Μιχάλης Τσαντίλας

Τι πάει να πει «ελεύθερος», αλήθεια; Είναι κι αυτή μια λέξη με πολλές σημασίες κι ακόμα περισσότερες διαβαθμίσεις. Σε ό,τι αφορά έναν καλλιτέχνη, πάντως, θα μπορούσε εύκολα να υποστηρίξει κανείς ότι είναι ελεύθερος, όταν μπορεί να αγνοήσει τις προσδοκίες των άλλων. Και ο Iggy Pop υπήρξε οπωσδήποτε μια τέτοια προσωπικότητα: στη μακρά καριέρα του, έχει καταθέσει κάμποσα άλμπουμ που τον έμπασαν σε μονοπάτια στα οποία οι fans δυσκολεύτηκαν (ή αρνήθηκαν παντελώς) να τον ακολουθήσουν.

Το φετινό Free μοιάζει να είναι ένα ακόμα τέτοιο πόνημα: παρότι έρχεται έπειτα από το ιδιαίτερα επιτυχημένο εμπορικά Post Pop Depression (2016), φροντίζει να αποστασιοποιηθεί όσο γίνεται περισσότερο από την αίσθηση επιστροφής/υποταγής στις βασικές πανκ/ροκ αρχές που απέπνεε εκείνη η συλλογή ηχογραφήσεων. Εδώ ο Pop αφήνεται σχεδόν ολοκληρωτικά σε χέρια άλλων –αψηφώντας ακόμα και τις δικές του προσδοκίες– εμπιστευόμενος δύο νέους μουσικούς που γνώρισε πρόσφατα: τον τρομπετίστα Leron Thomas και την κιθαρίστρια Noveller (κατά κόσμον Sarah Lipstate). Πέρα από μερικούς στίχους που επέλεξε, ό,τι ηχογράφησε στο Free φέρει μόνο την ερμηνευτική του σφραγίδα.

Οι προθέσεις, λοιπόν, μοιάζουν αγαθές· όμως είναι κυρίως το αποτέλεσμα που βγάζει ασπροπρόσωπο τον Iggy Pop. Η τζαζεμένη και κάπως νωχελική ατμόσφαιρα που επικρατεί στο Free, με την τρομπέτα-χαμαιλέοντα του Thomas και τα φευγαλέα ηχοτοπία της Noveller να στήνουν έναν σαγηνευτικά μυστήριο χορό, τοποθετεί τη φωνή του σε ένα διαφοροποιημένο πλαίσιο. Το οποίο αποπνέει φρεσκάδα και πειθώ, χωρίς να χρειάζονται τίποτα ακροβασίες και αχρείαστες φλυαρίες. Η πυκνότητα μάλιστα του μηνύματος (τα 10 κομμάτια έχουν έρθει κι έχουν φύγει μέσα σε 33 λεπτά), είναι από τους παράγοντες που κάνουν τον δίσκο ταμάμ για επαναληπτικές ακροάσεις. Σε καμιά περίπτωση δεν εκμεταλλεύεται λοιπόν την καλή προαίρεση του ακροατή.

Ως εκ θαύματος, η συντομία και η συνεκτική αντιμετώπιση του ήχου και της ατμόσφαιρας κάθε άλλο παρά αποκλείουν από το περιεχόμενο τους διάφορους εαυτούς του James Newell Osterberg Jr. Όντως, εδώ κάνουν την εμφάνισή τους και ο λοξός συνοδοιπόρος του David Bowie και του Lou Reed, και ο βετεράνος επιζήσας του ροκ ολοκαυτώματος, αλλά και το ζιζάνιο, που κάνει χαρές με την πρόκληση ή και τη νέτη-σκέτη παλαβομάρα. Για κάθε εγκεφαλική αφήγηση, για κάθε φιλοσοφημένη ενατένιση της μοναξιάς (“Loves Missing”, “We Are The People”, “Do Not Go Gentle Into That Good Night”, “The Dawn”) υπάρχει η αντιδιαστολή της: «Just because I like big tits/ doesn’t mean I like big dicks» στο αλλοπρόσαλλο “Dirty Sanchez”, «Sweet to the taste/ bitter in the gut/ 'cause she fills them up/ with you know what» στο εθιστικά φάνκι “James Bond”.

Υπάρχει κάτι το μυστηριωδώς κολλητικό σε τούτον τον δίσκο –κάτι που, με βάση τις μεταβλητές που μπήκαν στην εξίσωση, δεν θα αναμενόταν να βρίσκεται εκεί. Κι όμως. Μπορεί ο Iggy Pop να φάνηκε μετανιωμένος σε κάποιες στιγμές της διαδικασίας (χρειάστηκε κουβέντα, π.χ., ώστε να πειστεί να υποστηρίξει κάποιους από τους στίχους που εκστομίζει εδώ), όμως το ένστικτό του τον έβγαλε καθαρό, δικαιώνοντας τελικά την επιλογή του.

Ν' αφήνεις το τιμόνι σε ξένα χέρια, κι όπου σε βγάλει. Αυτό κι αν θα πει ελευθερία.

{youtube}mw6NKf95VWA{/youtube}

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured