που ο ήχος του προοικονομεί τις συνεργασίες των Massive Attack με τον Mad Professor.

8. Jah Lion – Columbia Colly (Island, 1976) 

Σε παραγωγή του Lee Scratch Perry στα Black Ark Studios του και κυκλοφορία από την Island Records, το Colombia Colly διαθέτει άψογα διαπιστευτήρια και τον τραγουδιστή Jah Lion (κατά κόσμον Patrick Francis Lloyd, ο Perry του έδωσε το Ρασταφάρι ψευδώνυμο Jah Lion). Ήταν το μόνο άλμπουμ του Jah Lion για την Island, καθώς μετά μετακόμισε στην εξίσου σημαντική δισκογραφική εταιρεία Front Line. Απεβίωσε το 1999.

Τόσο toaster όσο και τραγουδιστής, ο Jah Lion καταφέρνει να κάνει μια εξαιρετική εκδοχή του κλασικού “Fever” του Little Willie John ως ένα μαστουρωμένο “Hay Fever”, ενώ τα τραγούδια των άλλων είναι λεηλατημένα και ανεστραμμένα: το εναρκτήριο τραγούδι “Wisdom” παίρνει από το “Words of My Mouth”, το Sata στο τέλος χρησιμοποιεί τους γνώριμους στίχους της reggae τραγουδοποιίας.

7. The Upsetters- – Return Of Django / Eastwood Rides Again (Doctor Bird, 2018)

Επανέκδοση δύο κλασικών άλμπουμ με επικεφαλής τον Lee Perry, συμπεριλαμβανομένου του μεγάλου βρετανικού hit single “Return Of Django”. Ο Perry ίδρυσε την εταιρεία παραγωγής Upsetter το 1968. Ένα in-house συγκρότημα άρχισε να διαμορφώνεται με το όνομα All Stars (στους οποίους περιλαμβάνονταν ο οργανίστας Winston Wright και o ενορχηστρώτής Gladdy Anderson), οι οποίοι θα γίνονταν η πρώτη εκδοχή των Upsetters. Tο συγκρότημα δούλευε πάνω σε μια εκδοχή του R&B κομματιού “Sick And Tired” που εξελίχθηκε στο single “Return To Django” έγινε πραγματικότητα. Μη ικανοποιημένος με οποιαδήποτε φωνητική εκτέλεση, ο Perry αποφάσισε να χρησιμοποιήσει το σαξόφωνο του Val Bennett στην αρχή και άλλαξε τον τίτλο στο κομμάτι (έχοντας εμπνευστεί από τη μανία της εποχής με τα «Spaghetti Western»). Ο δίσκος αποδόθηκε στο όνομα των Upsetters και έτσι ξεκίνησε μια γεμάτη καριέρα.

Αυτό που λείπει από το άλμπουμ στους στίχους, το αναπληρώνει με το παραπάνω με τους αυθεντικούς ρυθμούς, όπου ο Perry είναι απαράμιλλος. Τα πλήκτρα ακούγονται φουλαρισμένα στο εξαιρετικό “Cold Sweat”, ενώ το “Night Doctor” διαφοροποιεί λίγο τα πράγματα παρουσιάζοντας μερικές πολύ χαμηλές νότες οργάνου με ένα breakdown section και συμπαγή ρυθμό, καθιστώντας το ένα πολύ ωραίο παράδειγμα αυθεντικής reggae. Το “Eight For Eight” διαθέτει μια πρωτοποριακή εισαγωγή σε στυλ DJ. Το κοφτερό “Man From MI5” σημείωσε μεγάλη επιτυχία στους κύκλους των skinheads. Στο τελευταίο κομμάτι, το “Medical Operation”, η κιθάρα για πρώτη φορά παίρνει τον πρωταγωνιστικό ρόλο και η funk χροιά στον ρυθμό είναι προάγγελος αυτού που θα έπαιρνε μια πιο συμπαγή μορφή αργότερα (dub).

6. The Heptones - Party Time (Island, 1977)

Το Party Time των The Heptones, σε παραγωγή του Lee "Scratch" Perry στα Black Ark Studios, θεωρείται ευρέως ως ένα αριστούργημα roots reggae, συνδυάζοντας απαλές τριμερείς αρμονίες με μια ξεχωριστή, καπνιστή και ελαφρώς ψυχεδελική παραγωγή. Με την εξαιρετική σύνθεση τραγουδιών του Leroy Sibbles, το άλμπουμ επαινείται για την απαλή, ψυχώδη και "ηλιόλουστη" ατμόσφαιρά του. Το άλμπουμ είναι γνωστό για τον πυκνό αλλά απαλό ήχο του Black Ark, με μια πιο χαλαρή, στιλβωμένη ατμόσφαιρα σε σύγκριση με άλλα τραχιά roots άλμπουμ της εποχής. To ομώνυμο κομμάτια μαζί με τα "Mr. President" και "Sufferer's Time" έμειναν κλασικά στον ήχο της Τζαμάικα του ’70, ενώ η διασκευή τους στο "I Shall Be Released" που έγραψε ο Dylan για τους Band, είναι μελωδική και απλώς πανέμορφη.

5. Bob Marley & The Wailers – Soul Rebels (Upsetters, 1970)

Πέντε χρόνια μετά την κυκλοφορία ενός ομώνυμου άλμπουμ με το πρόσχημα των The Wailing Wailers, ο Bob Marley και η μπάντα του μπήκαν στο Randy's Studio στο Κίνγκστον με νέο όνομα και αίσθηση σκοπού. Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι αυτός είναι ο πρώτος αληθινός δίσκος τους, καθώς ο προηγούμενός τους δημιουργήθηκε από κομμάτια από την εποχή που βρίσκονταν στο Studio One. Αντίθετα, το Soul Rebels - που κυκλοφόρησε όταν ο Marley ήταν 25 ετών - ηχογραφήθηκε με έναν συγκεκριμένο ήχο και κατεύθυνση. Με οδηγό τον Lee Perry, ο οποίος επέμενε σε μια μινιμαλιστική προσέγγιση reggae, το αποτέλεσμα ήταν ακατέργαστο, ο ήχος του Trenchtown. Η φωνή του Marley εδώ είναι όπως θα αναγνωρίσουν οι άνθρωποι σε όλο τον πλανήτη: ψυχώδης και βγαλμένη από το ένστικτό της. Οι φωνητικές γραμμές είναι συνήθως σύντομες και κοφτές, με ένα εφέ που προσδίδει μια ζωντανή αίσθηση στις ηχογραφήσεις, σε συνδυασμό με το διακριτικό παίξιμο της ηλεκτρικής κιθάρας, τις βρώμικες γραμμές του μπάσου, τις απαλές φωνητικές αρμονίες και τους χαλαρούς ρυθμούς του κρουστού Bunny Wailer.

Το "No Sympathy", γραμμένο και ερμηνευμένο από τον κιθαρίστα Peter Tosh, έχει έναν περίεργο ρυθμό που προέρχεται από ασταθή μέρη κιθάρας και τρομακτικό όργανο που υπογραμμίζει μια αίσθηση πόνου που ακτινοβολεί ο τραγουδιστής: "I can't find no love/ No sympathy/ What kind of love/ They've got for me". Το "400 Years", που τραγουδιέται και πάλι από τον Tosh, είναι ένας ύμνος αντίστασης που απαιτεί από τους νέους να μην σταματούν ποτέ να αγωνίζονται ενάντια στην καταπίεση ("Why do Black people close their eyes? / Come to reality").

4. The Upsetters - Super Ape (Island, 1976)

Το Super Ape είναι ίσως το καλύτερο dub άλμπουμ όλων των εποχών. Αντλήθηκε από διάφορα ηχογραφημένα projects στα οποία δούλευε ο Perry με τους Heptones, Max Romeo, Prince Jazzbo και The Full Experience.

Το εξώφυλλο του Tony Wright απεικονίζει έναν τερατώδη πίθηκο να λεηλατεί στην εξοχή, καπνίζοντας ένα μνημειώδες σπλιφ, με την κοιλιά του γεμάτη ψητό ψάρι, ρίζες, ψωμί καλαμποκιού και μάκκα να πατάει πάνω σε σαύρες που κρώζουν. Υπαινίσσεται το πείραμα που υπάρχει μέσα. Είναι αξέχαστο. Όπως και ο δίσκος. Ο ήχος ενός τόπου στο χρόνο. Δεν ξεκινά ούτε τελειώνει. Κυλάει. Και αυτό υποτίθεται ότι είναι το κατώτερο μιξάζ, το πρωτότυπο έχει ακολουθήσει τον δρόμο του Αγίου Δισκοπότηρου. Είναι ένας ηχητικός πλανήτης από μόνος του. Τα εναρκτήρια τύμπανα είναι σαν χτύπημα στην πόρτα και το χαμηλό σφύριγμα ζητάει την προσοχή σας. Ο ψαλμός των Heptones, «The Blood of Zion”. Ο Lee Perry είναι εμπνευσμένος από τον Jan. Γνωρίζει πώς ο Jan δημιουργεί τη φύση και δημιουργεί αυτόν τον ήχο. Ο ήχος της βροχής στις στέγες, ο άνεμος από τα δέντρα και οι καταιγίδες στον ωκεανό. 

Ο Prince Jazzbo κάνει toasting στο “Croaking Lizard”. Το μιξ εδώ είναι εξαιρετικό, όπως και στο “Black Vest”, με τα χάλκινα πνευστά και τα μπόνγκο. Μπορείς να μυρίσεις το αλάτι στην παραλία και να νιώσεις το ζεστό αεράκι. Ο ρυθμός σε παρασύρει σε μια ψυχεδελική δίνη. Τα τύμπανα και το μπάσο ηχούν γενναία στο “Dread Lion” και ύστερα όλα ηρεμούν με τα γλυκά τραγούδια του  “Three in One”  και το καθησυχαστικό ρεφρέν του “Dub Along”. Μεγαλειώδης δίσκος.

3. Junior Murvin - Police and Thieves (Island, 1977)

Ο Junior Murvin δεν είχε ποτέ την καριέρα που θα έπρεπε να είχε. Μετά από αυτόν τον δίσκο, συνέχισε να συνεργάζεται με παραγωγούς, ενδιαφέροντες και μη, αλλά τίποτα δεν τα πήγε τόσο καλά. Ο Murvin είχε περάσει ανεπιτυχώς για πρώτη φορά από οντισιόν για τους Lee Perry και Coxsone Dodd στο Studio One στα μέσα της δεκαετίας του 1960.

Δεν επρόκειτο να συμβεί τον Μάιο του 1976, όταν ο Murvin προσπάθησε ξανά. Είχε ένα όραμα που τον οδήγησε πίσω στον Perry, ο οποίος πλέον είχε τον έλεγχο του δικού του Black Ark Studio.

Aπό την αρχή κιόλας του "Roots Train", οι πρώτες συλλαβές του "μπα μπα μπα μπα μπα" ακούγονται σαν κάποιο είδος προειδοποιητικής σειρήνας που αιωρείται πάνω από την περίπλοκη ηλεκτροφουτουριστική υπόκρουση του Perry. Όταν ο Murvin καταλήγει στο ρεφρέν του, το οποίο είναι ουσιαστικά ο στίχος "Roots train #1 / Is coming" που επαναλαμβάνεται τέσσερις φορές, νιώθεις τη δικαιοσύνη και την αγνότητα της ψυχής του σε κάθε συλλαβή. Το χαρακτηριστικό φαλτσέτο τραγούδι του Murvin. Η δουλειά του Perry σε αυτό το άλμπουμ είναι αδιόρατη, από τους ρυθμούς μέχρι τα backing vocals που αιωρούνται πίσω από τον Murvin και μετά εξαφανίζονται σαν να μην συνέβησαν ποτέ.

Ο Perry είναι αρκετά ευαίσθητος για να πλαισιώσει με doowop το παλιό τραγούδι του Junior Murvin "Solomon" και αρκετά τολμηρός για να γυρίσει και να φτιάξει ένα υπνωτικό skank με το "Rescue Jah Children" στο επόμενο κιόλας κομμάτι. Το “False Teachin'” ακούγεται λιγότερο σαν τραγούδι και περισσότερο σαν γκόσπελ κατευθείαν από τον παράδεισο αλλά το groove είναι funky one-drop τελειότητα, και η μαρτυρία του Murvin περιλαμβάνει τα πάντα, από τζαζ scatting μέχρι lover-man croon. Όσο για το "Police and Thieves",  όσοι το γνωρίζουν μόνο από την έκδοση των Clash, θα εκπλαγούν πολύ με το πόσο αργό , σκόπιμο και αυτάρκες ακούγεται, πόσο όμορφη είναι η μελωδία και ο ρυθμός υποστήριξης, και πόσο διεξοδικά κυριαρχεί σε όλες τις διασκευές του. Αυτή η ιστορία για το πώς το "All the peace makers / Turn war officers" δεν θα ξεπεραστεί ποτέ ούτε θα ξεχαστεί από τη μόδα. Ούτε ο αγωνιώδης τρόπος που ο Murvin ερμηνεύει το τραγούδι ή ο τρόπος που ο Perry συμπυκνώνει όλες τις διάφορες τεχνικές και τα κόλπα του σε τρία λεπτά και 51 δευτερόλεπτα. Τα επιπλέον κομμάτια είναι επίσης εξαιρετικά. Ποιος δίσκος reggae είναι ολοκληρωμένος χωρίς ένα remake ενός τραγουδιού του Curtis Mayfield που ονομάζεται “Rasta Get Ready”;

2. Max Romeo & The Upsetters – War Ina Babylon (Island, 1976)

Η Τζαμάικα στα μέσα της δεκαετίας του 1970 ήταν μια χώρα σε αναταραχή – συντετριμμένη από μια οικονομία που κατέρρεε, φτώχεια, πληθωρισμό και συγκρουόμενες πολιτικές συμμορίες που μετέτρεψαν τμήματα του Κίνγκστον σε εμπόλεμη ζώνη. Το 1976 ξεκίνησε ιδιαίτερα τραγικά, με περισσότερες από 160 δολοφονίες με πολιτικά κίνητρα να έχουν καταμετρηθεί μέχρι τον Ιούνιο, γεγονός που οδήγησε τον πρωθυπουργό Michael Manley να κηρύξει κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Σε αυτό το πλαίσιο, ο τραγουδιστής Max Romeo και ο Lee «Scratch» Perry συνέλαβαν ένα τραγούδι για να αποτυπώσουν τη βαριά ατμόσφαιρα. Το προειδοποιητικό του ρεφρέν; «It Sipple Out Deh» (δηλαδή, είναι ολισθηρά εκεί έξω, επικίνδυνα).

Το δυνατό single – που κυκλοφόρησε αρχικά ως “Sipple Out Deh” και αργότερα μιξαρίστηκε και μετονομάστηκε σε “War Ina Babylon” – μετέτρεψε τον Romeo από πρώην τραγουδιστή της ska και rocksteady εποχής, γνωστό για μια άσεμνη επιτυχία (“Wet Dream”), στον εμπνευστή ενός επείγον κύματος roots reggae μουσικής διαμαρτυρίας. Βοήθησε επίσης να ανακοινωθεί η ιδιοφυής δουλειά που αναδυόταν από τα Black Ark Studios του Perry. Έτσι, το War Ina Babylon του Max Romeo – ένα από τα πρώτα ολοκληρωμένα άλμπουμ που δημιουργήθηκαν εξ ολοκλήρου από την Black Ark – είναι υποδειγματικό τόσο για το φλογερό του μήνυμα όσο και για τον μαγευτικό ήχο που το μεταφέρει. Το “One Step Forward” ανοίγει το άλμπουμ με μια καταστροφική καταδίκη του Λαϊκού Εθνικού Κόμματος του Manley – κάποτε σύμβολο ισότητας και αισιοδοξίας μεταξύ της υποφερτής κατώτερης τάξης του JA, τώρα της αναποτελεσματικότητας. Το λαμπρό “Chase the Devil” είναι καθαρή δικαιοσύνη Rasta, και αργότερα θα γινόταν επιπλέον γνωστό για την συχνά χρησιμοποιούμενη βροντερή εισαγωγή του («Lucifer son of the morning/ I'm gonna chase you out of Eart'!») και το ρεφρέν («I'm gonna sent him to out space to find another race») από τον Jay-Z (μέσω του Kanye) και τους Prodigy.

1. The Congos - Heart of the Congos (Black Art, 1977)

Δεν υπάρχει άλλο άλμπουμ σαν το ντεμπούτο του roots reggae duo The Congos, σε παραγωγή του Perry. To Heart of the Congos είναι ορόσημο για τη dub μουσική για και εν γένει για την τζαμαϊκανή κουλτούρα. Τα κλασικά στοιχεία παραγωγής της dub στην κιθάρα και στα ντραμς συνδυάζονται με την ηχώ της εκκλησιαστικής χορωδίας, το φαλτσέτο του Cedric Myton και τα φωνητικά του βαρύτονου Roy Johnson.

Υπάρχει μια αίσθηση αφρικανικής διασπορικής αιώνιας ενότητας στο άλμπουμ. Οι μελωδίες στο Heart of the Congos, με εξαίρεση το ασυνήθιστα χαοτικό και μελωδικό (αλλά πολύ ωραίο) δεύτερο κομμάτι "Congoman", μοιάζουν όλες σαν να θα έπρεπε να μπουν στο Great Jamaican Songbook, το καθένα εξισορροπώντας με λεπτότητα μια λαϊκή ευαισθησία για την ανάπτυξη της μελωδίας ως το μονοπάτι της ελάχιστης αντίστασης στην αφήγηση με μια έντονη εστίαση. Το ζωηρό, υμνητικό "Fisherman" θα μπορούσε να είχε γραφτεί πριν από 150 χρόνια. Η συγκινητική μπαλάντα "The Wrong Thing" το ίδιο.

Η εμπειρία της ακρόασης του Heart of the Congos μπορεί να λειτουργήσει ως ένα μάθημα ιστορίας, δεδομένης της τελικής διάχυσης της dub σε τόσα πολλά διαφορετικά, ονομαστικά άσχετα είδη μουσικής κουλτούρας - χωρίς να προσπαθήσουμε να σχεδιάσουμε ακριβή γενεαλογικά δέντρα, μπορεί να είναι ενδιαφέρον να δούμε πού διατηρήθηκε, πού τροποποιήθηκε, πού εξαφανίστηκε το ριζοσπαστικό άνοιγμα των Myton και Johnson στην πνευματική εμπειρία στους διαδόχους του.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured