«Μερικές φορές αρκεί απλώς να υφαίνεις ιδέες που φανερώνουν τη δική σου ευφυΐα και συμπόνια»
Λίγο πριν την πολυαναμενόμενη επιστροφή των Senser στην Ελλάδα, η Άννα Γεωργάτου συνομίλησε με το εμβληματικό συγκρότημα που εδώ και δεκαετίες κινείται στα όρια του hip-hop, του rock και της ηλεκτρονικής μουσικής με αφοπλιστική ελευθερία. Με αφορμή την κυκλοφορία του νέου τους άλμπουμ Sonic Dissidence, οι Senser εμφανίζονται πιο ανανεωμένοι και ουσιαστικοί από ποτέ, μεταφέροντας για ακόμη μία φορά την ένταση, την πολιτική φόρτιση και την ακατέργαστη ενέργεια που τους καθιέρωσε από τα ’90s.
Στη συνέντευξη που ακολουθεί, τα μέλη του συγκροτήματος μιλούν για τη δημιουργική τους πορεία, τις ρίζες τους στη χαοτική rave σκηνή του Λονδίνου, τη διαχρονικότητα των μηνυμάτων τους, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο η μουσική τους συνεχίζει να εξελίσσεται σε έναν κόσμο που παραμένει εξίσου ανήσυχος και εκρηκτικός. Με ειλικρίνεια και χωρίς φίλτρα, οι Senser μοιράζονται σκέψεις για την τέχνη, την κοινωνία και τη δύναμη της μουσικής να ενώνει, λίγο πριν ανέβουν ξανά στη σκηνή του AΝ Club μπροστά στο ελληνικό κοινό, το Σάββατο 28 Μαρτίου.
- Πώς αισθάνονται οι Senser αυτή την περίοδο;
James: Αισθανόμαστε ξανά γεμάτοι ενέργεια, υπάρχει μια πραγματική ανανεωμένη αίσθηση σκοπού. Έχουμε κυκλοφορήσει το νέο μας άλμπουμ, το Sonic Dissidence, στο οποίο βάλαμε την καρδιά, την ψυχή, το αίμα, τον ιδρώτα και τα δάκρυά μας, και είμαστε πραγματικά περήφανοι γι’ αυτό. Ο κόσμος αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε πολύ κρίσιμη κατάσταση, και αυτή η ένταση ήταν πάντα "καύσιμο" για τους Senser. Γράφουμε, παίζουμε και συνδεόμαστε με το κοινό, και η ανταπόκριση είναι απίστευτη. Φαίνεται να είναι τόσο ενεργή όσο πάντα.
- Για όσους ανακαλύπτουν τώρα τη μουσική σας, πώς θα περιγράφατε το συγκρότημα με λίγες λέξεις;
John: Το συγκρότημα υπάρχει από τα τέλη της δεκαετίας του ’80, αναμειγνύοντας hip hop με ζωντανά όργανα, κιθάρες, rap, τραγούδι, beats και ηλεκτρονικούς ήχους, με τον δικό του τρόπο.
- Πώς δημιουργήθηκε αρχικά το συγκρότημα;
James: Γνωριζόμασταν όλοι από μικροί μέσα από την ίδια παρέα. Ήταν ένας κύκλος με κοινό πάθος για τη μουσική σε όλες της τις μορφές. Περνούσαμε ώρες ανακαλύπτοντας, ακούγοντας και τελικά παίζοντάς μουσική. Μεγαλώσαμε μέσα σε απίστευτα πολιτιστικά κινήματα, την γέννηση του hip hop, του thrash metal, των acid raves, των free festivals και των squat parties. Όλα αυτά μας επηρέασαν πολύ. Το συγκρότημα προέκυψε με έναν φυσικό τρόπο μέσα από αυτό το περιβάλλον και αυτές τις κοινές εμπειρίες.
- Κοιτάζοντας πίσω, τι θυμάστε περισσότερο από την εποχή του Stacked Up;
Nick: Πάρα πολλά! Το Glastonbury το ’93 ήταν από τις πιο έντονες στιγμές. Ένιωθες σαν να συγκεντρώθηκαν περίπου 60.000 άνθρωποι από όλο τον χώρο του φεστιβάλ για να είναι παρόντες στο δικό μας live. Η ατμόσφαιρα ήταν ηλεκτρισμένη και ακόμα έχω πολύ δυνατές αναμνήσεις. Χιλιάδες άνθρωποι να πηδούν ταυτόχρονα πάνω-κάτω!
- Συνειδητοποιούσατε τότε ότι ο δίσκος αυτός θα αποτελούσε τόσο σημαντικό κομμάτι της alternative σκηνής των 90s;
Nick: Όχι. Για να είμαστε ειλικρινείς, απλώς ηχογραφούσαμε τραγούδια που γράφαμε και παίζαμε χρόνια. Δεν είχαμε ιδέα πώς θα πάει. Κάναμε απλώς αυτό μας άρεσε προσπαθώντας να παραμένουμε αυτοί ακριβώς που ήμασταν, ενώ ταυτόχρονα προσπαθούσαμε να συνειδητοποιήσουμε ποιοι ήμασταν! Ήμασταν πολύ νέοι χωρίς καμιά προηγούμενη εμπειρία ηχογράφησης και δεν επικεντρωνόμασταν πολύ στο πώς θα έβγαινε η μουσική και το άλμπουμ μας. Στην πραγματικότητα δεν ήμουν σίγουρος πώς θα έδεναν τελικά όλα τα κομμάτια μαζί. Έμοιαζαν όλα πολύ πειραματικά τότε, απλώς θέλαμε να τα γράψουμε.
- Ο rap-crossover ήχο σας ήταν ήδη τότε πολύ μπροστά από την εποχή του. Πώς σας φαίνεται σήμερα η μουσική που δημιουργήσατε στα 90s;
Heitham: Παραμένει σχετικά ένας ανεξερεύνητος συνδυασμός ειδών. Υπήρξαν προφανώς μεγάλα ονόματα με παρόμοιο ήχο που έκαναν κάποια επιτυχία , αλλά τα περισσότερα από αυτά εστίαζαν στη φόρμα παρά στο περιεχόμενο.

- Το "Age of Panic" είναι το πιο αναγνωρίσιμο κομμάτι σας. Περιμένατε ότι θα είχε τέτοια διαχρονική απήχηση;
Ηeitham: Παραδόξως οι στίχοι γράφτηκαν "με την μία". Ακούω συχνά κάποιοι καλλιτέχνες να αναφέρουν «αυτό το έργο δεν δημιουργήθηκε από εμένα , αλλά βγήκε από μέσα μου». Αυτό ακριβώς συνέβη στη συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν περιμέναμε ότι αυτό το κομμάτι θα είχε τέτοια διαχρονική απήχηση, αλλά συγχρόνως δεν σκεφτόμασταν 30 χρόνια μπροστά.
- Νιώθετε διαφορετικά όταν το παίζετε σήμερα σε σχέση με την εποχή που το γράψατε;
Heitham: Όχι ιδιαίτερα. Το κομμάτι αυτό αποτελεί μια σκοτεινή συνειδητοποίηση. Είναι σαν το Fight Club όπου συνειδητοποιείς ότι εσύ είσαι ο αναταγωνιστής. Η σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης φύσης δεν βρίσκεται κάπου αλλού. Είναι ανθρώπινη και επομένως βρίσκεται μέσα μου. Και γι’ αυτό μοιάζει διαχρονικό. Διαφέρει από άλλα τραγούδια, είναι σαν να υπάρχει μέσα σε ένα μικρό δικό του σύμπαν.
- Πώς ξεκινά ένα τραγούδι των Senser;
John: Παλιά τζαμάραμε πολύ. Ειδικά στην αρχή. Τώρα, με την τεχνολογία, καθένας μπορεί να φέρνει τα demos του και ιδέες στο laptop κι έτσι το να τζαμάρουμε ατέλειωτες ώρες πάνω σε ένα riff είναι άτοπο. Κάποιος φέρνει μια ιδέα για ένα κομμάτι και όλοι μαζί δουλεύουμε πάνω σε αυτήν, δοκιμάζουμε κι άλλες ιδέες και την εξελίσσουμε.
- Πώς ισορροπείτε hip-hop, rock και ηλεκτρονικά στοιχεία στον ήχο σας;
Nick: Ήταν πάντα κάτι πολύ φυσικό για εμάς. Προφανώς έχουμε επηρεαστεί πολύ από hip hop και metal. Η ηλεκτρονική σκηνή από την άλλη ήταν για μας κάτι πολύ προοδευτικό εκείνη την περίοδο που ξεκινούσαμε και αποτέλεσε μεγάλη έμπνευση. Το να αναμείξουμε αυτά τα στοιχεία μας φαινόταν κάτι φυσικό και συναρπαστικό. Σήμερα η ανάμειξη των ειδών είναι συνηθισμένη, τότε όμως δεν ήταν, ειδικά για μια μπάντα που έπαιζε και live. Όλα ξεκινούν από τα drums. Όταν βρεθεί ένα συμπαγές groove στα drums, αναζητούμε τα σωστά κιθαριστικά riffs που θα "κουμπώνουν" οργανικά. Τα rap στοιχεία είναι σημαντικά και δίνουν χαρακτήρα, και ένας DJ που σκρατσάρει ζωντανά προσφέρει αυθεντικότητα. Τα ηλεκτρονικά στοιχεία ωστόσο είναι αναγκαίο να χρησιμοποιούνται με τέτοιο τρόπο που ενισχύουν και συμπληρώνουν χωρίς να κυριαρχούν ή να "καπελώνουν" τα ζωντανά όργανα.

- Πώς έχει εξελιχθεί ο ήχος σας;
Heitham: Έχουμε ένα βασικό DNA και απλώς εξερευνούμε τις μεταλλάξεις του, κρατώντας ό,τι μας εμπνέει. Συνεχίζουμε να προσπαθούμε και να εμπνέουμε ο ένας τον άλλον με νέες ιδέες.
- Νέες επιρροές στο Sonic Dissidence; Ποιες μπάντες θεωρείτε ότι προωθούν το rapcore πνεύμα;
Heitham: Οι επιρροές είναι παντού. Σε μπάντες, ταινίες, έργα τέχνης. Οτιδήποτε ακούς και σε εντυπωσιάζει με κάποιο τρόπο σε επηρεάζει, όχι απαραίτητα συνειδητά. Προσωπικά ακούω είτε ακραία μουσική, είτε dreamy 60s, είτε ambient. Δύσκολο να πούμε ποιοι καλλιτέχνες συνεχίζουν να προωθούν το rapcore πνεύμα, δεν συμφωνούμε ιδιαιτέρα με αυτούς τους όρους, αλλά αν έπρεπε να πω ονόματα, ίσως οι Ho99o9, Wave Generators, Run the Jewels.
- Είναι διαφορετική πλέον η διαδικασία σύνθεσης και παραγωγής, αν συγκρίνουμε τη δημιουργία του Sonic Dissidence με τα άλλα album των Senser;
Nick: Δεν θα έλεγα ότι το Sonic Dissidence ηχογραφήθηκε και παρήχθη με διαφορετικό τρόπο σε σχέση με το To the Capsules. Ηχογραφήσαμε και τα δύο άλμπουμ εξ αποστάσεως, με τον καθένα να ηχογραφεί τα μέρη του ξεχωριστά. Στη συνέχεια τα όργανα ενώθηκαν στο μιξάρισμα. Ο Andy Brook, που έκανε τη μίξη στο μεγαλύτερο μέρος του Sonic Dissidence, είχε συμμετάσχει και στο προηγούμενο άλμπουμ. Υποθέτω ότι η βασική διαφορά όσον αφορά τη σύνθεση ήταν ο Covid, που σήμαινε ότι δεν μπορούσαμε να κάνουμε πρόβες μαζί, ακόμη κι αν θέλαμε, οπότε μεγάλο μέρος της σύνθεσης έπρεπε να γίνει ατομικά. Ο Heitham ηχογραφούσε κάποιες φωνητικές ιδέες πάνω σε ένα απλό beat, συχνά στο μετρό στο Παρίσι! Μετά το έστελνε στα υπόλοιπα μέλη της μπάντας. Εγώ έπαιρνα αυτό το προσχέδιο, ηχογραφούσα ιδέες για κιθάρα και προσπαθούσα να αναπτύξω τη δομή του κομματιού, το οποίο στη συνέχεια επέστρεφε στον Heitham και στους άλλους, επιτρέποντάς τους να εξελίξουν περαιτέρω τις ιδέες τους. Παρόλα αυτά, η τεχνολογία έχει βελτιωθεί και εξελιχθεί τόσο πολύ από τότε που κυκλοφόρησε το προηγούμενο άλμπουμ το 2013, που μας επέτρεψε να τελειοποιήσουμε τη διαδικασία ηχογράφησης και να πετύχουμε αποτελέσματα πολύ πιο κοντά σε αυτά ενός επαγγελματικού στούντιο.
- Η μουσική σας πάντα αμφισβητούσε πολιτικά συστήματα και κοινωνικούς κανόνες. Πιστεύετε ότι η σημερινή μουσική βιομηχανία ενθαρρύνει τους καλλιτέχνες να είναι λιγότερο αντιδραστικοί;
Heitham: Νομίζω ότι το αν οι άνθρωποι είναι αντιδραστικοί ή όχι ποτέ δεν εξαρτιόταν πραγματικά από την ενθάρρυνση της μουσικής βιομηχανίας. Είτε το κάνεις είτε όχι.

- Κοιτάζοντας τον κόσμο σήμερα, πιστεύετε ότι η οργή και η αίσθηση επείγοντος πίσω από μπάντες όπως οι Senser εξακολουθούν να υπάρχουν στη σύγχρονη μουσική;
Heitham: Α, ναι, πάντα υπάρχουν άνθρωποι που το προσεγγίζουν με αυτό το είδος ενέργειας. Είτε στο metal, είτε στο hip-hop, είτε στο punk rock, είτε στο crust punk. Πάντα υπάρχει κάπου.
- Πιστεύετε ότι το πολιτικό τραγούδι έχει γίνει περισσότερο μόδα ή αισθητική παρά μια πραγματική μορφή αντίστασης;
Ηeitham: Το πολιτικό τραγούδι μπορεί να έρθει σε οποιαδήποτε μορφή. Folk μουσική, κλασική, jazz, country. Η Dolly Parton και ο Johnny Cash είχαν τραγούδια που θα μπορούσαν να θεωρηθούν τραγούδια διαμαρτυρίας. Δεν καταλαβαίνω όλους τους στίχους, αλλά έχω την αίσθηση ότι οι Villagers of Ioannina City έχουν μια κάποια ποιότητα διαμαρτυρίας. Μου αρέσει πολύ αυτό το συγκρότημα. Αν κάτι είναι ανειλικρινές, συνήθως είναι και εμφανές. Και ακόμη κι έτσι, αν εμπνέει τους ανθρώπους σε δράση ή σκέψη, έχει γίνει χρήσιμο, χωρίς να το επιδιώκει. Ένα πράγμα που θα προσπαθήσουμε να αποφύγουμε είναι ένα είδος «ξεσκεπάσματος» ψεύτικων ανθρώπων. Δεν είμαστε οι κριτές της αυθεντικότητας των άλλων. Θα πρόσθετα ότι μερικές φορές αρκεί απλώς να υφαίνεις ιδέες που φανερώνουν τη δική σου ευφυΐα και συμπόνια.
- Πολλοί καλλιτέχνες σήμερα ανησυχούν για αντιδράσεις ή την “cancel culture”. Έχει αυτό αλλάξει τον τρόπο που οι μουσικοί μιλούν για την πολιτική;
Heitham: Είναι πολύ δύσκολο να μιλήσεις εκ μέρους άλλων μουσικών. Νομίζω ότι όσο περισσότερη προβολή έχεις, τόσο περισσότερο μπορεί να στοχοποιηθείς για τις απόψεις σου. Εμείς σίγουρα δεν έχουμε τη συνήθεια να αλλάζουμε αυτά που λέμε για να προστατευτούμε.
- Σε μια εποχή στην οποία τα social media κυριαρχούν στην επικοινωνία, πιστεύετε ότι το πολιτικό τραγούδι έχει χάσει ή κερδίσει δύναμη;
James: Έχει αλλάξει, όχι αποδυναμωθεί. Τα social media μπορούν να εξασθενούν τα μηνύματα, γιατί όλα ανταγωνίζονται για προσοχή, αλλά δίνουν επίσης στους καλλιτέχνες άμεση πρόσβαση στο κοινό χωρίς μεσάζοντες. Τα τραγούδια με πολιτικό/κοινωνικό μήνυμα τώρα μπορούν να διαδοθούν πιο γρήγορα και ευρύτερα, αλλά πρέπει να ξεχωρίσουν μέσα σε περισσότερο “θόρυβο”. Αν κάτι πραγματικά αγγίζει τον κόσμο, θα βρει το κοινό του. Με αυτή την έννοια, η μουσική διαμαρτυρίας παραμένει ζωτική, ίσως ακόμη περισσότερο, καθώς οι άνθρωποι αναζητούν ενεργά φωνές που φαίνονται αυθεντικές σε ένα πολύ κατακερματισμένο τοπίο.

- Όταν κοιτάτε τον κόσμο σήμερα, πιστεύετε ότι τα θέματα που εξερευνήσατε τη δεκαετία του ’90 παραμένουν επίκαιρα;
Heitham: Δυστυχώς, ναι. Νομίζω ότι είχαμε δει τα πρώτα σημάδια πολλών από αυτά που συμβαίνουν, όταν ήταν ακόμη στον αέρα. Πριν ριζώσουν. Παραμένουμε πολύ αισιόδοξοι. Η αλληλεγγύη είναι το κλειδί.
- Κοιτάζοντας πίσω στη σκηνή των free festival και rave στο Λονδίνο όπου ξεκινήσατε, τι είναι αυτό που σας ξεχωρίζει περισσότερο;
Nick: Το χάος! Επίσης, η ελευθερία έκφρασης και η μεγάλη δημιουργικότητα. Ήταν επίσης εξαιρετικά ηδονιστικές εποχές για όλους. Πολύ έντονο partying χωρίς καμία σκέψη για τις συνέπειες! Σίγουρα είχε την αίσθηση της αναρχίας, αλλά παρόλα αυτά κατάφερνε να λειτουργεί και κάπως να είναι αρκετά οργανωμένο, ώστε να δουλεύει. Η rave σκηνή, ειδικά στα τέλη των 80s, ένιωθε πολύ ανατρεπτική και κόντρα στο κατεστημένο. Έμοιαζε σαν ένας συνεχής αγώνας ενάντια στον νόμο, προσπαθώντας συνεχώς να ξεγελάμε την αστυνομία. Το να βρεις τους χώρους ήταν εμπειρία από μόνο του. Ατελείωτες διαδρομές γύρω από τον M25, στάσεις για να καλέσεις ειδικούς αριθμούς τηλεφώνου, που είχαν προ-ηχογραφημένα μηνύματα που ενημέρωναν τον κόσμο πού να πάει για να βρει το επόμενο κρίσιμο κομμάτι του παζλ που θα τους επέτρεπε να βρουν τη μυστικά φυλασσόμενη τοποθεσία, όπου θα γινόταν το rave party. Συχνά μια εγκαταλελειμμένη αποθήκη στη μέση του πουθενά! Απόλυτα τρελές εποχές!
- Τι κάνει ένα live των Senser πραγματικά σπουδαίο;
Kerstin: Η συνεργασία κοινού και μπάντας. Το κοινό μπορεί να προσφέρει τόσα πολλά σε ένα live, μερικές φορές γίνεται σαν ένα ενιαίο κύμα δύναμης. Είναι μια πραγματικά μοναδική σύνδεση όταν συμβαίνει αυτό, σχεδόν μια εξωσωματική εμπειρία, και η ενέργεια που παίρνεις σε ωθεί σε όλη τη διάρκεια της εμφάνισης.
- Πώς είναι να παίζετε παλιά κομμάτια σε μια νέα γενιά που μπορεί να μην είχε καν γεννηθεί όταν κυκλοφόρησαν;
Kerstin: Πολλοί από το νεότερο κοινό είναι παιδιά των αρχικών hardcore fans και έχουν ένα “κληρονομημένο” ενδιαφέρον. Ακόμα αγαπώ πάρα πολύ τη μουσική που άκουγαν οι γονείς μου όταν ήμουν μικρή. Οι προηγούμενες γενιές μουσικής είναι αυτές πάνω στις οποίες εξελίχθηκαν οι σημερινοί ήχοι. Όπως σε όλες τις μορφές τέχνης, κάποια πράγματα κινούνται αντιδρώντας στο κατεστημένο και κάποια άλλα επηρεάζουν και διαπλέκονται μέσα από τη νέα τεχνολογία και τις ιδέες. Επίσης, πολλά από τα θέματα των στίχων είναι επίκαιρα σήμερα και τα τραγούδια έχουν την τάση να ανεβάζουν τον κόσμο.

- Αν κάποιος που δεν έχει ακούσει ποτέ τη μουσική σας άκουγε μόνο ένα τραγούδι των Senser, ποιο θα έπρεπε να είναι και γιατί;
John: Θα έλεγα το "Age Of Panic". Φαίνεται να υπάρχουν όλα τα στοιχεία σε αυτό το κομμάτι. Κιθάρες, programming, ραπ, τραγούδι, οι αντιθέσεις της μπάντας. Πιθανόν είναι αυτό για το οποίο είμαστε περισσότερο γνωστοί.
- Τι μάθατε από τη διάλυση και την επανένωση της μπάντας;
Kerstin: Μετά από χρόνια έντονων περιοδειών, αρκετά μέλη της μπάντας χρειάστηκαν ένα διάλειμμα. Ξαφνικά έμεινα να κάνω όλα τα φωνητικά. Ήταν συναρπαστικό, αλλά και εξαντλητικό να τραγουδάω και να ραπάρω χωρίς διαλείμματα, ειδικά λόγω έλλειψης ύπνου, αφού είχα αποκτήσει κι ένα μωρό. Κάθε βράδυ κατέβαινα από τη σκηνή και απλώς κατέρρεα. Τώρα, κοιτάζοντας πίσω, μπορώ να δω ότι είχα την επιθυμία να συνεχίσω να δημιουργώ, να δοκιμάζω νέα πράγματα, να απορρίπτω τον φόβο και να παίρνω χρόνο, όταν τον χρειαζόμασταν. Βοηθάει να είσαι ήρεμος μέσα σου, όταν τα πράγματα παίρνουν μια απρόσμενη τροπή. Είχαμε περισσότερες επιλογές απ’ όσες νομίζαμε και τελικά όλο αυτό είναι κάτι υπέροχο. Όταν η μπάντα επανενώθηκε, οι δύσκολες δυναμικές δεν είχαν πραγματικά φύγει, αλλά συνειδητοποίησα πόσο η νοοτροπία διαμορφώνει την εμπειρία. Υπήρχαν τόσα πολλά να κερδίσουμε στα διαφορετικά στάδια της μπάντας. Μου άρεσε αυτό που κάναμε στα “Stacked Up” και “Asylum” αλλά ήταν πολύ διαφορετικά άλμπουμ. Ως σύνολο, εκτιμάμε τη μπάντα σε όλες τις μορφές της και ένα στοιχείο διττής φύσης υπάρχει στο “How to do Battle”, αλλά τώρα με το “Sonic Dissidence”, νομίζω ότι έχουμε συνειδητοποιήσει πολλά από αυτά που κάνουν τον ήχο των Senser αυτό που είναι. Και με την προσθήκη του DJ Agzilla έχουμε αυτή τη νέα ενέργεια. Οπότε το συμπέρασμά μου είναι ότι όλα ήταν καλά, ακόμη κι όταν ήταν λίγο δύσκολα.
- Βινύλιο, CD ή streaming;
DJ Agz: Προφανώς θα φαινόταν λογικό να πω βινύλιο, έχοντας ξεκινήσει ως Hip Hop DJ στη χρυσή εποχή της κουλτούρας, αλλά θα διαλέξω βινύλιο και iPod MP3 ως downloads! Όχι streaming, σίγουρα όχι CD. Βινύλιο ή αρχεία για κατέβασμα παρακαλώ, θέλω να έχω στην κατοχή μου τη μουσική μου συλλογή και να μην χρειάζομαι το internet ή το cloud για να ακούω μουσική!»
- Υπάρχει κάποια συναυλία που ξεχωρίζει ως ιδιαίτερα αξέχαστη;
Nick: Και πάλι, υπάρχουν τόσες πολλές. Το Reading Festival το ’93 είναι μία αξέχαστη. Ο κόσμος ήταν τόσο ενθουσιασμένος και ήρθε η απόλυτη έκρηξη, όταν παίξαμε σε μία από τις σκηνές. Έγινε τόσο χαοτικό που υπήρχαν άνθρωποι που ανέβαιναν στους στύλους στήριξης και πηδούσαν από ύψος περίπου 10 μέτρων μέσα στο κοινό. Υπήρχαν παιδιά που τα έβγαζαν από το πλήθος μπροστά στη σκηνή εντελώς αναίσθητα, και μετά το live είχαμε fans που έρχονταν σε εμάς με κολάρα στον λαιμό ή με πατερίτσες, με τεράστια χαμόγελα, λέγοντας πόσο πολύ απόλαυσαν τη συναυλία!
- Ένα άλμπουμ που μπορείς να ακούς για πάντα;
John: To Physical Graffiti των Led Zeppelin.
- Ένα άλμπουμ που πρέπει να ακούσουν όλοι τουλάχιστον μία φορά;
DJ Agz: Ένα άλμπουμ; Άδικο… Sonic Dissidence; Fear of a Black Planet; Electric Ladyland; Natty Dread; Δεν μπορώ ποτέ να διαλέξω μόνο ένα…
- Αγαπημένο τραγούδι για να παίζετε live;
John: Παλιά ήταν το "The Key", αλλά δεν το παίζουμε τόσο συχνά πλέον live. Οπότε τώρα είναι ένα κομμάτι που λέγεται "2,3, Clear". Έχει πολλά ενδιαφέροντα μέρη.

- Φεστιβάλ ή μικρό live σε club;
DJ Agz: Φεστιβάλ. Το αίσθημα ελευθερίας, η υπαίθρια ατμόσφαιρα, η μυρωδιά των βοτάνων στον αέρα και η μουσική έξω είναι μια διαφορετική αίσθηση. Είναι έμφυτη ανθρώπινη ανάγκη το να είμαστε μαζί, να χορεύουμε και να "τζαμάρουμε" στη φύση.
- Τελικά, τι κρατά ζωντανό το πάθος για δημιουργία μουσικής μετά από τόσα χρόνια;
John: Είμαι τυχερός που ακόμα μπορούμε να το κάνουμε αυτό και ότι εξακολουθεί να είναι διασκεδαστικό για εμάς. Μπορούμε να ταξιδεύουμε, να παίζουμε μουσική μπροστά σε fans, να κάνουμε παρέα μεταξύ μας και να γνωρίζουμε ανθρώπους που στηρίζουν τη μπάντα για πάνω από 30 χρόνια. Η μουσική και οι στίχοι εξακολουθούν να φαίνονται επίκαιροι με όσα συμβαίνουν στον κόσμο. Ίσως ακόμα περισσότερο από πριν. Πάνω απ’ όλα όμως, το κάνουμε γιατί θέλουμε και με τους δικούς μας όρους. Είμαστε 100% ανεξάρτητοι.
- Τρεις λέξεις που περιγράφουν τους Senser.
John: 3 λέξεις. Πολιτικοί, πολυδιάστατοι, δυνατοί.
- Τι μήνυμα θα θέλατε να μοιραστείτε με το ελληνικό κοινό σας;
Heitham: Είμαστε πολύ περήφανοι που σας έχουμε ως κοινό, που μοιραζόμαστε τη μουσική μας και "ξεσαλώνουμε" μαζί σας.
INFO: SENSER • Live in Athens for the 1st time in 12 years • Σάββατο 28 Μαρτίου 2026
AN Club (Σολωμού 13-15, Εξάρχεια)
Special guests: Kidney Black
Doors open: 20.30
Τιμές εισιτηρίων: €27 (προπώληση) • €30 (ταμείο)
Προπώληση εισιτηρίων:
• More.com
• Metal Era (Εμμ. Μπενάκη 22, Εξάρχεια)
• Monsterville (Αγ. Ειρήνης 13, Μοναστηράκι)






