Αν μου έλεγε κάποιος βραχνός προφήτης τις πρώτες μέρες του Ιανουαρίου, τότε που έκλεινα γεμάτος παρορμητισμό τα εισιτήρια για τη συναυλία των Big Thief στο Βερολίνο, ότι αυτή έμελλε να είναι μία από τις τελευταίες της μπάντας για κάποιο διάστημα εξαιτίας μίας επικίνδυνης πανδημίας που θα δοκιμάσει την Ανθρωπότητα, θα εντυπωσιαζόμουν με τη οργιώδη φαντασία του· ίσως κοκάλωνα για λίγα δεύτερα στη σκέψη, αλλά μετά θα πατούσα, κανονικά, κλικ στα αεροπορικά.

Δύο μήνες μετά, η πραγματικότητα είναι πλέον γνωστή και δυσοίωνη: η ίδια η ζωή αναβάλλεται συνεχώς υπό τον φόβο και την αόρατη απειλή ενός ιού που έχει γίνει viral (pun intended), διαμορφώνοντας μία νέα εμπειρία ύπαρξης στον πλανήτη. Αυτή που ενθαρρύνει την απουσία σωματικής επαφής, τον αυτο-περιορισμό, την απομόνωση και τον εγκλεισμό, δημιουργώντας ένα νέο, κοινωνικό στίγμα για όσους αγνοούν τα (επιβαλλόμενα, σε κάποιες περιπτώσεις) όρια της ατομικής ευθύνης απέναντι σε μια τέτοια, ρευστή κατάσταση.

Κάνετε πάντως μεγάλο λάθος, αν πιστεύετε ότι αυτό το κλίμα επερχόμενης δυστοπίας θα εμπόδιζε τους ευδιάθετους Βερολινέζους και τους ανυπόμονους ταξιδιώτες να μπλεχτούν κατά εκατοντάδες σε έναν κινηματογραφικό χώρο στα όρια του πάλαι ποτέ Ανατολικού Βερολίνου, υπό την ευλογία ενός εκ των πιο σημαντικών συγκροτημάτων στον χώρο του σύγχρονου, ανεξάρτητου rock.

Δεν ξέρω αν η Ανθρωπότητα τείνει να γίνεται πιο «ανθρώπινη» όταν αμφισβητείται η κακώς δεδομένη της ύπαρξη από λόγους ανωτέρας βίας, αλλά την παγωμένη, ανοιξιάτικη βραδιά της 9ης Μαρτίου, το Astra Kulturhaus στην είσοδο/έξοδο της übercool, εξευγενισμένης γειτονιάς Friedrichschein (μερικά μόλις βήματα από την περίφημη East Side Gallery) –το οποίο αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου συγκροτήματος παλιών αποθηκών και εργοστασίων της πρώην Ανατολικής Γερμανίας που έχουν μετατραπεί σε εναλλακτικούς χώρους τέχνης, εκδηλώσεων και διασκέδασης– ήταν γεμάτο από χιπστεροκλασάτα ζευγάρια, ψαγμένους μεσήλικες, κανονικές παρέες της διπλανής πόρτας και μοναχικούς backpackers. Οι οποίοι χόρευαν, αγγίζονταν, φιλιούνταν παθιασμένα (χωρίς μάσκες), αγνοώντας κάθε καινούρια μεταβλητή· σαν να γιόρταζαν την αληθινή μαγεία της ζωής, πριν την αιφνίδια κατάργησή της.

Ο σουρεαλισμός της όλης εμπειρίας, όμως, δεν περιορίστηκε στις περίεργες συνθήκες υπό τις οποίες πραγματοποιήθηκε η συναυλία. Το πρώτο κρούσμα (pun intended no.2) σημειώθηκε κατά την είσοδό μας στο βιομηχανικό προαύλιο του Astra, όταν η ηλεκτρονική ταμπέλα ενός «γραφικού» bar/restaurant στην απέναντι μεριά του δρόμου ανέγραφε «Big Thief Special», αναφερόμενο στο signature (γελάω) hamburger του μαγαζιού. Επόμενη σουρεαλιστική πινελιά ήταν ο ίδιος ο χώρος: άδειος, όταν φτάσαμε με τον φίλο μου, έμοιαζε με κάτι ανάμεσα σε προπολεμικό, στοιχειωμένο ballroom, σέχτα συγκέντρωσης πειραματικής ομάδας θεάτρου και αίθουσα διοργάνωσης εκδηλώσεων/χοροεσπερίδων κάποιου αριστοκρατικού, ιδιωτικού σχολείου. Σίγουρα, οι παράδοξα ταιριαστές επιλογές του DJ (John Prine, Bob Dylan και The Band), κράτησαν τον σουρεαλισμό υπαρκτό και κάλμαραν κάπως την τεταμένη ανυπομονησία, την ώρα που εμείς πίναμε τις home-made (μα άθλιες) ξανθιές μπύρες “Astra” του μαγαζιού.

Τελευταίο και κορυφαίο σουρεάλ επεισόδιο, η άβολη, cringy εμφάνιση του opening act, για την ακραία ηχητικά μουσική του οποίου (γελάω ξανά) υπήρχε μάλιστα και ...προειδοποίηση στην είσοδο του κεντρικού stage. Οι Ithaca από τη Μεγάλη Βρετανία –επιλεγμένοι με αίσθηση χιούμορ(;) από τους ίδιους τους Big Thief, παρακαλώ– έμοιαζαν με κανονικό ανέκδοτο: μία κατάλευκη, γκοθού frontwoman, η οποία μάλλον προσπαθούσε να κερδίσει ένα Evanescence cosplay στοίχημα· ένα Ινδός κιθαρίστας με tropical, κοντομάνικο πουκάμισο, ο οποίος έπαιρνε τις πιο αστεία αγριεμένες ugly sex εκφράσεις που έχω δει ποτέ· και 3 ακόμη μέλη σε σορτσάκια, που έμοιαζαν σαν να παίζουν σε μία μπάντα indie διασκευών σε Ed Sheeran και όχι σε ένα, εχμ πώς να το πω τώρα αυτό, screamo/mathcore/hipster metal γκρουπ.

Δεν χρειάζεται να γράψω κάτι άλλο, πέρα από τα λόγια των ίδιων των Ithaca: «ξέρουμε ότι δεν είμαστε η μπάντα που θα περιμένατε να ανοίξει τους Big Thief, αλλά σας ευχαριστούμε πάρα πολύ για την κατανόηση, την ανοιχτομυαλοσύνη και την αποδοχή σας». Γιατί, πράγματι, το κοινό, όχι μόνο δεν πάγωσε από το θέαμα, αλλά τους χειροκροτούσε μετά αψυχολόγητου ενθουσιασμού ως ένδειξη συμπαράστασης, στο τέλος κάθε τραγουδιού. Τελικά ήταν τόσο κακοί, που ήταν καλοί.

Κι ενώ ο κόσμος πύκνωνε τριγύρω μου εκθετικά κατά τη μισάωρη ανάπαυλα που ακολούθησε, ομολογώ ότι ποτέ δεν ανησύχησα πραγματικά για το διαφαινόμενο ρίσκο αυτής της μαζικής συνάθροισης (έτσι για την ιστορία, τη στιγμή εκείνη το χαοτικό Βερολίνο είχε μόνο 60 επιβεβαιωμένα κρούσματα). Για την ακρίβεια, τα επόμενα 100 λεπτά ήταν εκείνα στα οποία σταμάτησα να σκέφτομαι το οτιδήποτε στο ταξίδι, αφέθηκα εντελώς στη συναισθηματική πλημμύρα που μου δημιούργησε το live και συνδέθηκα ουσιαστικά με τον εαυτό μου, τους ανθρώπους τριγύρω μου, το ίδιο το γκρουπ, τον πλανήτη ολόκληρο.

Ακούγεται ίσως κάπως μελοδραματικό, αλλά αναλογιστείτε τη συγκυρία: να παρακολουθείς ζωντανά τη μπάντα που έχεις νιώσει ως την πιο ζεστή αγκαλιά για το περασμένο εξάμηνο, σε μία εμφάνιση βαθιά συγκινητική, ταπεινή και ανθρώπινη, που έμοιαζε με ιεροτελεστία. Μαζί με ένα κοινό το οποίο ήταν εντελώς «εκεί» καθ' όλη τη διάρκεια: δεν άκουγες ψιθύρους, δεν έβλεπες υψωμένα κινητά στον αέρα, δεν αισθανόσουν κανέναν αντιπερισπασμό, υπό την υποσυνείδητη σκέψη ότι η συναυλία μπορεί και να ήταν η τελευταία όλων μας, για ένα αρκετά μεγάλο διάστημα. Όλα αυτά στάθηκαν αρκετά για να διαμορφώσουν μία συνθήκη απόλυτης, ανεμπόδιστης και ουσιαστικής επικοινωνίας ανάμεσα σε κάθε ζωντανό κύτταρο που βίωνε τη μυσταγωγική, live εμπειρία των Big Thief.

Ήδη από το εναρκτήριο, ακυκλοφόρητο “Bruiser” και το εκπληκτικό “Capacity”, είχε γίνει σαφές ότι οι λέξεις-κλειδί της βραδιάς ήταν «χημεία» και «επικοινωνία». Αν δηλαδή στους δίσκους των Big Thief διαφαίνεται η τηλεπάθεια μεταξύ των μελών, στη ζωντανή εκδοχή των κομματιών τους απογειώνεται, παίρνοντας τη μορφή μίας μοναδικής ενέργειας, η οποία ξεχύνεται και καταλαμβάνει κάθε γωνία του χώρου. Η Adrianne Lenker –αυτό το εξωτικό πλάσμα, που έχει βιώσει στο πετσί της ήδη από τα παιδικά χρόνια την εγκατάλειψη, τη μοναχικότητα και τη νομαδική ζωή– είναι ξεκάθαρα η ηγέτιδα της ομάδας, χωρίς όμως να υπερκαλύπτει τους υπόλοιπους. Είναι απλώς ο πίδακας απ' όπου αναβλύζει ζεστασιά, αγάπη, ευαισθησία και τρυφερότητα. Είναι χαρακτηριστικό ότι χρησιμοποίησε τον προφορικό λόγο ελάχιστες φορές· και σε όλες μας ευχαρίστησε, συνεσταλμένα και ειλικρινά έκπληκτη, για την αγάπη που δέχεται η μπάντα.

Ανάμεσα στη μαγική, αρμονική ροή της setlist ακούστηκαν τα “Shoulders”, “Orange” (σε μία ξεχωριστή, σόλο στιγμή της Lenker), “Mythological Beauty” και “Forgotten Eyes” («You don’t need to know why, when you cry»). Αναπόφευκτα, όμως, η κορύφωση ήρθε προς το τέλος της βραδιάς, με το τραγούδι που σχεδόν αποτέλεσε λόγο για το ταξίδι μου αυτό. Το “Not” δεν είναι απλώς το σπουδαιότερο κομμάτι των Big Thief, εκείνο που συμπυκνώνει ολόκληρη την ύπαρξή τους· είναι κι ένα από τα πιο συγκλονιστικά rock στιγμιότυπα της περασμένης δεκαετίας: ένας ύμνος για την αναζήτηση του τι σημαίνει να είσαι αληθινά άνθρωπος σε μία κοινωνία κι έναν πλανήτη υπό παρακμή.

Τραγικά και ειρωνικά, λοιπόν, οι στίχοι «Not to die, Not dying, Not to laugh» ακούστηκαν πιο επίκαιροι από ποτέ στο Astra Kulturhaus, ενώ τα 15 περίπου λεπτά μέσα στα οποία απλώθηκε αριστοτεχνικά το κομμάτι, τα πέρασα ανατριχιασμένος σε όλο μου το σώμα, σχεδόν παραλυμένος από συγκίνηση: μπαίνουν κατευθείαν στο πάνθεον των σημαντικότερων συναυλιακών μου στιγμών. Το comic relief που ακολούθησε λίγο αργότερα κατά τη διάρκεια του encore, όταν η Lenker μπέρδεψε τα λόγια του “Paul” –μαζί με τα αθώα γέλια που προκάλεσε– ήρθε την κατάλληλη στιγμή, ώστε να εκτονωθεί το συναισθηματικά φορτισμένο κλίμα που είχε δημιουργηθεί.

Μερικές ώρες μετά το τέλος της συναυλίας, δεν είχα ακόμη συνειδητοποιήσει –παρά τις ενδείξεις– ότι αυτή θα ήταν η τελευταία μου για αρκετό, όχι πολύ ελπίζω, καιρό. Σκεπτόμενος τώρα τα πράγματα λίγο πιο καθαρά, με την ασφάλεια της χρονικής απόστασης, μπορώ να πω ότι δεν θα μπορούσε να υπάρξει ιδανικότερος επίλογος πριν την περίεργη περίοδο αυτοεξορίας στην οποία έχουμε εισέλθει. Γιατί οι Big Thief αντιπροσωπεύουν και εκφράζουν την αγάπη για τον άνθρωπο, τον πλανήτη, τη ζωή στην πιο ουσιαστική και αυθεντική της μορφή.

Ως τελευταία λοιπόν (για την ώρα) πράξη συνύπαρξης και συλλογικής εμπειρίας με ένα μαζικό πλήθος, το live τους στο Βερολίνο με άφησε με μία ελπίδα: ότι μέσα σε αυτές τις σκοτεινές εποχές τις οποίες διανύουμε, διαφαίνεται η ευκαιρία να έρθουμε τελικά όλοι πιο κοντά. Στους εαυτούς μας, στους αγαπημένους μας, στους ανώνυμους αγνώστους, στο ανεκτίμητο μεγαλείο της ζωής, που τόσο έχουμε υποτιμήσει.

{youtube}5MhX8Cju6cc{/youtube}

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured