Παρασκευή και 13, Φεβρουάριος 1970. Σαν να το είχαν προσχεδιάσει οι δαίμονες της αγοράς: οι Black Sabbath ρίχνουν στην κυκλοφορία το ομώνυμο ντεμπούτο τους και μαζί του ένα νέο βάρος στον αέρα. Την ώρα που το Λονδίνο ακόμα χτενίζεται με ψυχεδελικά χρώματα και blues βιρτουοζιτέ, τέσσερις τύποι από την εργατική Αγγλία παίζουν αργά. Ενοχλητικά αργά. Σχεδόν απειλητικά. Ο Tony Iommi σμιλεύει. Ο Geezer Butler σέρνει αλυσίδες. Ο Bill Ward βαράει σαν να προσπαθεί να ξορκίσει κάτι. Και ο Ozzy προειδοποιεί. Ο δίσκος ηχογραφείται μέσα σε μια μέρα. Σχεδόν ζωντανά. Χωρίς φίλτρα. Κι όμως, αυτό το ακατέργαστο πράγμα θα γεννήσει το heavy metal πριν καν το ονομάσουμε έτσι.
Το Black Sabbath (1970) είναι ένα μουσικό ιστορικό γεγονός για το οποίο έχουν ειπωθεί και έχουν γραφτεί χιλιάδες αναφορές. Έχει χαρακτηριστεί ως η γέννηση του heavy metal, ως μια ηχητική αποτύπωση της βιομηχανικής παρακμής του Μπέρμιγχαμ, ως μια σκοτεινή αντανάκλαση του Ψυχρού Πολέμου, ως μουσική του φόβου, της εργατικής τάξης, της αποκάλυψης, της θρησκευτικής αγωνίας. Και όλα αυτά είναι σωστά. Και όλα αυτά δεν αρκούν. Οπότε το πραγματικό πρόβλημα όταν γράφεις για το ντεμπούτο των Black Sabbath δεν είναι πώς πρέπει να εξηγήσεις τι είναι, πιθανότατα για τους πιο νέους. Είναι ότι ο δίσκος έχει ήδη απορροφήσει όλες τις εξηγήσεις. Τις έχει καταπιεί, όπως το κενό καταπίνει τις νότες του Tony Iommi ανάμεσα στους ήχους.
Και φυσικά η πιο ενδιαφέρουσα ίσως σκέψη δεν είναι ότι οι Black Sabbath επινόησαν έναν νέο ήχο, αλλά ότι επινόησαν έναν νέο τρόπο να υπάρχει αυτός ο ήχος στον κόσμο. Πριν από αυτούς, η rock (ακόμη και στο πιο βαθύ της σκοτάδι) είχε πάντα μια υπόσχεση διαφυγής. Οι Sabbath αφαίρεσαν την έξοδο κινδύνου. Από το άνοιγμα αυτού του ηχητικού κόσμου ο ακροατής βιώνει μια χωρική εμπειρία. Βροχή, καμπάνες, τρίτονο διάστημα, το λεγόμενο diabolus in musica, μια μουσική που εμφανίζεται σαν καιρικό φαινόμενο και σου λέει ότι δεν παίζεις απλά αυτόν τον δίσκο. Πρέπει να μπεις μέσα του.
Επίσης, πολλά έχουν γραφτεί για το distortion, το tuning, το happy accident που οδήγησε τον Iommi να αλλάξει τον τρόπο παιξίματος, αλλά το πραγματικά επαναστατικό στοιχείο είναι αλλού: στο βάρος. Οι Black Sabbath εισήγαγαν τη βαρύτητα ως αισθητική. Γιατί ο ήχος τους δεν κινείται προς τα εμπρός, πέφτει, βυθίζεται, συνθλίβει και η μουσική αποκτά μάζα. Αυτή η μάζα είναι υπαρξιακή. Είναι το βάρος της εργασίας, της ασθένειας, του πολέμου, της θρησκευτικής ενοχής, του χρόνου. Είναι η συνείδηση ότι το ανθρώπινο σώμα είναι καταδικασμένο σε ένα τέλος και η rock δεν μπορεί να είναι μόνο επανάσταση, αλλά και κάτι παραπάνω, γιατί η μουσική είναι ο τρόπος που το σώμα θυμάται πριν από το τέλος.

Για τον Adorno, η αυθεντική τέχνη δεν συμφιλιώνεται με τον κόσμο, διατηρεί μέσα της το τραύμα της πραγματικότητας ως μορφή. Η αισθητική της νεωτερικότητας είναι αισθητική της ρήξης, της ασυνέχειας, της δυσφορίας. Και το ντεμπούτο των Black Sabbath λειτουργεί ακριβώς έτσι. Σήμερα, όμως, όλα αυτά... Γιατί στην εποχή του ο αείμνηστος Lester Bangs έγραφε: «Πέρα από τις ράγες, στη βιομηχανική πλευρά της επικράτειας των Cream, συναντά κανείς ανειδίκευτους εργάτες όπως οι Black Sabbath· ένα συγκρότημα που πλασαρίστηκε σαν μια εκρηκτική, τελετουργική γιορτή σατανικής λειτουργίας και άλλα τέτοια φληναφήματα, κάτι σαν την αγγλική απάντηση στους Coven. Δεν είναι και τόσο χάλια, αλλά μέχρι εκεί φτάνει η επιείκεια.
Ολόκληρος ο δίσκος είναι μια απάτη. Παρά τους σκοτεινούς τίτλους και κάποιους ανόητους στίχους που θυμίζουν τους Vanilla Fudge να αποτίουν φόρο τιμής στον Aleister Crowley, δεν υπάρχει τίποτα εδώ που να σχετίζεται πραγματικά με μυστικισμό ή αποκρυφισμό, ούτε, για να λέμε την αλήθεια, με οτιδήποτε ιδιαίτερα ουσιαστικό. Μόνο άκαμπτες αναπαραγωγές κλισέ των Cream, σαν να τα έμαθαν οι μουσικοί από εγχειρίδιο και να τα κοπανάνε ξανά και ξανά με πεισματική, μηχανική επιμονή.
Τα φωνητικά είναι λιγοστά· το μεγαλύτερο μέρος του άλμπουμ καταλαμβάνεται από βαριές, νωχελικές μπασογραμμές, πάνω στις οποίες η κιθάρα στάζει ξύλινες «Claptonιές» βγαλμένες από τις πιο κουρασμένες μέρες των Cream. Υπάρχουν ακόμη και παράφωνες «τζαμαριστές» στιγμές, με μπάσο και κιθάρα να παραπαίουν σαν επιταχυνμένοι speedfreaks που συγκρούονται στα όρια του ήχου τους χωρίς ποτέ να συγχρονίζονται πραγματικά, ακριβώς όπως οι Cream. Μόνο που εδώ είναι χειρότερα».
Όταν διαβάζεις σήμερα την κριτική του Lester Bangs στο Black Sabbath, που δημοσιεύτηκε στο Rolling Stone το 1970, νιώθεις κάτι ανάμεσα σε αμηχανία και θαυμασμό. Αμηχανία γιατί ο Bangs αστοχεί ιστορικά. Θαυμασμό γιατί αστοχεί με πάθος.
Ο Bangs άκουσε τους Sabbath σαν κακέκτυπο των Cream, μια «φτηνή» βιομηχανική παραλλαγή του blues-rock, με δόσεις ψευδο-αποκρυφισμού. Αυτό που δεν μπόρεσε να συλλάβει (και δεν ήταν ο μόνος) ήταν ότι το άλμπουμ δεν ανήκε πια στο λεξιλόγιο των 60s. Δεν ήταν ψυχεδέλεια, ούτε blues revival, ούτε occult gimmick. Ήταν το πρώτο μεγάλο ρήγμα. Ένα νέο ηχόχρωμα που δεν ζητούσε απολύτως καμία έγκριση από το κατεστημένο της ροκ κριτικής.
Φυσικά, η κριτική του λέει περισσότερα για την εποχή της παρά για τον δίσκο. Το 1970, η rock διανόηση είχε ακόμα το βλέμμα στραμμένο στην «αυθεντικότητα» του blues και στη δεξιοτεχνία τύπου Clapton. Οι Sabbath έφεραν όμως το βάρος. Επανάληψη. Απλότητα. Μια σχεδόν προλεταριακή επιμονή στον ήχο. Δεν έπαιζαν για να εντυπωσιάσουν, έπαιζαν σαν να σκάβουν. Και εδώ βρίσκεται το ειρωνικό μεγαλείο: ο Bangs, που αργότερα θα υπερασπιζόταν τον ωμό θόρυβο των Stooges, δεν αναγνώρισε ότι οι Sabbath έκαναν κάτι παρόμοιο σε άλλη συχνότητα. Και δεν ήταν θέμα δεξιοτεχνίας, ήταν θέμα τελετουργίας. Αλλά, από την άλλη θα μου πείτε, το Rolling Stone ήταν γνωστό για τις κακές κριτικές που έδωσε σε μελλοντικά κλασικά έργα.
Ίσως μια πιο ακριβής περιγραφή του δίσκου είναι ότι λειτουργεί σαν σκιά κάθε μοντέρνας συνείδησης. Όσο η οποιαδήποτε πραγματικότητα παράγει άγχος, αποξένωση, φόβο για το μέλλον, αυτός ο ήχος θα επιστρέφει. Γι’ αυτό το ντεμπούτο των Black Sabbath δεν είναι απλώς το παρελθόν του heavy metal, αλλά το ασυνείδητο κάθε νεωτερικότητας και ο φόβος του αγνώστου σε ηχητική μορφή. Και γι’ αυτό το να γράφεις γι’ αυτό σήμερα σημαίνει πάντα το ίδιο πράγμα: να προσπαθείς να περιγράψεις κάτι που συνεχίζει να ζει και να συμβαίνει.
Black Sabbath, Παρασκευή και 13. Κάποιοι το είπαν κακόγουστο, άλλοι το είπαν σατανικό τέχνασμα. Η αλήθεια; Ήταν η στιγμή που η rock κοίταξε για πρώτη φορά κατάματα το σκοτάδι και δεν χαμογέλασε.






