Clannad, Moya Brennan
Avopolis Team

Στο βορειοδυτικό άκρο της Ιρλανδίας, στο Donegal όπου ο Ατλαντικός χτυπά τη στεριά σαν επίμονη μνήμη, η Moya Brennan γεννήθηκε και μεγάλωσε μέσα σε έναν κόσμο όπου η μουσική κληρονομείται. Πέθανε σε ηλικία 73 ετών στο Gaoth Dobhair, τον τόπο που διαμόρφωσε τη φωνή της και αργότερα την άφησε να απλωθεί πολύ πέρα από τα σύνορα. Σύμφωνα με την οικογένειά της, έφυγε ήσυχα, «περιτριγυρισμένη από αγαπημένα πρόσωπα».

Γεννημένη ως Máire Ní Bhraonáin στις 4 Αυγούστου 1952, ήταν το μεγαλύτερο από τα εννέα παιδιά του Leo και της Máire (Baba) Brennan. Το οικογενειακό pub, το Leo’s Tavern, λειτουργούσε σαν ένα υβρίδιο καταφυγίου και πρόβας, ένας χώρος όπου η παράδοση δεν ήταν έννοια αλλά καθημερινή πράξη. Εκεί, μαζί με τα αδέλφια της Pól και Ciarán και τους θείους της Noel και Pádraig Ó Dúgáin, άρχισε να παίζει σε άτυπες συνευρέσεις που σταδιακά πήραν μορφή. Από αυτή τη μήτρα γεννήθηκαν οι Clannad στις αρχές των 70s, ένα σχήμα που θα καθόριζε μια ολόκληρη αισθητική.

Η πρώτη τους μεγάλη στιγμή ήρθε το 1973 με τη νίκη στο Letterkenny Folk Festival, ανοίγοντας τον δρόμο για περιοδείες στην Ευρώπη και την κυκλοφορία του ντεμπούτου τους. Σε μια εποχή που το ιρλανδικό folk στη γλώσσα του παρέμενε σχεδόν τοπικό, οι Clannad το έβγαλαν προς τα έξω χωρίς να το εξευγενίσουν. Η επιλογή να τραγουδούν στα ιρλανδικά ήταν σχεδόν πεισματική. «Το θεωρούσαν γλώσσα των φτωχών», είχε πει η Brennan το 2022, θυμίζοντας ότι τότε η χρήση της κουβαλούσε σιωπηλό στίγμα. Εκείνη, όμως, έμεινε εκεί: «Ήταν η πρώτη μου γλώσσα».

Το 1982, οι Clannad εμφανίστηκαν στο Top of the Pops με το “Theme from Harry’s Game”, γράφοντας ιστορία ως το πρώτο συγκρότημα που τραγούδησε στα ιρλανδικά στην εκπομπή. Το κομμάτι, λιτό και σχεδόν υπνωτικό, έφτασε στο Top 5 σε Ιρλανδία και Ηνωμένο Βασίλειο, ανοίγοντας μια χαραμάδα για έναν ήχο που μέχρι τότε έμοιαζε εγκλωβισμένος στον τόπο του.

Η δεκαετία του ’80 διεύρυνε τον ορίζοντα: διεθνείς περιοδείες, κινηματογραφικές συνεργασίες και ένα BAFTA το 1984 για τη μουσική της σειράς Robin of Sherwood. Στο κέντρο όλων αυτών, η φωνή της Brennan (εύθραυστη και ταυτόχρονα ανεξήγητα ανθεκτική) λειτούργησε σαν γέφυρα. Όχι μόνο ανάμεσα σε γλώσσες και γεωγραφίες, αλλά ανάμεσα σε εποχές που δεν μιλούν εύκολα μεταξύ τους.

Και κάπου εκεί, μέσα σε αυτή τη σιωπηλή επιμονή, κατάφερε κάτι που σπάνια συμβαίνει: να κάνει μια «μικρή» γλώσσα να ακούγεται σαν παγκόσμια μνήμη.

 

 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured