Γιατί δεν χορεύουμε πια

Θα ξεκινήσω αυτό το άρθρο δανειζόμενος τον τίτλο του The Boy, "Γιατί δεν χορεύετε, ρεεε;" όχι ως ατάκα ή πρόκληση, αλλά ως υπαρξιακό ερώτημα. Σαν μια φράση που αιωρείται πάνω από τις πίστες και τα DJ booths, πιο βαριά και επίμονη κι από όλα τα μπάσα που μπορεί να είναι της μόδας. Γιατί δεν χορεύουμε πια; Τι συνέβη στα σώματα που κάποτε παραδίνονταν στον ρυθμό χωρίς σκέψη, χωρίς εικόνα, χωρίς καμία απόδειξη; Πότε ακριβώς σταματήσαμε να ιδρώνουμε και αρχίσαμε να στεκόμαστε ακίνητοι, με το βλέμμα στραμμένο προς τα decks μέσα από τις οθόνες των κινητών μας σαν να παρακολουθούμε μια παρουσίαση προϊόντος;

Κάπου στη διαδρομή, το πάρτι έπαψε να είναι βουτιά στα βαθειά και έγινε εμπειρία προς κατανάλωση. Μια μικροαστική τελετουργία με κανόνες, σπόνσορες και θεσμική σφραγίδα, ασφαλής, αποστειρωμένη, ακίνδυνη. Οι πίστες γέμισαν σώματα παρόντα αλλά απώντα, ανθρώπους που δεν χορεύουν αλλά καταγράφουν τον εαυτό τους δίπλα στη μουσική, σαν να φοβούνται μήπως και χαθούν μέσα της. Η ηλεκτρονική χορευτική μουσική, γεννημένη από ανάγκη, σύγκρουση και επιθυμία, πλέον έχει χάσει τη μαγεία της όχι επειδή γέρασε, αλλά επειδή ευθυγραμμίστηκε υπερβολικά με την τάξη, την προβλεψιμότητα και την αποδοχή.

Και ίσως το πιο ανησυχητικό δεν είναι ότι τα πάρτι άλλαξαν, αλλά ότι τα σώματα ξέχασαν να ακούνε. Να αφεθούν. Να εκτεθούν. Να κινηθούν χωρίς λόγο. Γιατί ο χορός δεν είναι μόνο διασκέδαση ή παρουσία, είναι πράξη. Είναι ρίσκο. Είναι μια σιωπηλή εξέγερση απέναντι σε έναν κόσμο που θέλει να μας βλέπει τακτοποιημένους, ακίνητους, στρατιωτάκια αμίλητα, ακούνητα, αγέλαστα. Κι αν δεν χορεύουμε πια, ίσως δεν φταίει η μουσική. Ίσως φταίει ότι ξεχάσαμε τι σημαίνει να χάνεσαι, έστω για λίγο, μέσα σε αυτήν.

Ο χορός ήταν και παραμένει η πιο ελεύθερη και ειλικρινής εξομολόγηση του εαυτού μας, μια γλώσσα χωρίς γραμματική ή συντακτικό, όπου το σώμα λέει όσα το στόμα φοβάται. Εκεί δεν υπάρχει ρόλος, ούτε βιογραφικό, ούτε followers, μόνο ρυθμός, ιδρώτας και μια στιγμιαία αλήθεια που δεν καταγράφεται. Χορεύουμε όταν παραιτούμαστε από τον έλεγχο, όταν επιτρέπουμε στο μέσα μας να βγει έξω χωρίς φίλτρα, χωρίς απόδειξη. Και ίσως γι’ αυτό ο χορός τρομάζει τα συστήματα: δεν μετριέται, δεν πειθαρχεί, δεν υπόσχεται τίποτα πέρα από την ίδια την εμπειρία. Η underground dance μουσική δεν τελείωσε με έναν θόρυβο. Δεν έσκασε. Δεν αυτοκαταστράφηκε. Έσβησε σιγά-σιγά, όπως σβήνουν τα φώτα όταν τελειώνει το πάρτι και μένεις μόνος σου στην πίστα, με τον ιδρώτα να κρυώνει και το πάτωμα να κολλάει στα παπούτσια. Κάπου εκεί, λοιπόν, καταλαβαίνεις ότι κάτι άλλαξε όχι επειδή δεν χορεύεις πια, αλλά επειδή ο λόγος που χόρευες έχει χαθεί.

Υπήρξε μια εποχή που η underground dance μουσική ήταν ανάγκη. Πέρα από νέα "σκηνή", ήταν καταφύγιο. Και φυσικά δεν ήταν ένα playlist, αλλά σημείο συνάντησης σωμάτων τα οποία, πιθανότατα, δεν χωρούσαν αλλού. Γεννήθηκε από την έλλειψη, από τη νύχτα, από την κοινωνική τριβή, από τον φόβο, από το σεξ, από τη μοναξιά και τις ουσίες που θα την έδιωχναν. Από ανθρώπους που δεν είχαν φωνή την ημέρα και την έβρισκαν τη νύχτα, μέσα σε δωμάτια γεμάτα μπάσο που δεν ζητούσαν καμία άδεια.

Σήμερα, η dance μουσική υπάρχει παντού και ακριβώς γι’ αυτό η underground εκδοχή της μοιάζει να έχει εξαφανιστεί.Όχι γιατί δεν παράγεται καλός ήχος. Αλλά γιατί δεν παράγεται πια ρίσκο. Τα πάντα είναι καθαρά, σωστά, μετρημένα. BPM στο grid, αισθητική στο moodboard, πολιτική στο bio. Η οποιαδήποτε απόκλιση επιτρέπεται μόνο έαν είναι φωτογενής. Η ατέλεια μόνο αν μπορεί να πουληθεί ως κάτι "raw".

Επίσης, το underground κάποτε σήμαινε ότι δεν ήξερες τι θα συμβεί. Ότι μπορούσες να φύγεις από ένα club άλλος άνθρωπος. Σήμαινε ότι ο DJ δεν ήξερε αν αυτό που έπαιζε θα δουλέψει, αλλά το έπαιζε έτσι κι αλλιώς. Σήμερα, η αποτυχία είναι απαγορευμένη. Το λάθος διορθώνεται πριν καν συμβεί. Και χωρίς λάθος, δεν υπάρχει έκσταση, μόνο αναπαραγωγή.

Όλο αυτό δεν είναι μόνο θέμα μουσικής. Είναι πολιτισμικό. Η underground dance μουσική πέθανε την ίδια στιγμή που η νύχτα έπαψε να είναι επικίνδυνη. Όχι σωματικά, εννοείται, αλλά υπαρξιακά. Όταν το club έγινε "experience", όταν το rave έγινε "event", όταν η κοινότητα έγινε "audience". Και επίσης, όταν η νύχτα άρχισε να κλείνει στις 12 για να προλάβει το πρωινό meeting.

Το αργό τέλος μιας γενιάς δημιουργών

Όλο αυτό δεν δειχνει απλά μια στρέβλωση της αγοράς αλλά μια βαθιά πολιτισμική μετατόπιση στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τη δημιουργία σήμερα. Όταν η μουσική ικανότητα υποχωρεί μπροστά στη μέτρηση της απήχησης, το πρόβλημα δεν είναι ότι οι DJs πρέπει να "παίζουν" και τον ρόλο του content creator, είναι ότι η ίδια η τέχνη παύει να λειτουργεί ως διαδικασία μάθησης, αποτυχίας και εσωτερικής ανάγκης και μετατρέπεται σε διαρκές performance προς αξιολόγηση. Το club, από χώρος μύησης και συλλογικής εμπειρίας, μετασχηματίζεται σε προέκταση του feed και βρίσκει τη νέα του ταυτότητα σε μια σειρά νέων CCTV raves: αποστειρωμένα events με χορηγούς, wristbands και κάμερες παντού, όπου η εμπειρία δεν βιώνεται αλλά καταγράφεται, μετριέται και αναπαράγεται. Εκεί, δηλαδή, που κάποτε πήγαινες για να χαθείς, τώρα πας για να φανείς. Εκεί που το σκοτάδι προστάτευε την ανωνυμία και τη μεταμόρφωση, τώρα φωτίζεται για να χωρέσει stories, metrics και brand alignment.

Και κάπως έτσι, η υπόγεια χορευτική μουσική έχασε το πιο πολιτικό της χαρακτηριστικό: τη δυνατότητα να λειτουργεί εκτός συστήματος. Το club δεν είναι πια ρωγμή στην κανονικότητα, αλλά κάποιο demo day της. Ένα νέο πεδίο αξιολόγησης. Ο DJ δεν καλείται να διαβάσει τι "θέλει η αίθουσα", αλλά να επιβεβαιώσει το reach του και το set του δεν χτίζεται για το σώμα που ιδρώνει μπροστά σου, αλλά για το άυλο κοινό που ίσως δει ένα απόσπασμα αύριο. Κι εδώ δεν μιλάμε απλώς για μια αισθητική ή γενεακή αλλαγή. Μιλάμε για μια βαθιά πολιτισμική μετατόπιση, όπου η δημιουργία υποτάσσεται στη διαρκή αυτοπαρουσίαση και η τέχνη, βασανίζεται, στη λογική της πλατφόρμας. Όταν η είσοδος στη σκηνή απαιτεί περισσότερη ψηφιακή πειθαρχία παρά μουσικό ρίσκο, τότε το underground δεν πεθαίνει θεαματικά, αλλά αργοσβήνει, από έλλειψη οξυγόνου. Και το πιο ανησυχητικό δεν είναι ότι κάποιοι θα φύγουν, αλλά ότι όσοι μείνουν θα μάθουν να δημιουργούν όχι από ανάγκη, ένστικτο ή πάθος, αλλά από φόβο μήπως εξαφανιστούν από το feed.

Φιλοσοφικά, βρισκόμαστε σε μια εποχή όπου η αξία δεν προκύπτει από το βάθος, αλλά από την ορατότητα. Αυτό που δεν φαίνεται, δεν υπάρχει. Η τέχνη όμως ιστορικά γεννήθηκε στο σκοτάδι, σε υπόγεια, σε αποθήκες, σε ώρες αμφιβολίας και σιωπής. Όταν αφαιρείς από έναν νέο δημιουργό το δικαίωμα να είναι αόρατος όσο ωριμάζει, του αφαιρείς και τον χρόνο που χρειάζεται για να γίνει κάτι παραπάνω από προϊόν. Γιατί η πίεση για συνεχή παρουσία δεν εξαντλεί απλώς... Στερεύει, ρουφάει, διαλύει την ίδια τη δυνατότητα συγκέντρωσης, ρίσκου και εξέλιξης.

Κάτι ακόμα πιο ανησυχητικό δεν είναι ότι η σκηνή μοιάζει «κλειστή», αλλά ότι παρουσιάζεται ως τέτοια με όρους φυσικότητας, σαν να είναι αυτονόητο ότι η επιρροή προηγείται της ουσίας. Δηλαδή, η δημιουργική διαδρομή αντιστρέφεται. Δεν παίζεις για να σε ακούσουν, πρέπει πρώτα να σε "ακολουθούν" για να σου επιτραπεί να παίξεις. Πρόκειται για μια λογική που δεν σκοτώνει απλώς τα όνειρα, αλλά αναδομεί από τη ρίζα το ποιος δικαιούται να δημιουργεί σήμερα. Και αν οι σύγχρονες μετρήσεις μάς λένε πως το ένα τρίτο των νέων μουσικών σκέφτεται να εγκαταλείψει, δεν μιλάμε για προσωπικές αδυναμίες, αλλά για συστημική αποτυχία. Ένα οικοσύστημα που παράγει άγχος αντί για φαντασία, σύγκριση αντί για κοινότητα, εξωστρέφεια αντί για εσωτερική φλόγα. Και σε αυτό το τοπίο, το ερώτημα δεν είναι πώς θα "διορθώσουμε" τα social media, αλλά αν μπορούμε ακόμη να υπερασπιστούμε χώρους όπου η αξία δεν μετριέται σε αριθμούς.

Ίσως, τελικά, η πραγματική ριζοσπαστική πράξη σήμερα να μην είναι το viral post, αλλά η επιμονή στη σιωπηλή δουλειά. Να δημιουργείς χωρίς κοινό. Να επιμένεις χωρίς εγγύηση. Να πιστεύεις ότι η τέχνη προηγείται της εικόνας, ακόμη κι αν το σύστημα σου λέει το αντίθετο. Γιατί αν χαθεί αυτό, δεν θα έχουμε απλώς λιγότερους DJs. Θα έχουμε λιγότερη κουλτούρα.

Ο αργός θάνατος του underground

Κάπως έτσι φτάσαμε μέχρι εδώ, όχι με κάποιο ξαφνικό πραξικόπημα, αλλά με μια αργή, σχεδόν ευγενική μετάλλαξη. Κανείς δεν ξύπνησε ένα πρωί και είπε «από σήμερα το ταλέντο περισσεύει, μετράνε τα likes». Συνέβη όπως συμβαίνουν όλα τα δομικά γκρεμίσματα της εποχής μας: σιγά σιγά, με καλή (αρχική) πρόθεση, μέχρι που ήταν πια αργά να θυμηθούμε πώς ήταν πριν. Η ηλεκτρονική μουσική, αν τη δεις από ψηλά, δεν πεθαίνει. Αντίθετα, ακμάζει. Δισεκατομμύρια σε τζίρους, φεστιβάλ-πόλεις, clubs γεμάτα, εργαλεία παραγωγής πιο φθηνά και προσβάσιμα από ποτέ. Ναι, στο excel όλα βγαίνουν. Αλλά ο πολιτισμός δεν μετριέται σε growth rates. Και η πολιτισμική υγεία δεν συμβαδίζει απαραίτητα με την οικονομική ευρωστία.

Κάπου μέσα στη δεκαετία του 2010, οι αριθμοί άρχισαν να μιλούν πιο δυνατά από τους ήχους. Οι promoters έμαθαν να διαβάζουν τα προφίλ όπως παλιά διάβαζαν το dancefloor. Οι followers έγιναν εγγύηση εισιτηρίων, οι αλγόριθμοι υποκατάστατο της διαίσθησης. Εξάλλου, γιατί να ρισκάρεις με κάποιον που "καίει" ένα δωμάτιο, όταν μπορείς να κλείσεις κάποιον που απλώς μετράει; Και οι δισκογραφικές ακολούθησαν φυσικά. Το A&R, αυτή η σχεδόν ρομαντική διαδικασία αναζήτησης ταλέντου μέσα στο χάος, αντικαταστάθηκε από dashboards, data και predictive models. Όχι επειδή οι άνθρωποι έγιναν κακοί, αλλά επειδή το σύστημα έμαθε να φοβάται. Και ο φόβος, όπως πάντα, γεννά συντηρητισμό.

Έτσι, χωρίς τυμπανοκρουσίες, το underground άρχισε να χάνει τον λόγο ύπαρξής του. Όχι επειδή δεν υπάρχει πια μουσική, αλλά επειδή δεν υπάρχει πια χρόνος (και πολυτέλεια) για αποτυχία. Δεν υπάρχει χώρος για αδέξια πρώτα βήματα, για κακές βραδιές, για sets που δεν «δούλεψαν» αλλά άνοιξαν δρόμους. Το club, από εργαστήριο και καταφύγιο, μετατράπηκε σε βιτρίνα. Κι όταν η βιτρίνα γίνεται πιο σημαντική από το περιεχόμενο, τότε κάτι θεμελιώδες έχει ήδη χαθεί.  Εδώ που τα λέμε, το πιο ανησυχητικό δεν είναι ότι κάποιοι νέοι DJs σκέφτονται να τα παρατήσουν. Το πρόβλημα είναι ότι όσοι μένουν, μαθαίνουν από νωρίς να αυτολογοκρίνονται. Να φτιάχνουν μουσική όχι για να μεταδώσουν τη φωνή τους, αλλά για να μην εξαφανιστούν από το timeline. Να σκέφτονται πρώτα το clip, το post και μετά το track. Πρώτα η αφήγηση και μετά το σώμα. Μόνο που σήμερα κανένα σώμα δεν χορεύει...

Κι έτσι, το underground δεν πεθαίνει με θόρυβο. Πεθαίνει ήσυχα, σαν χώρος που δεν επιτρέπεται πια να είναι σκοτεινός. Και ίσως το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν μπορούμε να το σώσουμε, αλλά αν θυμόμαστε ακόμη γιατί το χρειαζόμασταν εξαρχής.

Όταν το feed αντικατέστησε την πίστα

Υπάρχει κάτι βαθιά ειρωνικό, και ταυτόχρονα τραγικό, στο πώς η underground dance μουσική, μια κουλτούρα που γεννήθηκε από την ανωνυμία, τη συλλογικότητα και την ανάγκη για διαφυγή, μετατράπηκε σε πεδίο ατομικής έκθεσης, μέτρησης και άγχους. Το club, από χώρος μύησης και σωματικής εμπειρίας, γίνεται προέκταση του feed: ένα σκηνικό όπου δεν χορεύεις για να χαθείς, αλλά, κουνιέσαι ή λικνίζεσαι ίσως λίγο για να σε πιάσει η κάμερα. Άρα φίλε DJ, εσύ που έχεις όλο τον κόσμο στα πόδια σου έτσι, δεν σκέφτεσαι λίγο πως δεν παίζεις για να δοκιμάσεις τα όρια, να εκτεθείς, αλλά για να μην τα ξεπεράσεις;

Εντάξει, το πρόβλημα δεν είναι απλώς ότι τα social media «μπήκαν» στη μουσική. Είναι ότι εγκατέστησαν μια νέα μεταφυσική αξίας: δεν υπάρχεις αν δεν φαίνεσαι, δεν αξίζεις αν δεν μετριέσαι, τους μάθαμε τους νέους κανόνες. Μόνο που σήμερα ο DJ δεν κρίνεται από το πώς κρατά το δωμάτιο, αλλά από το αν μπορεί να κρατήσει την προσοχή ενός αλγόριθμου. Και η τέχνη μετατοπίζεται από τη διάρκεια στη στιγμιαία απόδοση, από τη διαδικασία στο αποτέλεσμα, από το λάθος στο «ασφαλές».

Και κάπου εδώ εμφανίζεται η ψυχική φθορά της απελευθέρωσης τη νύχτα. Όχι ως παρενέργεια, αλλά ως δομικό στοιχείο του σύγχρονου συστήματος. Η λογική του συνεχούς posting, της σύγκρισης, της αβεβαιότητας για το αν «πήγε καλά» ή μήπως όχι, μια λογική που μιμείται με ακρίβεια μηχανισμούς εθισμού: ντοπαμίνη, πτώση, επανάληψη. Τι να τις κάνεις τις ουσίες όταν ο αλγόριθμός είναι το απόλυτο ναρκωτικό της εποχής μας; Ο καλλιτέχνης παύει να είναι εφευρετικός δημιουργός και γίνεται διαχειριστής ενός ψηφιακού εαυτού που πρέπει να αποδίδει διαρκώς.  

Ίσως, τελικά, το underground δεν «πέθανε». Ίσως απλώς δεν μπορεί πια να αναπνεύσει μέσα σε έναν κόσμο από metrics, CCTV raves και θεσμικά πλαίσια που αποστειρώνουν το ρίσκο. Και αν υπάρχει ακόμη ελπίδα, αυτή δεν θα έρθει από καλύτερα εργαλεία προβολής, αλλά από την επιστροφή σε κάτι σχεδόν ριζοσπαστικό σήμερα: τον χρόνο, τη σιωπή, την αποτυχία και την ανθρώπινη παρουσία και τον αληθινό, ελεύθερο και ξέφρενο χορό. Από το να ξαναγίνει η πίστα χώρος εμπειρίας όχι απόδειξης ύπαρξης.

 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured