Στις 23 Ιανουαρίου 1976, ο David Bowie έβγαλε το Station to Station και, χωρίς να το ξέρει ούτε καν ο ίδιος τότε, γιατί ο άνθρωπος ζούσε σε μια θολή χιονοθύελλα κοκαΐνης, έστησε μια γέφυρα που ακόμα περνάμε από πάνω της. Από τη μία το Young Americans και η «πλαστική σόουλ» του, από την άλλη η ψυχρή γεωμετρία του Βερολίνου που ερχόταν σαν νυχτερινό τρένο: Low, "Heroes", Lodger. Το Station to Station είναι ο σταθμός ανάμεσα στα δύο ορόσημα. Και σήμερα, 50 χρόνια ακριβώς μετά, ακούγεται σαν ένα σήμα κινδύνου που παραμένει τόσο εθιστικά όμορφο.
Υπάρχει μια στιγμή στη ζωή κάθε καλλιτέχνη που το κοινό του ζητάει να μείνει ο ίδιος: να παραδώσει ξανά το ίδιο κόλπο, το ίδιο χαμόγελο, την ίδια πόζα. Ο Bowie, αντί γι’ αυτό, έφτιαξε έναν διάδρομο προσγείωσης για μια καινούργια περσόνα: τον Thin White Duke. Όχι τον Ziggy, που ήταν ένα μεγαλειώδες πυροτέχνημα στον glam ουρανό, ούτε τον Aladdin Sane, που ήταν μια συμβολική αφίσα της τρέλας. Ο Duke είναι κάτι πιο ενοχλητικό: κομψός, άδειος, και πάνω απ' όλα, αριστοκρατικά παγωμένος. Ένα «άνθρωπος-σκιά» που σου χαμογελάει αλλά δεν σε αφήνει να κρατήσεις δικό σου, τίποτα από αυτό το χαμόγελο.
Και κάπου εδώ μπαίνει μια ειρωνεία που μπορεί να σε κυνηγάει κάθε φορά που επιστρέφεις στο άλμπουμ: ο Bowie, ο πιο «θεατρικός» ποπ οργανισμός της εποχής, καταλήγει να φτιάχνει το πιο αντι-συναισθηματικό του έργο. Σαν να γύρισε την κάμερα στον εαυτό του και να είπε: «Ορίστε. Αυτός είμαι, όταν δεν παίζω ότι είμαι κάτι άλλο». Και, εντάξει, μετά θυμόμαστε πως ήταν μια περίοδος που ο ίδιος έλεγε ότι σχεδόν δεν θυμάται τις ηχογραφήσεις, μια δήλωση που αν μην τι άλλο κάνει όλο το πράγμα πιο τρομακτικό, και καθόλου ρομαντικό.

Λος Άντζελες, 1975: Η πόλη-μηχανή και ο άνθρωπος που ξέμεινε από ύπνο
Το 1975 ο Bowie κατεβαίνει στο Λος Άντζελες για τον πιο αμερικάνικο λόγο απ’ όλους: να γίνει κινηματογραφικός σταρ. Μόνο που το Λος Άντζελες δεν είναι ακριβώς μια πόλη, αλλά μια μηχανή, και αυτή η μηχανή τον μασάει. Οι μέρες γίνονται άυπνες κλωστές, η κοκαΐνη καθημερινό καύσιμο, το σώμα ένα δοχείο που αδειάζει. Είχε πει χαρακτηριστικά στο Rolling Stone πως μισούσε τον ύπνο, πως θα προτιμούσε να μένει ξύπνιος και να δουλεύει συνέχεια. Κι εντωμεταξύ, η διατροφή του κατρακυλά σε κάτι σχεδόν σουρεαλιστικό: πιπεριές και γάλα, μέχρι που κάποια στιγμή, το βάρος του πέφτει κάτω από τα 47 κιλά. Ένα σώμα-σκιά για έναν άνθρωπο που πάντα ήξερε να γίνεται εικόνα.
Το μυαλό του, την ίδια ώρα, δουλεύει ασταμάτητα. Κλείνεται σε ένα νοικιασμένο σπίτι στο Bel Air, ανάβει μαύρα κεριά, μιλάει για σώματα που "πέφτουν" έξω από το παράθυρο, μπλέκει με τον αποκρυφισμό, σαν να ψάχνει μεταφυσική έξοδο κινδύνου. Και μέσα σ’ αυτή τη μανία, ξεστομίζει πράγματα που σήμερα ακούγονται όχι απλώς άβολα αλλά δηλητηριώδη: δηλώσεις θαυμασμού για τον Χίτλερ, φλερτ με μια «δεξιά, πλήρως δικτατορική τυραννία». Σαν να δοκίμαζε το απόλυτο κακό όχι ως πολιτική, αλλά ως πρόκληση, κι όμως η πρόκληση, όταν είσαι διαλυμένος, δεν είναι παιχνίδι. Είναι σύμπτωμα. Και κάπου εκεί, μέσα από αυτό το βούρκο, γεννιέται το Station to Station. Ένας δίσκος που βγαίνει από την τρέλα και, με έναν τρόπο σχεδόν ανεξήγητο, την υπερβαίνει. Αργότερα ο Bowie θα μιλήσει γι’ αυτή την περίοδο σαν για τις «σκοτεινότερες μέρες» της ζωής του, τόσο ποτισμένες με ασχήμια που η ανάμνηση του έγινε σχεδόν αδύνατη. Και πριν τραγουδήσει το "Word on a Wing", χρόνια μετά, θα το περιγράψει σαν μια άθελη κραυγή κινδύνου, μια κλήση για βοήθεια που "βγήκε" από μέσα του χωρίς να το έχει προγραμματίσει.
Αν το δεις σαν αφήγημα, το Station to Station είναι ο ήχος ενός ανθρώπου που προσπάθησε να δραπετεύσει από τον εαυτό του και τελικά βρέθηκε πιο βαθιά μέσα του. Ο εθισμός πάντα υπόσχεται διαφυγή, αλλά στην πράξη σε οδηγεί σε έναν διάδρομο όπου, όσο προχωράς, τόσο σε περιμένει αυτό από το οποίο έτρεχες. Και ο Bowie, με μια σχεδόν αδιανόητη σκληρότητα προς τον εαυτό του, πήρε αυτή τη φρίκη και την έκανε αιώνια μουσική. Παραλίγο να τον σπάσει, αλλά έζησε για να την μετατρέψει σε τέχνη.
Το στούντιο ως καταφύγιο και ως εργαστήριο
Το Station to Station ηχογραφήθηκε κυρίως στο Cherokee Studios στο Λος Άντζελες, στα τέλη του 1975, μετά τα γυρίσματα του The Man Who Fell to Earth, του Nicolas Roeg, και όχι δεν πρόκειται για κάποια λεπτομέρεια αυτό. Το εξώφυλλο είναι κυριολεκτικά ένα still από την ταινία: ο Bowie ως Thomas Jerome Newton, ένας ξένος που δεν κουμπώνει στην ανθρώπινη πραγματικότητα, σε μια μοναδικά σπάνια αισθητική που «έδεσε» τόσο απελπισμένα με την ψυχική κατάσταση ενός δίσκου. Εκεί, σε ένα περιβάλλον με τεχνικές δυνατότητες και χρόνο για πειραματισμό, ο Bowie και ο Harry Maslin αφήνουν τον δίσκο να λειτουργήσει σαν κάποιο ατύχημα που τελικά βγάζει νόημα, πάντα με την έννοια της ανοικτής φόρμας και όχι με την ιδέα του πρόχειρου πειραματισμού. Εδώ, ό,τι γράφεται, δοκιμάζεται και ό,τι δοκιμάζεται, μπορεί να γίνει κανόνας.
Ο Harry Maslin παραγωγός, ηχολήπτης και μηχανικός ήχου με κομβική παρουσία στη μετάβαση της ποπ και του ροκ ήχου από τα late 60s στα "μεγάλα" studio των 70s και 80s είχε ήδη συνδέσει το όνομά του με εμπορικά και καλλιτεχνικά ορόσημα: υπέγραψε (ως engineer/producer) No.1 επιτυχίες όπως το "Mandy" του Barry Manilow και το "Then Came You" της Dionne Warwick & The Spinners, ενώ στη δισκογραφία του David Bowie έχει ρόλο-κλειδί ως συμπαραγωγός σε κομμάτια του Young Americans, με κορυφαίο το "Fame".
Στη συνέχεια o Bowie κάλεσε τον Carlos Alomar, έναν βετεράνο των ηχογραφήσεων του Young Americans. Ο κιθαρίστας ήταν ενθουσιασμένος που επέστρεφε στο στούντιο με τον Bowie, αλλά ήθελε να απλοποιήσει τον τρόπο με τον οποίο ηχογραφούσε. Αφού ο τραγουδιστής σκιαγράφησε ένα τραγούδι, ο ντράμερ Dennis Davis, ο Alomar και ο μπασίστας George Murray, γνωστοί και ως DAM Trio, δημιουργούσαν ένα ρυθμικό κομμάτι. Στη συνέχεια, οι υπόλοιποι μουσικοί (στην περίπτωση αυτή, ο κιθαρίστας Earl Slick και ο πληκτράς της E Street Band Roy Bittan) πρόσθεταν τα μέρη τους, πριν ο Bowie ηχογραφήσει τελικά τα φωνητικά του.
«Με το ρυθμικό τμήμα σταθερό, είχες μια πανοραμική εικόνα ολόκληρου του τραγουδιού», είχε πει ο Alomar στο Rolling Stone. «Καταφέραμε να δημιουργήσουμε το σκελετό αυτού που χρειαζόμασταν, κάτι που επέτρεψε στους άλλους μουσικούς να έχουν μια ευρύτερη γκάμα ήχων για να δουλέψουν. Και οι διαφορετικοί τρόποι με τους οποίους βλέπαμε τις ενορχηστρώσεις επέτρεψαν στον David να δει τη μουσική με τον ίδιο τρόπο που βλέπει τις λέξεις, δηλαδή να τις κόψει». Αυτό καθόρισε τον τρόπο με τον οποίο ο Bowie θα ηχογραφούσε και τον πυρήνα της μπάντας του για τα επόμενα χρόνια. Όπως πάντα, ο Bowie δούλευε πυρετωδώς. Οι μουσικοί είχαν συνηθίσει να καλούνται στο στούντιο οποιαδήποτε ώρα της ημέρας. «Θυμάμαι μια νύχτα που δεν είχαμε καν κλείσει το στούντιο και ήμουν στο Rainbow Bar and Grill», θυμάται ο Slick. « Ξαφνικά, ένας από τους roadies μπαίνει μέσα. Ψάχνουν όλο το μαγαζί και με βρίσκουν σε ένα τραπέζι στο βάθος. Μου λέει: "Ώρα να πάμε για δουλειά". Εγώ του λέω: "Είναι μία το πρωί και είμαι μεθυσμένος". Εκείνος απαντάει: "Δεν πειράζει. Ο David είναι στο στούντιο. Έχει ένα αυτοκίνητο έξω". Έτσι, πλήρωσα τον λογαριασμό μου, μπήκα στο αυτοκίνητο και δούλεψα όλη τη νύχτα. Θέλω να πω, δεν ήταν κάτι ασυνήθιστο όλο αυτό».
Κάπως έτσι ο ήχος αυτού του άλμπουμ δεν έπεσε από τον ουρανό, αλλά χτίστηκε αργά και σε βάθος χρόνου, σαν την πόλη των Αγγέλων στα 70s που δεν κοιμάται. Είναι γνωστό πώς για χρόνια ο Bowie δοκίμαζε σόουλ και φανκ υλικά, έλιωνε τους ρυθμούς σε ιδρωμένα τραγούδιαμ, από το David Live μέχρι το Young Americans, μέχρι που κάποια στιγμή το κύμα γύρισε και του έγνεψε ακόμη κι ο George Clinton, σαν να του έλεγε: «ναι, σε βλέπω». Εδώ όμως, στο Station to Station ο Bowie κάνει ένα βήμα πίσω, για να μείνει λίγο πιο πιστός (αν και χαμένος) στη δική του ακρίβεια: παίρνει τις σόουλ και τις μπλουζ σκιές και τις δένει με έναν πιο σφιχτό, πιο ροκ σκελετό, με λιγότερη φιγούρα, αλλά με περισσότερο νεύρο.

Ο Thin White Duke και το κενό: Όταν η μάσκα γίνεται σωσίβιο και θηλιά
Ξέροντας όσα ξέρουμε πια για εκείνη την περίοδο του Bowie, και διαβάζοντας ανάμεσα στις γραμμές όλων όσων είπε αργότερα, είναι σχεδόν αδύνατο να ακούσεις το Station to Station σαν «απλώς έναν δίσκο» του. Τουλάχιστον, μέσα μου, κάτι αντιστέκεται. Γιατί εδώ, πίσω από τη λάμψη και την αναθεματισμένη ακρίβεια στα παιξίματα, υπάρχει ένα πράγμα που τρώει σιωπηλά τα πάντα: ο εθισμός, σαν μια αόρατη φωτιά που κάνει τη θερμοκρασία του δωματίου αφόρητη. Και τότε εμφανίζεται ο Thin White Duke. Μια περσόνα τόσο κομψή που γίνεται απειλή. Ένας χαρακτήρας που μοιάζει να περπατάει σε διάδρομο ξενοδοχείου με κλειστά στόρια, ντυμένος με την πειθαρχία ενός αποστειρωμένου κόσμου. Είναι από τις πιο ανθεκτικές μάσκες του Bowie, και, ταυτόχρονα, μια από τις πιο σκιώδεις. Γιατί αυτός ο Duke ήταν ένας ρόλος που απαιτούσε πολλές αντοχές για να τον αντέξεις.
Το έχουμε ξαναπεί πώς η τέχνη αγαπάει το καμουφλάζ: σου δίνει θάρρος, σου δίνει κάβλα, σου δίνει το ελεύθερο της ατιμωρησίας, σου δίνει το άλλοθι να πεις πράγματα που, ως «εσύ», θα φοβόσουν. Αλλά υπάρχει κι ένα σημείο κάπου εκεί που καμία μάσκα δεν μπορεί να είναι πάντα ένα σκηνικό εργαλείο. Κάποια στιγμή γίνεται νάρθηκας. Και κανένας που καταναλώνει τόσα, και με τέτοια ένταση, και με τέτοιο πείσμα, δεν μπορεί να κρατηθεί για πάντα όρθιος. Το σώμα, βλέπετε δεν είναι μια ιδέα, έχει και καθημερινούς λογαριασμούς να κλείσει.
Έτσι, αναπόφευκτα, αρχίζεις να ακούς τα τραγούδια μέσα από το φίλτρο της κατάχρησης, σαν να βάζεις ένα σκουρόχρωμο τζάμι μπροστά από τον ήλιο. Και μετά κάνεις αυτό που κάνει πάντα ο ανθρώπινος νους όταν δεν αντέχει την αβεβαιότητα: ενώνεις τις τελείες.
Μήπως ο αφηγητής του "Golden Years" δεν είναι ένας εραστής, αλλά η ίδια η υπόσχεση της ουσίας; Αυτή η γυαλιστερή, αναιδής γοητεία που σου ψιθυρίζει «έλα, θα σε κάνω να νιώσεις καλύτερα» αλλά ποτέ δεν σου φανερώνει το υπόλοιπο της πρότασης. Μήπως το "Word on a Wing" είναι θρήνος για την παράδοση στις ουσίες; Για τη στιγμή που καταλαβαίνεις ότι δεν «παίζεις» πια με κάτι, αλλά σε παίζει εκείνο. Και το "Stay"; Μήπως είναι το ξύπνημα μετά ένα πάρτι, όταν συνειδητοποιείς ότι κάθε «γραμμή» είναι και μια σχέση της μίας νύχτας: ένταση, υπόσχεση, λύτρωση για λίγο, και μετά πάλι κενό. Ενώ αυτό που πραγματικά θες, κατά βάθος, δεν είναι άλλη μια φυγή. Είναι μια σύνδεση. Κάτι που να κρατάει.
Το Station to Station έρχεται σε ένα κυριολεκτικό σημείο θραύσης για τον Bowie. Η περιοδεία που το συνόδευσε και οι δημόσιες εμφανίσεις μετά, είναι σαν να βλέπεις μια κατασκευή να τρίζει μπροστά στα μάτια σου: η περσόνα ξεφτίζει, οι άκρες της φαίνονται πολύ εκτεθιμένες, η αυτοκυριαρχία γίνεται θέαμα. Και μετά, η φυγή προς το Βερολίνο, σαν άνθρωπος που αλλάζει πόλη για να αλλάξει αέρα, αλλά στην πραγματικότητα αλλάζει πόλη για να αλλάξει πιθανότητες επιβίωσης.
Και το παράδοξο, σχεδόν εξωφρενικό, είναι ότι μόλις έναν χρόνο μετά, ξαναβγαίνει στην επιφάνεια και ξεκινά εκείνη τη διαδρομή των τριών συνεκτικών άλμπουμ που θα ξαναγράψουν τον χάρτη της παγκόσμιας μουσικής. Σαν να έπιασε τον εαυτό του σε κάποιον δικό του (και όχι του Roeg) καθρέφτη, την τελευταία στιγμή πριν την πτώση και να είπε: «Ως εδώ». Και κάπως έτσι, αθόρυβα αλλά οριστικά, αφήνει πίσω του τον Thin White Duke, με την πιο πειστική δήλωση που υπάρχει: τη συνέχεια της ζωής.
Οπότε ναι, το ερώτημα μένει και γυρίζει σαν βελόνα σε χαραγμένο βινύλιο: ήταν το Station to Station μια ηδονική και αιώνια ευφορική βουτιά στη σκοτεινή πλευρά; Μια εξερεύνηση του κενού μέσα του; Και δεν είναι άραγε αυτό που κάνει κάθε εθισμός; Σου πουλάει την ιδέα ότι σε απομακρύνει από τα προβλήματά σου, ενώ στην πραγματικότητα σε οδηγεί σε ένα πιο επικίνδυνο μονοπάτι που επίσης χρειάζεται διάσωση. Αλλά, ο Bowie έκανε τον εθισμό τέχνη. Παραλίγο να τον διαλύσει, αλλά έζησε για να αφηγηθεί την ιστορία και, το πιο δύσκολο, να μάθει από αυτήν. Και, όσο κυνικό κι αν ακούγεται, υπάρχει κι αυτό το ενοχλητικό "for what it’s worth": μέσα σε εκείνη τη δίνη, παρέδωσε έναν δίσκο αξεπέραστο. Όχι, φυσικά, επειδή ο πόνος του είναι τόσο «δημιουργικός» (αυτό είναι ένα ρομαντικό ψέμα που μας βολεύει), αλλά επειδή μερικές φορές ένας άνθρωπος, στο χείλος, πιάνει το κενό και το κάνει μορφή. Και η μορφή, όσο σκοτεινή κι αν είναι, είναι ήδη ένα βήμα προς τη σωτηρία.






