Photos: Olga K.

Παραδόξως ή όχι, οι εμφανίσεις μουσικών προερχόμενων από την…ιουρασική (βλ. jurassic) περίοδο στην Ελλάδα έχουν συχνά-πυκνά μεγάλη επιτυχία. Επιτυχία που δεν έχει να κάνει με τα εισιτήρια που κόπηκαν. Ναι, ουσιαστικά γέμισε το -πλήρως καθιστικό για την περίσταση- Θέατρο Λυκαβηττού και κρίμα που δεν είχαν προβλεφθεί από την DiDi Music γάντια, σκούφοι και σόμπες για τους θεατές. Η επιτυχία όπως εννοείται εδώ όμως έχει καλλιτεχνικό και –γιατί όχι- πολιτιστικό χαρακτήρα. Το θέμα είναι πόσοι το αντιλήφθηκαν αυτό. Για παράδειγμα η συμπαθούς εμφάνισης μεν, συνοδευόμενη δε, μουσικόφιλη που καθόταν πίσω διαγώνια από τον υποφαινόμενο στη δεύτερη σειρά, δήλωσε φωναχτά στο διάλειμμα ότι «ουφ, τι κρύο είναι αυτό, αρκετά είδαμε, πάμε να φύγουμε». Η κοινωνία όμως είναι μάλλον ανδροκρατούμενη…

Όσο περισσότερο μας γούρλωνε χαρακτηριστικά τα μάτια του ο θεόμουρλος Ian Anderson, τόσο περισσότερο τεντώναμε τα αυτιά μας έτσι ώστε να «πιάσουμε» και την συνεισφορά της Συμφωνικής Ορχήστρας του Δήμου Θεσσαλονίκης. Το νταραβέρι άρχισε να αποκτά αμφίδρομο χαρακτήρα όταν επιβεβαίωσε ότι έχει συνειδητοποιημένο πλειοψηφικά κοινό απέναντί του (βλ. παλαμάκια, επιφωνήματα θαυμασμού, γέλια) και ανέβαζε την απόδοσή του, τόσο στο μουσικό τομέα, όσο και σε εκείνον της …ατάκας.

Το άξιο αναφοράς της βραδιάς ήταν η παρουσία της ορχήστρας ως σύνολο, αλλά και την συμμετοχή μεμονωμένων μελών της σε εκτελέσεις. Για παράδειγμα, το ντουέτο σε φλάουτο και piccolo από τον Anderson και την ...Sophie στο κομμάτι “In the grip of stronger stuff” από το προσωπικό δίσκο ‘Divinity’ ήταν μια πρωτόγνωρη εμπειρία βασισμένη στην αντίθεση που δημιουργεί το σαφώς υψίσυχνο piccolo. Ίσως βέβαια να έπαιξε ρόλο και η αντίθεση που δημιούργησε η ίδια η κούκλα Sophie (ή καλύτερα Σόφη) πάνω σε μια σκηνή γεμάτη “τυπάδες” αλλά ας μην βγούμε εκτός θέματος. Αντίθετα ας επιστρέψουμε στο θέμα της ορχήστρας που από την μία έδωσε άλλο αέρα σε παραδοσιακές Jethro Tull στιγμές (περί ορέξεως…), και από την άλλη βρέθηκε απρόσμενα κομπάρσος σε μια απόπειρα πάνω στο Bouree του J.S. Bach το οποίο και μεταμορφώθηκε σε ένα, κατά τα λεγόμενα του Anderson, «cocktail-lounge-jazz» κομμάτι.

Πάνω από 20 κομμάτια ερμηνεύτηκαν, ξεκινώντας από το “Eurology”, περνώντας από περαιτέρω προσωπικές του συνθέσεις αναμεμιγμένες με εναλλακτικές απόπειρες, όπως τα “Up the pool” και “Boris dancing” και κάπου εκεί ήταν εμφανίστηκε η ορχήστρα εν μέσω πειραγμάτων από τον Anderson προς εκείνη. Αναμενόμενο ήταν να λείπει το κατιτί συνολικά από rock άρωμα στον αέρα, πράγμα όμως που λειτούργησε ευεργετικά όταν «έσκαγαν» κομμάτια όπως το “A week of moments” από το πουθενά και δημιουργούσαν εν τέλει ποικιλία σε ήχους ενώ έβαζαν και τον κόσμο σε πιο πιασάρικους ρυθμούς.

Αν κάτι ξεχώρισε ως κορυφαία στιγμή, αυτή ήταν η εκτέλεση του “Aqualung” που έπειτα από μια επιβλητική συμφωνική εισαγωγή, βασίστηκε πάνω στον 21 ετών άγνωστο Γερμανό κιθαρίστα Florian Opahle, ο οποίος με το δερμάτινό του έμοιαζε σαν τον K.K. Downing -20 χρόνια νεότερο. Σημειωτέον ότι την υπόλοιπη μπάντα του Anderson αποτελούσαν οι John O’Hara (ακορντεόν αλλά και διευθυντής ορχήστρας), James Duncan (drums) και David Goodier (μπάσο). Όλα τα λεφτά ήταν το παραπάνω κομμάτι το οποίο στη συνέχεια ξεχύθηκε σε ένα medley που έπιανε από Black Sabbath μέχρι Χριστουγεννιάτικες (;!) μελωδίες ενώ ο Anderson δεν έχασε την ευκαιρία να παίξει με τη γνωστή του «αναγεννησιακή / παραμυθιάρικη» τεχνική του στα φωνητικά.

Μερικά λεπτά αργότερα τη σκυτάλη παρέλαβε το “Budapest” το οποίο εκτελέστηκε αρκετά θεατρικά, ενώ το encore στο αναμενόμενο “Locomotive Breath” ήρθε να πετάξει το μπαλάκι στο κόσμο για την κρίση του σε αυτό που αναφέρθηκε στην αρχή του κειμένου: στον καλλιτεχνικό και πολιτιστικό χαρακτήρα της βραδιάς. Ο οποίος, αν μη τι άλλο, τεκμηριώνει αφ’ενός την απουσία στεγανών ανάμεσα σε συγγενή μουσικά είδη (από jazz και fusion μέχρι prog rock και metal) και αφ’ετέρου την σαφέστατη συγγένεια -σε επίπεδο μελωδίας αλλά και συναισθήματος- της ευρύτερης rock με τη συμφωνική μουσική. Και γιατί τονίζεται αυτό; Ίσως για να ανταμείψει το πολυσυλλεκτικό (ηλικιακά και μουσικά) κοινό που βρέθηκε στο Λυκαβηττό εκείνο το βράδυ και τώρα που διαβάζει το κείμενο αυτό, κλείνει πονηρά το μάτι. Πολιτισμός στη χώρα των σπασμένων πιάτων και των λουλουδοπόλεμων. Και όμως…

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured