Με ένα πολύ ενδιαφέρον double bill έκλεισε την Κυριακή το 8ο κατά σειρά (και πάντοτε καλά συντονισμένο στις εξελίξεις του πειραματισμού) Borderline Festival. Το όνομα του Oren Ambarchi ήταν εκείνο που προσωπικά με τράβηξε στο μικρό αμφιθέατρο του 5ου ορόφου της Στέγης Ιδρύματος Ωνάση, καθώς τον έχω τρακάρει σε αρκετούς δίσκους, είτε σ’ εκείνους που αυτοσχεδιάζει με μουσικούς όπως οι Stephen O’Malley, Merzbow, Keith Rowe, Jim O’Rourke, Keiji Haino ή οι Fire! του Mats Gustafsson, είτε σε προσωπικές του δουλειές, όπως λ.χ. τα Audience Of One (2012) και Quixotism (2014).

37dBrdrl5_2.jpg

Μέσα σ’ όλα αυτά (και σε άλλα, που δεν αναφέρθηκαν), ο Ambarchi ξεκίνησε το 2014 και ένα πρότζεκτ με την Crys Cole, η οποία, εκτός από συντρόφισσά του στα μουσικά, είναι, καθώς διαβάζω, και στα συναισθηματικά. Τούτο έχει τη σημασία του, γιατί στους 2 δίσκους που έχουν κυκλοφορήσει ως ντούο φαίνεται πως εξερευνούν, μεταξύ άλλων, διάφορους τύπους και τρόπους ηχητικής οικειότητας. Από τη λαγνεία ή την τρυφερότητα της ερωτικής οικειότητας –δηλαδή τους ψιθύρους, τους αναστεναγμούς και τους ντελικάτους απόηχους– στην οικειότητα των τηλεφώνων (κυριολεκτικά, δύο τηλέφωνα που «συνομιλούν» μεταξύ τους εντός ενός βάζου) κι από εκεί στην οικειότητα ενός χαμόγελου και μιας παρτίδας Uno, διότι προς το τέλος το έστησαν το χαρτάκι τους (1-1 το τελικό σκορ, σε περίπτωση που αναρωτιέστε).

37dBrdrl5_4.jpg

Αυτή η στιγμή είχε το ενδιαφέρον της, αφενός λόγω του αναπάντεχου του πράγματος, αφετέρου για το πώς έστησαν ηχητικά την αναπαράσταση ενός ήσυχου απογεύματος στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου (ο περσινός τους δίσκος, παρεμπιπτόντως, λέγεται Hotel Record). Μετέφεραν μακριά από τη σκηνή τις δύο πηγές ήχου, δηλαδή τα δύο κινητά απ’ όπου ακούγονταν ομιλίες, θόρυβοι δρόμου ή πουλάκια, ψηλά στους διαδρόμους του αμφιθεάτρου, σαν να μαρκάρουν ξεκάθαρα τη διάκριση μεταξύ δημόσιων και ιδιωτικών ήχων –στη δεύτερη κατηγορία βάλτε τους μικροήχους του παιχνιδιού που έπιαναν τα μικρόφωνα επαφής (τον ήχο της τράπουλας που ανακατεύεται ή του χαρτιού το οποίο σέρνεται ή τσακίζεται). Έξυπνο στήσιμο, αν και νομίζω πως θα μπορούσαν να είχαν περιοριστεί στη μία παρτίδα… 

37dBrdrl5_3.jpg

Μέχρι πάντως να φτάσουμε εκεί, οι Cole & Ambarchi βρίσκονταν αντικριστά στους δύο σταθμούς εργασίας τους. Εκεί η οικειότητα είχε πιο μουσικούς όρους (και φυσικά όχι μία και μόνη τιμή, ως προς την υφή, την ένταση ή την ποιότητά της). Η Cole την περισσότερη ώρα συντηρούσε ένα λεπτό drone με το μικρό midi και την κονσόλα που είχε μπροστά της, ενώ πιο σποραδικά μας χάριζε τους ψιθύρους της, οι οποίοι μπορούσαν να είναι ερωτικοί και ταυτοχρόνως φαντασματικοί (προφανώς, όχι τυχαίος ως συνδυασμός). Κι από απέναντι, ο Ambarchi απαντούσε με διακριτικές ατμόσφαιρες, δουλεμένες λεπτοβελονιά με την περασμένη από εφέ και κονσόλες ηλεκτρική του κιθάρα, και με μια εξίσου διφυή δέσμη αποήχων. Διότι είναι σαφές ότι ο απόηχος (ιδίως ο δουλεμένος με τη λεπτότητα του Ambarchi απόηχος) μπορεί να υπηρετήσει καλύτερα από τον ήχο κάτι που (προσδοκά να) είναι ερωτικό και φαντασματικό ταυτοχρόνως. Σε αυτό το σημείο ιδίως τα κατάφεραν περίφημα –και αργότερα δηλαδή, απλώς ήταν άλλα τα δεδομένα.

37dBrdrl5_5.jpg

Ύστερα το πρόγραμμα είχε Σιβηρία. Ο Moa Pillar μαζί με τον HELM (δύο σχετικά νεαροί καλλιτέχνες, ρωσικής και βρετανικής καταγωγής αντιστοίχως) είχαν αναλάβει τον ήχο πάνω στη σκηνή και ο Embassy For The Displaced (EFTD) την εικόνα, υποθέτω από τα ορεινά του αμφιθεάτρου. Το έργο Inner Space: Siberia παρουσιάστηκε όπως ακριβώς ορίζει ο τίτλος του· δηλαδή με το παράδοξο να είναι κλειστοφοβικό μέσα στην αχανή ανοιχτότητά του.  

37dBrdrl5_6.jpg

Προφανώς, για το πρώτο υπεύθυνος ήταν ο ήχος. Κυρίως εκείνος ο δυνατός μπάσος ήχος ο οποίος εγκαταστάθηκε από την αρχή στο προσκήνιο των πραγμάτων, συνήθως τρεμάμενος αλλά πάντως εκεί, δίνοντας στα πράγματα μια γείωση, μια υπαρξιακού τύπου ανησυχία. Ανάμεσά του, οι Moa Pillar & HELM πρόσθεταν ήχους και θέματα διάφορου βεληνεκούς, που είτε ενέτειναν αυτήν την ανησυχία είτε την απάλυναν προσωρινά. Όλα, εννοείται, συνομιλούσαν με την εικόνα, η οποία ξεκίνησε με κοντινά πλάνα σε βράχους –βράχοι σκληροί, ακίνητοι και άχρονοι, όπως φαντάζομαι είναι και τα μοτίβα της επιβίωσης σε έναν τόπο τόσο αφιλόξενο όπως η Σιβηρία. Ύστερα η εικόνα μάς ξενάγησε σε κάποια από εκείνα τα μοτίβα, συλλαμβάνοντας ανθρώπους σε διάφορες καθημερινές δραστηριότητες, τις περισσότερες φορές αγνοώντας ότι γίνονται θέμα μιας καλλιτεχνικής εργασίας. Μαζί εννοείται και τα αχανή τοπία της Σιβηρίας, γη κι άλλη γη, κι ύστερα σπίτια, χωριά, στοιβαγμένα καυσόξυλα για τον μακρύ χειμώνα και άλλα.

37dBrdrl5_7.jpg

Μια εξαιρετική περιπλάνηση στο σύνολό της, αν και μάλλον οι περισσότεροι από το γεμάτο αμφιθέατρο μάλλον θα έχουν να θυμούνται τις εικόνες και σε δεύτερο χρόνο τη μουσική που τις συνόδευε. Ψιλά γράμματα, βέβαια, στο βαθμό που τα δύο, ήχος και εικόνα, όντως προσέθεταν το ένα στο άλλο, στήνοντας με ωραίο τρόπο το παράδοξο που αναφέρθηκε προηγουμένως.
 
{youtube}K8QitVtxQu8{/youtube}

 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured