Ανάμεσα σε τόσες συναυλίες που γίνονται στην πόλη, γιατί να επιλέξει κάποιος να καλύψει δημοσιογραφικά τον Eros Ramazzotti; Ίσως γιατί παρουσιάζει ενδιαφέρον η απήχηση του Ιταλού τροβαδούρου σε συγκεκριμένη μερίδα του adult κοινού. Ήθελα επίσης να διαπιστώσω αν έχει νόημα να τραγουδάει ακόμα, τόσα χρόνια μετά το ζενίθ του στα μέσα στης δεκαετίας του 1990. Δεν ήξερα αν η ευήλια ρομαντζάδα και η καλοκαιρινή χαρμολύπη που είχαν οι δημοφιλέστεροι δίσκοι του θα μπορούσαν να αποδοθούν στη σκηνή ή αν ο λαοφιλής βάρδος θα βασιζόταν μόνο στις ευκολίες ενός πλούσιου «σόου».

Ο Eros Ramazzotti βγήκε στη σκηνή του Tae Kwon Do μπροστά σε μια θάλασσα από σηκωμένα smartphones. Ήταν ντυμένος λιτά και στα μαύρα –παράξενο, καθώς νόμιζα ότι φοράει μονίμως λευκά λινά και πως ένας αόρατος ανεμιστήρας φυσάει πάνω του όλο το 24ωρο. Πέρα από την πλάκα, πάντως, ήταν άψογος· και έδωσε στο κοινό, ακριβώς αυτό που ζητούσε. Έκανε δε τα φώτα των κινητών να μη μοιάζουν με παραφωνία, μα να ταιριάζουν στο θέαμα. Άλλωστε η 30άχρονη εμπειρία του μπροστά σε μάτια θεατών που τον κοιτούν ζητώντας του την υπόσχεση της ερωτικής μελωδίας, δεν είναι τυχαία υπόθεση. Αρκούσε δηλαδή ένα «αγκάπη μου ατέλειωτη» κι ένα «ευκάριστω» σε σπαστά ελληνικά, για να κάνει άπαντες στις κερκίδες να σηκωθούν όρθιοι σε ευδαιμονία.

Στη σκηνή, ο Ramazzotti ανέβηκε με πλήρη μπάντα. Την ένρινη και υγρή φωνή του πλαισίωσαν 8 μουσικοί, μαζί με επιπλέον δύο γυναίκες στα δεύτερα φωνητικά. Το πάνω χέρι ανάμεσά τους είχε το δυνατό σαξόφωνο και τα πληθωρικά κρουστά. Μια μεγάλη κυρτή επιφάνεια πίσω του, εντωμεταξύ, λειτουργούσε σαν ωραίο video wall –με ξεχωριστή θεματική για κάθε τραγούδι. Ο ίδιος χρησιμοποίησε άψογα τη σκηνή: χωρίς να είναι υπερκινητικός, χωρίς να επαναλαμβάνεται και δείχνοντας ότι απολαμβάνει κάθε λεπτό που βρίσκεται μπροστά στους θαυμαστές του. 

Μπορεί να έχει περίπου μια δεκαετία να βγάλει δίσκο που να μην περάσει απαρατήρητος, καθώς η τελευταία φορά που είχε ηχογραφήσει κάτι ενδιαφέρον ήταν στο Ali Ε Radici (2009). Όμως το καλάθι με τα hits του είναι πολύ βαθύ. Και, όταν το κοινό ακούει τα "Un Attimo Di Pace", "Un' Emozione Per Sempre" και "Quanto Amore Sei" στη σειρά, παθαίνει (δικαιολογημένα) ασυγκράτητο ενθουσιασμό. Εκτελεσμένα ζωντανά, τα τραγούδια του Ramazzotti είναι ακόμη πιο μελωδικά και ατμοσφαιρικά, ενώ τυλίγουν τον ακροατή και τον βάζουν σε μια διάθεση όπου η προσμονή του ερωτικού σκιρτήματος γίνεται το ύψιστο αίσθημα, ανάμεσα σε ρεφρέν με ικεσίες, με παράπονα και με άσβεστα πάθη.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο φωτισμός του Tae Kwon Do ήταν άψογος. Χωρίς εκτυφλωτικά κόλπα και υπερβολές, η αλληλουχία χρωμάτων και ο άριστος συντονισμός τους με τα σκαμπανεβάσματα στις μελωδίες του βιρτουόζου της Ιταλικής μπαλάντας, έδιναν την αίσθηση της προσεγμένης παραγωγής. 

Η αρένα του σταδίου μπορεί να μην γέμισε, αλλά ο κόσμος που βρέθηκε εκεί τραγουδούσε και χόρευε χωρίς σταματημό. Ακόμη κι αν δεν έγινε καμία tour de force ή κάτι αξιομνημόνευτο στη διάρκεια της παράστασης, το σίγουρο είναι ένα: σε οποιαδήποτε στιγμή γυρνούσες το κεφάλι σου να δεις τον κόσμο, από το "Vita Ce N' È" και το "Musica È" μέχρι το "Un' Altra Te" και το "Più Bella Cosa", έβλεπες μόνο χαμογελαστά πρόσωπα και ορθάνοιχτα μάτια, τα οποία κοιτούσαν με θαυμασμό και ικανοποίηση. 

Αυτό είναι τελικά το ζητούμενο και ο Eros Ramazzotti τίμησε την ιστορία του· δείχνοντας ότι η ικανότητα να πλάθεις ερωτοχτυπημένους κόσμους για μαζική κατανάλωση, δεν είναι corny ανοησία. Αντιθέτως, πρόκειται για αναγκαιότητα και υποχρέωση.

{youtube}HxzMU0gT9-Q{/youtube}

 

 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured