Matt Berninger, Rosanne Cash
Φωτ.: Isla Berninger
Χρήστος Κορναράκης

Υπάρχει μια λεπτή ειρωνεία στο “Who Loves The Sun”. Από τη μια, είναι από τα πιο φωτεινά τραγούδια που ηχογράφησαν ποτέ οι Velvet Underground. Από την άλλη, αν το ακούσεις προσεκτικά, η λάμψη του δεν είναι ποτέ αθώα. Στο Loaded του 1970 ακουγόταν σαν μια ποπ χειρονομία με μισόκλειστο μάτι· μια μελωδία που υπόσχεται ευφορία, αλλά κρατά μέσα της την υποψία ότι το φως μπορεί να γίνει και αποκαλυπτικό, ακόμη και σκληρό. Αυτό το δεύτερο στοιχείο είναι που πιάνει ο Matt Berninger στη διασκευή του, μαζί με τη Rosanne Cash, και το τραβά λίγο πιο μπροστά.

Η αφορμή είναι η νέα σειρά Sunny Nights, μια αυστραλιανή crime-caper ιστορία με τον Will Forte, όπου το εκτυφλωτικό φως του Σίδνεϊ λειτουργεί σχεδόν σαν σκηνικό ειρωνείας. Όμως η εκτέλεση του τραγουδιού δεν μοιάζει καθόλου τηλεοπτική με την κακή έννοια. Δεν έχει τον βιαστικό εντυπωσιασμό ενός theme που θέλει απλώς να “γράψει”. Αντίθετα, ακούγεται σαν κάτι που ηχογραφήθηκε με την άνεση ανθρώπων που γνωρίζουν το βάρος του υλικού και δεν έχουν λόγο να το υπερφορτώσουν.

Η ενορχήστρωση είναι υποτονική με την καλή έννοια. Η κιθάρα κρατά μια σταθερή, ήπια ροή, χωρίς να κυνηγά το ρεφρέν. Τα τύμπανα μπαίνουν διακριτικά, σχεδόν σαν να φοβούνται να διαταράξουν την επιφάνεια. Υπάρχει χώρος ανάμεσα στα όργανα, ένας αέρας που επιτρέπει στη φωνή να κινηθεί χωρίς πίεση. Σε αντίθεση με το πρωτότυπο, εδώ το τέμπο είναι ελαφρώς πιο βαρύ, σαν το τραγούδι να έχει ωριμάσει μαζί με τους ερμηνευτές του.

Ο Berninger τραγουδά χαμηλά, με εκείνη τη γνώριμη, βραχνή υφή που δεν χρειάζεται να αποδείξει τίποτα. Δεν παίζει με ειρωνεία· μοιάζει να έχει αποδεχτεί το ερώτημα του τίτλου ως κάτι προσωπικό. Όταν λέει “Who loves the sun?”, δεν ακούγεται σαν να προκαλεί. Ακούγεται σαν να θυμάται. Σαν να έχει υπάρξει σε εκείνο το φως και να έχει καταλάβει ότι η λάμψη δεν είναι πάντα παρηγορητική.

Η Rosanne Cash λειτουργεί σαν ήρεμη, σταθερή παρουσία. Η φωνή της δεν αντιπαρατίθεται με του Berninger· την αγκαλιάζει. Σε σημεία όπου η μελωδία ανεβαίνει, εκείνη κρατά μια καθαρότητα που γειώνει το κομμάτι. Δεν υπάρχει θεατρικότητα, ούτε υπερβολή. Είναι ένα ντουέτο που βασίζεται στην εμπιστοσύνη. Ακούς δύο ανθρώπους να μοιράζονται ένα τραγούδι, όχι να το διεκδικούν.

Εκεί που η διασκευή αποκτά το δικό της βάρος είναι στις σιωπές. Μικρές παύσεις πριν από συγκεκριμένους στίχους, μια ελαφρά καθυστέρηση στη φράση, μια ανάσα που μένει μισό δευτερόλεπτο παραπάνω. Αυτές οι λεπτομέρειες αλλάζουν τη δυναμική. Το τραγούδι δεν κυλά απλώς· σκέφτεται. Κάθε στροφή μοιάζει να κουβαλά ένα ίχνος μελαγχολίας που δεν υπήρχε τόσο έντονα στο 1970.

Σε σχέση με την αρχική εκδοχή των Velvet Underground, η νέα ανάγνωση δεν προσπαθεί να την ξεπεράσει. Δεν υπάρχει διάθεση ανατροπής ή ριζικής επανεφεύρεσης. Αντίθετα, υπάρχει μια ήσυχη μετατόπιση. Το ειρωνικό χαμόγελο του Lou Reed μετατρέπεται σε στοχαστική παρατήρηση. Το φως δεν είναι πια απλώς ένα σύμβολο ψευδαίσθησης· γίνεται κάτι πιο σύνθετο, σχεδόν υπαρξιακό.

Ίσως αυτό να ταιριάζει και με τη συγκυρία. Στη σειρά, το ηλιόλουστο περιβάλλον λειτουργεί σαν σκηνικό για ιστορίες μικρής απάτης και ηθικής ασάφειας. Στο τραγούδι, το φως λειτουργεί σαν καθρέφτης. Δεν κρύβει· αποκαλύπτει. Και η εκδοχή των Berninger και Cash δεν προσπαθεί να το εξωραΐσει.

Τελικά, αυτή η διασκευή δεν βασίζεται στην εντύπωση αλλά στη διάρκεια. Δεν σε κερδίζει με την πρώτη ακρόαση. Σε τραβά σιγά, σχεδόν ανεπαίσθητα, και μένει. Σαν ένα απόγευμα με έντονο ήλιο που δεν σε καίει, αλλά σε κάνει να βλέπεις πιο καθαρά όσα πριν περνούσαν απαρατήρητα.

 

 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured