Είναι Σάββατο 21 Μαρτίου και η ώρα δείχνει 18:30. Η στιγμή ζυγώνει για το τέταρτο Decibel Rebel Festival και ήδη έξω από την Κατινάρα ο κόσμος απλώνεται στα ασφυκτικά γεμάτα πεζοδρόμια. Δεν έχει πέσει ακόμα νότα, κι όμως το live έχει ήδη ξεκινήσει. Νομίζω πως αυτό το "τελετουργικό" πριν τις συναυλίες είναι το αγαπημένο μου σκέλος. Παρέες σχηματίζονται αυθόρμητα, κύκλοι ανοίγουν, χέρια υψώνονται για αγκαλιές που είχαν μείνει σε εκκρεμότητα μήνες ολόκληρους. Φίλοι που είχαν χαθεί μέσα σε δουλειές και υποχρεώσεις ξαναβρίσκονται λες και πάτησαν pause τον χρόνο από το προηγούμενο live. Από μια ηλικία και πέρα το "που χάθηκες ρε;" είναι πιο συνηθισμένο από οποιονδήποτε άλλο χαιρετισμό. Αυτό είναι το Decibel Rebel Festival για την μικρή επαρχιακή πόλη της Καβάλας. Είναι το ετήσιο προσκλητήριο της τοπικής σκηνής.

Mallevs

Όπως πάντα τα ωράρια τηρήθηκαν άψογα, και με απόλυτο επαγγελματισμό οι τοπικοί ήρωες από την Χρυσούπολη έλαβαν θέση στη σκηνή. Στα ηχεία παίζει ένα επικό, ορχηστρικό πανδαιμόνιο σαν από cinematic score, δικής τους δημιουργίας, με το οποίο έστησαν το ιδανικό ατμοσφαιρικό σκηνικό πριν την πρώτη τους νότα. Οι Mallevs άνοιξαν τη βραδιά σαν καλοκουρδισμένη μηχανή, από εκείνες όμως που δουλεύουν στο όριο. Τίποτα τυχαίο. Κάθε πάτημα, κάθε σταμάτημα, κάθε βλέμμα μεταξύ τους έδειχνε μια μπάντα απόλυτα δεμένη. Το "Fire & Blade" μπήκε σαν σπίθα σε αποθήκη πυρομαχικών και το κοινό της Καβάλας αμέσως έγινε ένα σώμα στις πρώτες γραμμές. Πολλοστή φορά που τους βλέπω, όμως θεωρώ πως παρά το σύντομο του σετ τους (opener γαρ), η απόδοσή τους κάθε φορά βελτιώνεται με αλματώδεις ρυθμούς. Υπήρχε μια πειθαρχία στην κίνησή τους, μια αίσθηση ότι το πράγμα έχει δουλευτεί ατελείωτες ώρες σε πρόβες. Ο Πάνος σταθερά είναι ένας καταπληκτικός frontman, με επαρκή επικοινωνία με το κοινό (αυτή τη φορά μόνο στα αγγλικά, για να εκτιμηθεί από το ιντερνάσιοναλ κοινό και μπανταίους) και απόλυτο έλεγχο της κατάστασης. Στο ρυθμικό section τόσο ο ηθύνων νους Γιάννης Μαλέας όσο και ο Dima ακούγονται σφιχτοί με ξεκάθαρο βηματισμό που θύμιζε την κλασική σχολή του 80s heavy metal. Riffs σφυρηλατημένα, leads παιγμένα καλύτερα και από το studio από τον George και τον Sergio και ρυθμός που δεν άφηνε αυχένα σε ησυχία στις μπροστά σειρές, σε ένα κοινό εντός έδρας που ήξερε κάθε στίχο. Και μετά ήρθε το “The Black Abyss” για να αλλάξει το τοπίο. Πιο βαρύ, πιο ατμοσφαιρικό, με τις κιθάρες να απλώνουν μια πυκνή σκιά πάνω από την Κατινάρα. Το κλείσιμο ήρθε κάπως prematurely, όμως με το "Barricade of Steel" φύλαξαν το καλύτερο για το τέλος. Με ένα κομμάτι σκέτο δυναμίτη, το live έκλεισε θριαμβευτικά μέσα σε μια δίνη από pits σφραγίζοντας την καλύτερη δυνατή εμφάνιση για opening act. Παρέδωσαν μάθημα για το πώς ζεσταίνεις το κοινό. 

Intro/Flash of Rebellion ● Fire & Blade ● Revenge Comes Riding ● The Black Abyss ● The Hammer ● Astral Plains ● Barricade of Steel

Damage Case

Μετά την πανηγυρική εμφάνιση των Mallevs, και όσο ο κόσμος ακόμα ήταν μουδιασμένος στη σκηνή ανεβαίνουν οι Ρουμάνοι speed metal / rock n' rollers Damage Case. Είναι η πρώτη φορά που έρχονται στη χώρα μας, και αν κρίνω από το οπαδικό κλίμα που βίωσαν και την αποδοχή του κοινού, δεν θα είναι η τελευταία. Αυτές οι μικρές διασταυρώσεις σκηνών από διαφορετικές χώρες που βρίσκουν κοινό έδαφος πάνω στη σκηνή είναι ο λόγος που αγαπάμε αυτά τα φεστιβάλ. Ξεκίνησαν με το “Shock and Terror”, ένα από τα πιο καταιγιστικά κομμάτια του Rock 'n' Roll Justice. Στην αρχή το κοινό έδειχνε λίγο μουδιασμένο, όχι όμως από ευθύνη της μπάντας, αλλά γιατί μερικές φορές χρειάζεσαι λίγα λεπτά για να κουμπώσει ο παλμός. Κι όταν κούμπωσε, όλα πήραν μπρος. Οι Damage Case δεν άργησαν να δείξουν ότι δεν ταξίδεψαν μέχρι εδώ για τουρισμό. Το "Black Leather Division" μπήκε all guns blazing, σπρώχνοντας τον κόσμο πιο κοντά στη σκηνή και στη βία. Το “Booze and Rock ’n’ Roll” πιστεύω πως είναι η πεμπτουσία τους. Χαβαλές, δρόμος και γνήσια απλότητα του rock ’n’ roll. Χαμογελαστοί, παρά τα αρχικά θέματα στον ήχο, έπαιζαν σαν να βρίσκονταν στο φυσικό τους περιβάλλον. Οι επιρροές από Motörhead δεν ήταν απλώς εμφανείς, ήταν σήμα κατατεθέν. Κι αν κάποιος δεν το καταλάβαινε ακούγοντάς τους, το όνομά τους είναι ήδη μια ευθεία υπόκλιση στο θρυλικό κομμάτι των Άγγλων. Αυτό όμως που έχει σημασία είναι πως δεν έμειναν στη μίμηση, πήραν το πνεύμα και το έτρεξαν με δικό τους γκάζι. Οι Damage Case ανέλαβαν τη μετάδοση ενέργειας και περάτωσαν τον ιερό τους σκοπό με δόξα και τιμές. Το “Power and Force” σάρωσε τα πάντα στο πέρασμά του, ενώ το "Follow the Rotten" έπεσε πάνω μας σαν σφυρί δέκα τόνων. Από εκεί και πέρα, κομμάτια όπως τα “Speed”, “Killing Squadron” και “Rock and Roll Patrol” ήρθαν ως συνεχόμενες εκρήξεις αδρεναλίνης. H βραδιά είχε πλέον μπει για τα καλά στις ράγες της.

Shock and Terror ● Black Leather Division ● Booze and Rock ’n’ Roll ● Power and Force ● Follow the Rotten ● Speed ● Killing Squadron ● Rock and Roll Patrol

Dark Nightmare

Κι ύστερα ήρθε η στιγμή που για μένα σημάδεψε τη βραδιά. Η σκυτάλη πέρασε στους Dark Nightmare, μια μπάντα που κουβαλάει τη δική της βαριά παρουσία μέσα στο ελληνικό επικό heavy metal. Από τα Γρεβενά ορμώμενοι, άλλη μια περιοχή που ο heavy metal χάρτης έχει προσπεράσει, οι Dark Nightmare μετρούν πάνω από 25 χρόνια σταθερής παρουσίας, με τέσσερις καταπληκτικούς δίσκους. H αυλαία ανοίγει με το "The Battlefield is Calling My Name" και η Κατινάρα έγινε πεδίο μάχης. Το κοινό τούς υποδέχτηκε με ιδιαίτερη ζεστασιά, κι εκείνοι έδειχναν να το απολαμβάνουν δεόντως. Αναρωτήθηκαν γιατί δεν έχουν ξαναπαίξει στην περιοχή, κι αναρωτήθηκα κι εγώ γιατί δεν τους είχα ξαναδεί. Θεωρώ πως κάποιες υποσχέσεις δόθηκαν σιωπηλά και από τις δύο μεριές. Απόλυτος επαγγελματισμός και ακόμα περισσότερο πάθος. Πατούν στιβαρά στο σανίδι σαν να εμφανίζονται στη μεγαλύτερη σκηνή. Ακολουθούν τα "Invaders" και "Hawks of War" που μας γύρισαν στις πρώτες μέρες τους. Σε εκείνο το ακατέργαστο και πιο πρώιμο δείγμα επικού μέταλ. Η ικανοποίηση μου χτύπησε κόκκινο στο "Tears from the Sky", το προσωπικό αγαπημένο από τον εκπληκτικό τέταρτο δίσκο τους, Beyond the Realms of Sorrow. Ένα σχεδόν black metal riff έσκισε την ατμόσφαιρα και το "The Fields of Screaming Souls" εξαπέλυσε την πιο ζοφερή εκδοχή της επικότητάς τους. Είναι πραγματικά αξιοθαύμαστη η ηχητική παλέτα των Dark Nightmare. Η σκέψη που κατέκλυζε το μυαλό μου σε όλη τη διάρκεια του σετ τους είναι πως αν είχαν καλύτερο PR θα βρίσκονταν με άνεση στη θέση των Warlord ή των Medieval Steel. Παρά τους διθυράμβους περί του ηχητικού, η πιο δυνατή εικόνα της εμφάνισής τους δεν ήταν καν μέρος της μουσικής. Ήταν το πανό για τον εκλιπόντα keyboardist τους, Γιώργο Καραγιάννη. Μια σιωπηλή παρουσία που σκέπαζε τη σκηνή. Είμαι σίγουρος πως μόνο περηφάνεια μπορεί να αισθάνεται από εκεί πάνω για αυτό που παρουσίασαν τα φιλαράκια του μπροστά στο κοινό της Καβάλας. Και όταν η αυλαία έπεσε με το "Dragonlakes", ο χώρος μετατράπηκε σε χορωδία. Το ρεφρέν τραγουδήθηκε από σχεδόν όλους σε μια συλλογική απόδραση σε τοπία φαντασίας. Οι Dark Nightmare ανέβηκαν στη σκηνή και απέδειξαν πως το epic metal δεν χρειάζεται περιττές ματσίλες για να έχει βάθος. Μπορεί να είναι συναισθηματικό, μελωδικό, ανθρώπινο όσο παράλληλα σε ταξιδεύει στις μακρινές κοιλάδες της φαντασίας, και μας το μετέφεραν με τον πλέον καθηλωτικό τρόπο. Πήγα ως απλός enjoyer και φεύγοντας κέρδισαν έναν πιστό οπαδό.

The Battlefield Is Calling My Name ● Invaders ● Hawks of War ● Tears from the Sky ● Beneath the Veil of Winter ● The Fields of Screaming Souls ● Crown of Innocence ● Haunted Life ● Dragonlakes

Sacral Rage

Οι Sacral Rage ανέβηκαν στη σκηνή και από τα πρώτα δευτερόλεπτα έγινε σαφές πως το επίπεδο τεχνικής θα ανέβαινε αισθητά. Αν οι Dark Nightmare μίλησαν στην καρδιά μου, οι Sacral Rage θα μιλούσαν απευθείας στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Οι βιρτουόζοι του Ελληνικού thrash δεν παίζουν μόνο «καλά», αλλά λειτουργούν σε άλλο επίπεδο αντίληψης της μουσικής. Από εκείνες τις μπάντες που δεν χρειάζονται συστάσεις, χρειάζονται χώρο. Χώρο για να απλώσουν ιδέες, ρυθμούς, παραμορφώσεις και εκείνη τη δημιουργική τρέλα που τους κάνει να ξεχωρίζουν χρόνια τώρα. Το "Harbinger" ήταν η πύλη και μετά τις πρώτες νότες του "En Cima del Mal" δεν υπήρχε επιστροφή. Από την πρώτη στιγμή φάνηκε η κλάση. Το thrash τους είναι πολύπλοκο, πολυεπίπεδο, γεμάτο μικρές λεπτομέρειες απευθείας από την σχολή των Voivod. Ρυθμικές μετατοπίσεις που σε κρατούν μόνιμα σε εγρήγορση... ή σε ίλιγγο. Ο Δημήτρης στη σκηνή ήταν καθηλωτικός. Μπορεί να έχει αφαιρέσει πλέον το prop του ζουρλομανδία με τον οποίο εμφανιζόταν, αυτό που έμεινε όμως άθικτο είναι το βλέμμα. Κάθε κίνηση, κάθε μορφασμός, μέρος μιας παρανοϊκής παράστασης απόλυτα συντονισμένης με τη μουσική. Αυτό που όμως κράτησε είναι το γάντι του, το οποίο εξαπέλυε από κάθε δάχτυλο κύματα λέιζερ μετατρέποντας τη σκηνή σε μικρό διαστημικό πεδίο μάχης. Μεγάλη έκπληξη το "Master Of A Darker Light", παρμένο από το πρώτο τους EP, Deadly Bits of Iron Fragments. Ήταν η πρώτη φορά που τους βλέπω ζωντανά, οπότε δεν ξέρω αν συνηθίζουν να παίζουν deep cuts. Συνεχίζουμε χωρίς εκπλήξεις, με το τελευταίο μέρος της Lost Chapter E τριλογίας να αποθεώνεται. Παρά την τεχνική πολυπλοκότητα των κομματιών, η ενέργεια της μπάντας ήταν μεταδοτική σε απίστευτο βαθμό, με αποτέλεσμα αμέτρητα pits και stagedives. Το κοινό δεν ήταν απλώς από κάτω να μετράει νότες με άβακα. Δύσκολη ισορροπία, αλλά στο metal κανείς δεν φημίζεται για τις ισορροπίες του. Γιατί στο τέλος της βραδιάς δεν θυμάσαι πόσες νότες έπαιξε ο κιθαρίστας, αν και ήταν απορίας άξιο το πως έπαιζε ένας άνθρωπος όλα αυτά. Θυμάσαι πώς ένιωσες όταν έσβησαν τα φώτα. Και όταν έσβησαν τα φώτα οι Sacral Rage κέρδισαν κάθε εντύπωση.

Harbinger ● En Cima del Mal ● Lost Chapter E: Sutratma ● Parallax Paradox ● Harvesters ● Lost Chapter E: Samsara ● Master of a Darker Light ● Lost Chapter E: Amarna’s Reign ● Waltz in Madness

Terrörhammer ·

Η θερμοκρασία είχε ανέβει, οι μπλούζες είχαν αρχίσει να κολλάνε στην πλάτη και η σκηνή έμοιαζε έτοιμη να φιλοξενήσει το τελικό ξέσπασμα της βραδιάς. O φίλτατος Pentagramator The Helltyrant, μας υποδέχτηκε σε άπταιστα ελληνικά, τα οποία μιλούσε και καθ'όλη τη διάρκεια της συναυλίας. Μπορεί να μην έφερε να ανάψει καντήλια, πέταξε όμως μερικά. Αν εξαιρέσεις τους Damage Case, που ρεαλιστικά δεν καταλάβαινες και πολλά από αυτά που έλεγαν, τελικά οι μόνοι που μίλησαν αγγλικά ήταν οι Mallevs. Εξάγωγουμε πολιτισμό ακόμα και εντός συνόρων. Πέρα από την πλάκα όμως, σε όποια γλώσσα και αν μας μίλησαν, οι Σέρβοι un-Orthodox brothers δεν άφησαν κανένα περιθώριο παρερμηνείας για το τι θα ακολουθούσε. Από τη στιγμή που η πένα ακούμπησε τις χορδές, η αίσθηση ήταν ξεκάθαρη. Ανάσες τέλος! Το black/thrash τους έπεσε πάνω στους τοίχους και τα πατώματα της Κατινάρας σαν κεραυνός εν αιθρία, γεμίζοντας τον χώρο με μανιασμένα riffs και κραυγές από τα έγκατα της κολάσεως. Το σετ ανοίγει με το απόλυτο single τους, το "At Dawn We Attack". Ταβερνοthrash στην πιο εξτρίμ μορφή του. Βρώμικος ήχος, γκάζια στο τέρμα, riffs κοφτά και μια αίσθηση πως κάποιος σε σπρώχνει από πίσω να ορμήξεις στο pit... ή στα pits της κόλασης. «Old school μαγεία... » όπως είπαν και εκείνοι. Το "Necrospeed Megalomania" φέρνει το απόλυτο μπάχαλο. Circle pits, σπρωξίδια, stagedives χωρίς δεύτερη σκέψη. Κανείς δεν στεκόταν ακίνητος. Ο κόσμος δεν είχε έρθει για σεμινάριο, είχε έρθει για ξύλο φιλικό και ιδρώτα συλλογικό. Ακούσαμε επίσης το "Hell Commando" από τον πρώτο δίσκο όπως και το "The Powers of Darkness" από τα πρώτα EP τους. Είτε όμως μιλάμε για τον παλιό, είτε για τον τωρινό, πιο βαρύ ήχο των Terrorhammer, μια είναι η κοινή συνιστώσα. Υπάρχει μόνο μια μπάντα που παίζει όσο πιο δυνατά μπορεί και ένα κοινό που ανταποκρίνεται με όλη την ειλικρίνεια που υπάρχει στο να χάνεσαι μέσα στον θόρυβο του ακραίου μέταλ. Και όταν σκάει το "Transylvanian Whore" αυτό που συμβαίνει μπροστά στη σκηνή θυμίζει περισσότερο πέταλο παρά συναυλιακό χώρο. Το "Midnight Patrol" φέρνει το πιο μαύρο rock n' roll και τα stagedives έπεφταν το ένα μετά το άλλο και η ένταση χτυπούσε κόκκινο. Μιλώντας για midnight patrol, γύρω στις 11:30 η συναυλία διεκόπη πρόωρα μετά από ενημέρωση πως η αστυνομία είχε φτάσει για “ώρα κοινής ησυχίας”. Μπορεί να μην λάβαμε το πλήρες σετ των Terrorhammer, μικρή σημασία έχει όμως. Μέσα σε αυτά τα 45 λεπτά μου έδωσαν ακριβώς αυτό που χρειαζόμουν. Στρατιωτικό σφυροκόπημα και αγνό κολυμπηθρόξυλο από τους απόλυτους μύστες του είδους.

Όταν οι τελευταίες νότες έσβησαν και τα φώτα άναψαν ξανά το μόνο που έμεινε πίσω ήταν ακριβώς αυτό που θέλεις από μια καλή μέταλ συναυλία. Ιδρωμένα πρόσωπα, χαμόγελα, κουβέντες που προσπαθούν να ακουστούν πάνω από το βουητό στα αυτιά.

Η metal σκηνή της επαρχίας δεν χρειάζεται πολλά για να παραμείνει ζωντανή. Μερικές καλές μπάντες, έναν χώρο γεμάτο ανθρώπους που αγαπούν πραγματικά αυτή τη μουσική και αρκετά decibel για να μου θυμίζουν ξανά και ξανά γιατί τέτοιες βραδιές δεν θα τις αντάλλαζα ούτε για τα μεγαλύτερα φεστιβάλ στον κόσμο. Σε μια επαρχιακή πραγματικότητα όπου οι μεγάλες περιοδείες συχνά μας προσπερνούν σαν οδηγός του ΟΑΣΑ σε τελευταίο δρομολόγιο, το να υπάρχουν διοργανώσεις σαν το Filthy Ferret δεν είναι μόνο "πολυτέλεια". Είναι οξυγόνο. Είναι ο λόγος που νέες μπάντες βρίσκουν σανίδι να πατήσουν, που παλιές φιλίες ξαναζεσταίνονται μπροστά σε ενισχυτές και που η σκηνή βρίσκει τον χαμένο της παλμό. Πάνω από όλα η σκηνή είναι οι άνθρωποί της. Εκείνος που κάνει δέκα δουλειές ταυτόχρονα, ιδρώνει περισσότερο κι από drummer στα blast beats και παρ’ όλα αυτά χαμογελάει σαν μικρό παιδί σε candy shop όταν οι μπάντες είναι στο σανίδι. Τέτοιες διοργανώσεις δεν στήνονται από αόρατους μηχανισμούς, στήνονται από πείσμα, αγάπη για τη μουσική και... μια ελαφρώς ανησυχητική αντοχή. Γι’ αυτό το φεστιβάλ έχει βάρος. Γιατί είναι χειροποίητο. Και γιατί κάποιοι επιμένουν να κρατούν τη φλόγα αναμμένη... ακόμη κι όταν φυσάει κόντρα. Ραντεβού του χρόνου!

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured