«Στα ποιήματα που έγραψα για το πρώτο μου βιβλίο Seventh Heaven, αυτό που με απασχολούσε ήταν ο ρυθμός. Έτσι απέκτησα τη φήμη της ροκ ποιήτριας. Ο ρυθμός ήταν συνηθισμένος, το rock'n'roll ήταν αυτό που ήξερα καλύτερα. Τώρα η δουλειά μου είναι εντελώς διαφορετική. Βρήκα έναν συγκεκριμένο ρυθμό που βρίσκει τον ρυθμό του, που μπορεί να αγνοήσει τη φύση είτε να επικοινωνήσει μαζί της. Μπορεί να πάει όπου θέλει, γιατί έχει έναν συμπαγή ρυθμό». Αυτά δήλωνε η Patti Smith το 1973 στο Interview του Andy Warhol και στην Penny Green για την ιδιοσυγκρασιακή της ποίηση με την οποία εισήλθε επισήμως στην underground καλλιτεχνική σκηνή της Νέας Υόρκης, στην καμπύλη της πλήρους ανθοφορίας της, πριν η ίδια ξεκινήσει τη δική της με την κυκλοφορία του Horses δύο χρόνια αργότερα.

Αυτή η δήλωση στριφογυρίζει πάνω από τα κεφάλια μας στη Στέγη το βράδυ αυτής  Πέμπτης καθώς μπροστά μας εκτυλίσσεται μια «διαφορετική» παράσταση από την Patti Smith και τους Soundwalk Collective του Stephan Crasneanscki – μια συνεργασία που μετρά πάνω από δέκα χρόνια τώρα εξερευνώντας τα ηχητικά αποτυπώματα ποιητών και σκηνοθετών, τόπων και γεγονότων, μεταφέροντας τα ευρήματά τους στη φόρμα ενός εμβυθιστικού οπτικοακουστικού ταξιδιού.

Αυτό το ταξίδι παντρεύεται στην Κεντρική Σκηνή της Στέγης με τους απόηχους των θρυλικών απαγγελιών της Patti Smith μετά μουσικής και κιθάρας του Lenny Caye στη Νέα Υόρκη των ‘70s, από τη βραδιά στο St. Mark’s Church μέχρι τα «καμπαρέ» της Δυτικής Δέκατης Τρίτης Οδού, όπως μόνο με τη φαντασία μας μπορούμε να τους ψηλαφίσουμε μέσα από τις ανταποκρίσεις και τα άρθρα της εποχής. Κι αυτή η εμφάνιση της Patti Smith με τους Soundwalk Collective τροφοδοτεί τη φαντασία μας με νέο υλικό καθώς εκείνη διασχίζει με τη φωνή της τα live recordings του Crasneanscki από κάθε γωνιά του πλανήτη και τα visuals του Pedro Maia, θραύσματα εικόνων και ήχου από το τέλος του κόσμου.

Δάση που καίγονται, πάγοι που λιώνουν -μεταφορικά και σχεδόν κυριολεκτικά επί σκηνής κάτω από το ηχητικό καλέμι του Crasneanscki- ωκεανοί που φουσκώνουν, λύκοι που ψάχνουν ένα νέο σπίτι, νάρκες και ατομικές βόμβες κάτω απ΄ το νερό. Η Patti Smith, μια προφητική φιγούρα που μοιάζει να έχει επιβιώσει από ένα πολεμικό οδοιπορικό, έρχεται από ένα σημείο καθολικής εμπειρίας και γνώσης, από κάπου από όπου τα έχει δει και ακούσει όλα, περασμένα, παρόντα και επόμενα. Διαβάζει καθηλωτικά ένα μανιφέστο για μια φύση σε κρίση, αναρχία και μετάβαση, που δυστυχώς πια ακούγεται πολύ περισσότερο ως το αναπόδραστο μέλλον μας παρά ως μια επιστημονική φαντασία, πετώντας δραματικά τις σελίδες στο τέλος του κάθε κεφαλαίου. Τραγουδάει τα τραγούδια πουλιών που επιβιώνουν από την καταστροφή και γίνονται οι ανιχνευτές ενός νέου κόσμου. Γίνεται η Φύση και η Μητέρα, μια αλλόκοσμη Παναγία και μια άλλη Μήδεια. Προσπαθεί να αφυπνίσει, να μας κάνει να ακούσουμε, να μας φέρει ενώπιον συλλογικών μνημών, να ενώσει θρησκευτικότητα, ποίηση και επιστήμη σε ένα τρίπτυχο κάτω από το οποίο μπορούν να βρουν όλοι στέγη, τα μεγαλύτερα μυαλά όλων των γενεών αλλά και τα πιο ταπεινά, όσοι κραυγάζουν και όσοι σιωπούν, οι απλοί πιστοί που γεμίζουν τις χριστιανικές εκκλησίες (σκηνές από τις οποίες βρίσκουν τη θέση του στις προβολές του Μaia για την παράσταση) αλλά και οι μεγαλύτεροι «αιρετικοί» -όπως ο αγαπημένος της Pasolini στον οποίο είναι αφιερωμένη η κορύφωση και η κατακλείδα του Correspondences. Σκηνές από τη «Μήδεια» με τα χαρακτηριστικά γκρο πλαν της Maria Kallas αλλά κι ένα ξέφρενο λιντσεϊκό κολάζ από τη βιογραφικό φιλμ του Abel Ferrara και τον Willem Dafoe με μαύρα γυαλιά μέσα  στη νύχτα της Ρώμης των ‘70s – την τελευταία νύχτα του Pasolini. Από πάνω η κραυγή της Patti Smith καβαλάει ένα κρεσέντο ηλεκτρονικών beats και φυσικών κρουστών να καλεί σε στη μαρτυρία του αιώνιου καλλιτεχνικού θαύματος ενός νεκρού που δεν πεθαίνει ποτέ γιατί όσο ζούσε είδε όσα κανένας ζωντανός μέχρι τότε δεν είχε δει.

Καταιγιστικό χειροκρότημα και μέσα από αυτό μια τελευταία υστερόγραφη ανάδυση για μια τελευταία προσευχή με τους στίχους από το “Wing” και την Patti Smith μόνη, τυλιγμένη με τις εικόνες από το «Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο» στο video wall να καθηλώνουν την πλατεία σε μια πολύτιμη στιγμή τελετουργικής ησυχίας μέσα από την οποία το μήνυμα της οικουμενικής ελευθερίας διαχέεται σε όλη την πλατεία, σκαρφαλώνει στους εξώστες και επιστρέφει έξω στη νύχτα: “I was a wing/in heaven blue/On the ocean/Soared in the rain/And I was free/I needed nobody/It was beautiful”.

Στην αγαπημένη νύχτα της Patti Smith επιστέφεται και η ένταση όλης της παράστασης που εκλύεται από το κοινό όταν εκείνη σε ένα ιδιαίτερο encore, κι αφού μας έχει φιλοδωρήσει με καλά λόγια για την ζωντανή, πολύχρωμη Αθήνα στην οποία πάντα χαίρεται να επιστρέφει, μας καλεί να τραγουδήσουμε μαζί της το “Because The Night” – το τραγούδι που πάντα φυλάει για το τέλος ως ανάθημα στον αγαπημένο της σύζυγο Fred “Sonic” Smith. Εκατοντάδες φωνές ξεχύνονται στην αθηναϊκή νύχτα που τους ανήκει απαλευθερωμένες και έτοιμες να τη διεκδικήσουν – ή να θυμηθούν ότι μπορούν. Έτσι παντρεύει η Patti Smith το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, τη Νέα Υόρκη των ‘70s με την Αθήνα των νέων ‘20s και κάθε σύγχρονη  μητρόπολη στην οποία κουβαλάει αυτή τη sui generis εμπειρία πέρα από τα όρια της ανάγνωσης. Έτσι παντρεύει το τέλος του κόσμου, στο οποίο μόλις μας ξενάγησε και το τέλος της νύχτας. Και ως γνωστόν  κάθε τέλος της νύχτας φέρνει αναπόφευκτα από καταβολής κόσμου την αρχή μιας νέας ημέρας – μέχρι το επόμενο τέλος του.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured