Όσο κι αν έπλαθα στο μυαλό μου τις εικόνες που θα συναντούσα στο Λυκαβηττό, καθώς ανέβαινα λαχανιασμένος (κόψαμε τις κακιές συνήθειες: τσιγάρα, ποτά, ναρκωτικά, γυναίκες -μας έμεινε δυστυχώς μόνο η καθιστική ζωή ως εχθρός των αναβάσεων), δεν ήτο πλήρως δυνατό να αντιληφθώ -όπως φάνηκε- το μέγεθος της γραφικότητας μιας εμφάνισης των Whitesnake εν έτει 2003.

Συνωστισμός κι αναμπουμπούλα μέχρι και την είσοδο, γηπεδική ατμόσφαιρα, ηλικίες που πρόδιδαν μία σύναξη νοσταλγών με διαφορετικά πλέον ακούσματα, αλλά και κοπελίτσες εφοδιασμένες με αναπτήρες, παλαιοροκάδες ορκισμένους και ποτέ νικημένους, περίεργους, μεταλλάδες και φανατικούς, στοιβαγμένους μάλιστα στις πρώτες σειρές από υπερβολικά πολύ νωρίς, όπως γινόταν "τον παλιό, καλό καιρό". Εκείνον δηλαδή κατά τον οποίον η αναμονή για μια συναυλία κρατούσε μέρες, η προετοιμασία σε απορροφούσε από οτιδήποτε άλλο έκανες εκείνη τη μέρα, τα κυάλια ανά χείρας δεν έμοιαζαν με αντικείμενο αγνώστου ταυτότητος και φυσικά ουδείς εδιανοείτο να μπει την τελευταία στιγμή, κατά την οποία ...δεν έπεφτε καρφίτσα.

Όλη η εμφάνιση των Whitesnake, συμπεριλαμβανομένης και της συμμετοχής του κοινού ήταν ένα θέατρο με σταθερούς κώδικες, προσωρινά λησμονημένους από τα 80s, κι αυτό δεν ήταν παρά ένα άλλοθι για να ξαναστηθεί όλο εκείνο το σκηνικό. Δεδομένης και της αποενοχοποιημένης πλέον hairy αισθητικής, μπορούμε να πούμε ότι ήταν μεν αρκετά γραφικό, αλλά απολαυστικό ως θέαμα.

Στην ηλικία των 52 ο Coverdale παρέμενε ένας γνήσιος cock-rock showman με συνεχείς πόζες, στροβίλισμα του μικροφώνου ωσάν έλικα ελικοπτέρου και μια φωνή που στεκόταν αρκετά καλά στα βαρύτονά της και τις κραυγές - σήμα κατατεθέν. Τα σημάδια όμως του χρόνου φαίνονταν, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μας άφησε κάποια αμφιβολία ότι δεν το διασκέδαζε αφάνταστα. Σαν να βρέθηκε ξαφνικά στο 1987 όταν η φιγούρα επί σκηνής πήγαινε σύννεφο και τα κοριτσάκια διερρήγνυαν τα ιμμάτιά τους για τα στήθη του. Καλώς ή κακώς, βέβαια, κάτι τέτοιο μπορεί και να συμβαίνει στις μέρες μας, μόνο που δεν ξέρω πόσο γέλιο θα σας προκαλούσε η (αληθινή, όπως μάθαμε από πρώτο χέρι) εικόνα του στη λίμο, στο κέντρο της Αθήνας, με μια ξανθιά στο κάθισμα του συνοδηγού, της οποίας τα ψεύτικα playboy στήθη ακουμπούσαν μπροστά.

Κι αν δεν παρεβρεθήκατε στη συναυλία, δεν ξέρω πόσο κουραστικό θα ήταν να παρακολουθείτε ατέλειωτα σόλο κι επαναλήψεις που φτάνουν το κομμάτι αδικαιολόγητα σε μεγάλη διάρκεια, και φιγούρα διαρκώς από την hairy rhythm section, με συνεχείς πόζες, macho attitude, αφαίρεση ρούχων (αυτός ο βετεράνος ο Mendoza μας έδωσε την εντύπωση ότι συμμετέχει σε επίδειξη). Τι νόημα είχε, δεν αντιληφθήκαμε, ειδικά αυτό το διάλειμμα με τον drummer να καταταλαιπωρεί χωρίς λόγο πλέον τα αυτάκια μας με την όντως πολύ υψηλή τεχνική του -όπως συνέβαινε κατά κόρον σ'εκείνη τη δεκαετία, όταν τα ψηφίσματα για τον καλύτερο ντράμερ και τον καλύτερο κιθαρίστα έδιναν κι έπαιρναν κι είχαν να κάνουν αποκλειστικά και μόνο με την τεχνική τους (και κάτι τέτοια live ήταν τα ...προκριματικά).

Αν πέρασε καλά το κοινό; Σίγουρα. Όλα σχεδόν τα μεγάλα hits της μπάντας ερμηνεύτηκαν (Is This Love, Fool for Your Loving, Give Me All Your Love, Ain't No Love In The Heart of the City, Here I Go Again, Still Of The Night, Love Ain't No Stranger και μερικές acapella παραγγελίες, ακόμα και από Deep Purple, όπως το Soldier of Fortune), προκαλώντας συνεχείς δονήσεις στο κοινό που χοροπηδούσε, χειροκροτούσε και συμμετείχε διαρκώς, και στο κάτω κάτω, όσο κι αν αποκυρήττουμε το κιτσαριό και τη φιγουρατζίδικη αισθητική εκείνης της δεκαετίας, το rock των σταδίων και των πληθών, ολίγοι το εμίσησαν, όπως και το γήπεδο. Όταν ήρθε η ώρα, μάλιστα, που ο συμπαθέστατος κιμπορντίστας με ελληνική καταγωγή που παρουσίασε με καμάρι ο Coverdale στους ομοεθνείς του, γνώριζε τόσα ελληνικά, όσα αγγλικά ο πρωθυπουργός μας, τότε το μόνο που μπορούσαμε να κάνουμε είναι να χειροκροτήσουμε με συμπάθεια κι ένα κρυφό χαμογελάκι.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured