Photos: Olga K

Piano Magic
Κείμενο: Χριστιάννα Φινέ

Ευτυχώς, κατάφερα να βρεθώ εγκαίρως στο Gagarin, γιατί η συναυλία άρχισε στις 9.30, κάτι το οποίο δε συνηθίζεται, με αποτέλεσμα αρκετοί να χάσουν το μισό σετ των Piano Magic.

Ο Glen ανέβηκε στη σκηνή με την υπόλοιπη παρέα του, χαιρέτησε λιτά και επιδόθηκε με μια τρομερή απλότητα σε ένα αερίγραπτο τρίπ σχεδόν μιάμισης ώρας. Η αρχή τους βρήκε όλους σχετικά μουδιασμένους. Ο κόσμος ήταν λίγος, τα κομμάτια ήταν αργόσυρτα αλλά τελικά δεν πήρε και πολύ για να συμβεί κάτι πολύ ιδιαίτερο και να υπάρξει μια αρμονική χημεία μεταξύ κοινού και μπάντας. Τα πρώτα λειτούργησαν για μένα κάπως εξερευνητικά, στην προσπάθεια μου να καταλάβω καλύτερα τις εξαιρετικές μουσικές που άκουγα και έβλεπα να δημιουργούν 5 άτομα. Post Rock, Ghost Rock (όπως το ονόμασε και ο ίδιος), δεν είχε σημασία το είδος. Αυτό που δημιουργούσαν ήταν απλά εκστατικό. Απίστευτα δεμένοι μουσικά μεταξύ τους, δωσμένοι παράλληλα, όμως, σε ένα τελείως δικό τους κόσμο, έμοιαζε σα να έπαιζαν τους ωραιότερους αυτοσχεδιασμούς που μπορούσαν. Ο ήχος τους, έντονος, δυνατός, καθαρός, και με τη μελωδία πότε να είναι αργή και πότε γρήγορη, σε συνέπαιρναν σε ένα παραλύρημα εικόνων και μουσικών, με τις κιθάρες να έχουν τον πρώτο λόγο.

Μπορεί ο Glen να μην είναι ο καλύτερος frontman, υπό την έννοια του ξεσηκωτικού και απογειωτικού τύπου, λόγω των κινήσεων του, αλλά μέσα από τη στατικότητα, την ειλικρίνεια και την αγάπη του γι αυτό που δημιουργεί κατάφερε να μην αποσπαστεί, από τίποτα άλλο, η προσοχή των περισσοτέρων, πέρα από αυτό που συνέβαινε επάνω στη σκηνή. Η εικόνα ομόρφυνε από την εμφάνιση της Angele, η οποία ήταν ακριβώς αυτό που περιέγραψε ο Glen στη συνέντευξη που μας έδωσε, τόσο παγερή και ταυτόχρονα τόσο ζεστή. Αν και δεν συμμετείχε σε πολλά κομμάτια, η παρουσία της και η φωνή της ήταν ένα αναγκαίο και καταλύτικό στοιχείο που ολοκλήρωνε το τέλειο πακέτο αυτής της συναυλίας. Το live τελείωσε γύρω στις 11.00 με ένα encore στο οποίο έπαιξαν το Revolution των Spacemen 3. Ήταν μια συναυλία που όσοι τελικά επέλεξαν να παρακολουθήσουν έφυγαν γεμάτοι (συναισθήματα, εικόνες, μουσικές, οτιδήποτε, το θέμα είναι απλά ότι ήταν γεμάτοι). Νομίζω, με το χέρι στην καρδιά, ότι ήταν μία από τις καλύτερες συναυλίες της χρονιάς.

Και για να μην απογοητευθούν οι fan…και όχι μόνο, ιδού το set list, το οποίο αποκτήσαμε με τη βοήθεια των σεκιουριτάδων (να 'ναι καλά)...

Legendary Pink Dots
Κείμενο: Μάνος Μπούρας

Τέταρτη συναυλία σε τέσσερις ημέρες δεν είναι και κανένα ευκαταφρόνητο σκορ (δεν αγγίζει βέβαια καν σαν ιδέα τις τριακόσιες τόσες συναυλίες σε ένα χρόνο του Steve Lamacq, αλλά δεν γίνονται ποτέ τόσες εδώ για να προσπαθήσουμε να το πλησιάσουμε!). Δυστυχώς, εξωτερικοί παράγοντες μας εμπόδισαν να είμαστε στο χώρο στην ώρα μας και έτσι είδαμε μόνο τέσσερα κομμάτια από τους Piano Magic, αρκετά όμως να μας απογειώσουν!

Οι Legendary Pink Dots από την άλλη, κατάφεραν να πραγματοποιήσουν το ίδιο ακριβώς πράγμα για τους οπαδούς τους, χωρίς να χρειαστεί να σηκώσουν τόσο πολύ τους τόνους, τουλάχιστον όχι στο μεγαλύτερο μέρος της δικής τους εμφάνισης. Δίνοντας μεγάλη βάση στη θεατρικότητα της ερμηνείας του τραγουδιστή τους και βασικού ηγέτη τους Edward Kaspel (η γραφή του επιθέτου είναι ενδεικτική, σε κάθε σχεδόν δίσκο του γκρουπ το γράφει κι αλλιώς!) και στην ατμοσφαιρικότητα της μουσικής τους, οι Ροζ Κουκίδες έβαλαν γρήγορα το ακροατήριο στο τριπ που επιθυμούσαν και το άφησαν να απογειωθεί μαζί τους. Ξυπόλυτος και γενικά φευγάτος, ο Kaspel δεν χρειάστηκε κανένα εντυπωσιακό οπτικό σόου για να τον σιγοντάρει στη σκηνή, ο ίδιος τραβούσε επάνω του τα βλέμματα όλων, και σίγουρα όχι επειδή κατέφευγε σε σκηνικές ακρότητες – αν και το να ξαπλώνεις στη σκηνή κατά τη διάρκεια ενός μεγάλου οργανικού περάσματος κάνει μια χαρά τη δουλειά του.

Τον συνόδευαν τρεις ακόμη μουσικοί, ένας πιτσιρικάς μα αποτελεσματικός κιθαρίστας, ένας πληκτράς, υπεύθυνος για το 80% περίπου της μουσικής, και ένας πνευστός, ο οποίος σε κάποια στιγμή κατέβηκε απ’ τη σκηνή με το σαξόφωνό του και κινήθηκε ανάμεσα στο κοινό, κάθε φορά δεν που φυσούσε σ’ αυτό και έβγαζε νότες, μια λάμπα άναβε στο εσωτερικό του οργάνου! Πολύ πρωτότυπο αν και ύπουλο, γιατί κοιτάξαμε γεμάτοι περιέργεια τη στιγμή που περνούσε από μπροστά μας, και τότε αυτός τράβηξε ένα γερό φύσημα και μας τύφλωσε για κανένα πεντάλεπτο.

Πληροφοριακά να πούμε ότι το συγκρότημα συνόδευε ακόμη ο μόνιμος ηχολήπτης τους – τόσο στους δίσκους όσο και στις συναυλίες – καθώς και ο υπεύθυνος του merchandise, που πουλούσε τα καμιά σαρανταριά άλμπουμ τους. Ως εκ τούτου, μην περιμένετε να σας πω και τι ακριβώς έπαιξαν, απλά ορισμένα κομμάτια μας θύμισαν στιγμές από το ξεκίνημα της καριέρας τους και τα άλμπουμ των ‘80ς, πριν δηλαδή βαλθούν να βγάζουν δύο – τρία το χρόνο, ενώ είναι ηλίου φαεινότερο ότι έπαιξαν και τραγούδια από το τελευταίο τους άλμπουμ! Ό,τι έπαιξαν πάντως, το έπαιξαν με τη σιγουριά του πεπειραμένου αλλά και τον ενθουσιασμό του ταγμένου στην Τέχνη του, και αυτό δεν πέρασε απαρατήρητο από το κοινό που τους αποθέωσε πολλάκις με το χειροκρότημά του.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured