Photos: Olga K.

Κάθομαι και γράφω – ή, για να το θέσω καλύτερα, προσπαθώ να γράψω – ακούγοντας το τελευταίο live των James από το Manchester ακριβώς τρία χρόνια πίσω. Παράλληλα μου έρχονται στο νου οι εικόνες που διαδραματίστηκαν μπροστά στα μάτια μου μετά την συναυλία του Tim Booth, όταν αρκετά κορίτσια, άλλα ψύχραιμα κι άλλα με δάκρυα στα μάτια, του έσφιγγαν το χέρι, τον αγκάλιαζαν και τον φιλούσαν αποκαλώντας τον My Favourite Poet. Κοντά σε αυτές κι εγώ, λίγο ακόμη και θα κατέληγα μια αρσενική groupie του αισχίστου είδους - και δεν είμαι και γκέι ρε γαμώτο.

Στεκόμενος για αρκετή ώρα δίπλα στον Booth και βλέποντας τον να συνομιλεί με τις ανωτέρω κορασίδες, κατάλαβα τελικά για ποιο λόγο αυτός ο άνθρωπος ασκεί τόσο έντονη γοητεία στις θηλυκές υπάρξεις: το appeal του δεν μπορεί να περιγράφει αυστηρά και μόνο με ένα κόφτο-ξερό πρόθεμα “sex”, αλλά επεκτείνεται και στον τρόπο που κινείται πάνω στην σκηνή (μια κοπέλα δίπλα μου, που μάλλον τον έβλεπε για πρώτη φορά, τραύλιζε κάθε λίγο και λιγάκι «Μα πως μπορεί και κουνάει έτσι την λεκάνη του; Ούτε εγώ δεν μπορώ να το κάνω αυτό!»), στον τρόπο που τραγουδάει, αλλά κυρίως στην οικειότητα που αποπνέει στα μερικά εκατοστά απόσταση, στον τρόπο που χαιρετάει τον κόσμο και τον τρόπο που εκφέρει τις λέξεις, με μια βρετανικότητα, αλλά συνάμα και μια προσήνεια, αντιστρόφως ανάλογη με τον τόπο καταγωγής του.

Και φυσικά οι στίχοι του! Όπως του είπε και μια κοπέλα «Μου χάρισες απίστευτα απογεύματα, βράδια και πρωινά με τους στίχους σου». Τον ρώτησα σχετικά με τις εκδηλώσεις λατρείας των Ελληνίδων. Αυτό που είπε ήταν απλά η επιβεβαίωση ότι ο άνθρωπος αυτός δεν είναι τυχαίος «As the Beatles put it once, the love you take is equal to the love you make». Μετά άρχισε να λέει ιστορίες για το μουσικό φεστιβάλ του Wicker Man που γίνεται στην Αριζόνα, δεν μπορούσε ακόμη να συνειδητοποιήσει το ότι ξέραμε ΟΛΟΥΣ τους στίχους των τραγουδιών του (“you’re fucking nuts, mate. How the hell do you know all the fucking lyrics?”), έσφιξε ένα ένα τα χέρια των κοριτσιών – τα πιο τυχερά εισέπραξαν κι από ένα φιλί – υπέγραψε παντού – σε αφίσες, εισιτήρια, ιατρικά σημειωματάρια, ακόμη και… μπλουζάκια – μοίρασε βλέμματα που έλεγαν «Σας Ευχαριστώ» σε όλους, έπιασε και μια μικρή κουβεντούλα με τον ιδιοκτήτη του Gagarin κι αποχώρησε.

Το «μαγαζί», ασφυκτικά γεμάτο – sold out γαρ! – είχε αρχίσει να «βράζει» από πολύ νωρίς. Οι άντρες θεατές ξέρανε καλά ότι το όνομα Tim Booth παραδοσιακά μαζεύει πολύ γυναικόκοσμο κι είχαν φροντίσει να πιάσουν κομβικές θέσεις του χώρου, στα σκαλιά εκατέρωθεν της εισόδου, ώστε να έχουν καλύτερη οπτική. Από κορίτσια δε, άλλο τίποτα. Λες και ήταν Παγκόσμια Ημέρα Ωραίων Γυναικών, ένα πράγμα. Από παντού ένιωθες περικυκλωμένος από indie φατσούλες, alternative κοριτσάκια με pop ρούχα και δεν σου πήγαινε η καρδιά να πιεις, ώστε να είσαι σε θέση να απολαύσεις καλύτερα το θέαμα, πάνω και κάτω από την σκηνή.

Οι Cloudscape, που άνοιξαν την συναυλία ήταν η καλύτερη δυνατή επιλογή: μια τραγουδίστρια με φωνάρα, ένα δεμένο σύνολο και φυσικά, το κυριότερο, συνθέσεις και τραγούδια, που ταίριαζαν άψογα στο κλίμα της βραδιάς. Βρετανική pop, rock περάσματα, όμορφες μελωδίες, από ένα σχήμα που αυτή τη στιγμή είναι μέσα στα 3-4 εγχώρια αγαπημένα μου.

O αμήχανος εκείνος νεαρός που είχε κάνει την πρώτη του δειλή εμφάνιση στο άλμπουμ Jimone του 1983 βγήκε στην σκηνή ακριβώς στις 11, με μια καθυστέρηση που εκνεύρισε ελαφρά τον κόσμο. Ελαφρά βέβαια, καθότι Booth είναι αυτός, δεν μπορείς να του κρατήσεις και κακία. Ειδικά δε όταν ανοίγει την συναυλία με ένα απογυμνωμένο Laid, τότε το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να γυρίσεις τρία χρόνια πίσω στην – κατά Tim “one of my all time favourite concerts“ – εμφάνιση τους στο Electron του Σεπτεμβρίου εκείνου.

Λιποθυμικά επεισόδια πρέπει να σημειώθηκαν μπόλικα, όχι μόνο λόγω της αδυναμίας του ελληνικού κοινού στον εν λόγω καλλιτέχνη, αλλά επειδή από ένα σημείο κι έπειτα, η πρόσβαση στο κυλικείο για μια μπύρα ή λίγο νερό ήταν εντελώς ανέφικτη. Από το καινούργιο του άλμπουμ, το οποίο το ελληνικό κοινό γνώριζε επίσης μέχρι…τελευταίας ρανίδας, είπε τα Bone, Down Τo Τhe Sea, In Τhe Darkness, έκανε ένα διάλειμμα για το Sometimes (το οποίο όλα τα ζευγαράκια τραγούδησαν από κοινού σφιχταγκαλιασμένα), γνώρισε την αποθέωση στο Dance Of The Bad Angels, μιλούσε συνέχεια κατά την διάρκεια του σετ, διηγούμενος την ιστορία του κάθε κομματιού (π.χ. του Eh Mamma), χόρεψε, κάνοντας τα γνωστά του καλπάκια επί σκηνής, μας ξάφνιασε ευχάριστα με το ε-κ-π-λ-η-κ-τ-ι-κ-ό και αγαπημένο μου Five-O, το πρώτο ενκορ έκλεισε με το απίστευτο Monkey God και το Wave Hello, ενώ στο δεύτερο επιδόθηκε σε μια μινιμάλ διασκευή του Ring The Bells. Προφανώς όμως δεν είχε ρίξει μια ματιά στην Μαύρη Βίβλο Των Συναυλιών, που λέει ότι «στο τέλος τραγουδάς τα πιο ξεσηκωτικά κομμάτια του καταλόγου σου» και προτίμησε να μας καληνυχτίσει με το, σχεδόν a capella, Fall In Love, αντί για ένα Hit Parade ή ένα Getting Away With It (το οποίο ξελαρυγγιάστηκα να φωνάζω, ναι, εγώ ήμουν, μπορείτε να με βαρέσετε, αν είχατε την ατυχία να βρίσκεστε μπροστά μου). Αν εξαιρέσουμε το – συναισθηματικά φορτισμένο μεν, συναυλιακά αταίριαστο δε – κλείσιμο, πιστεύω ότι ήταν το καλύτερο ορντέβρ για αυτό που πρόκειται να ακολουθήσει το Σάββατο που μας έρχεται…

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured