Ξεκινώντας από το «πότε» και το «πού», ας πω ότι την Πέμπτη το βράδυ είχα επιτέλους την ευκαιρία να διαπιστώσω και ο ίδιος πόσο ιδανικός χώρος για συναυλίες είναι το Τριανόν –και για τους καλλιτέχνες φαντάζομαι, αλλά σίγουρα για τους θεατές. Εντάξει, εκτός κι αν κάνεις τη χαζομάρα και πας να κάτσεις ακριβώς πίσω από την κονσόλα, αναγκαζόμενος έτσι να παρακολουθείς ένα ιδιότυπο θέατρο σκιών (ηχολήπτες και χειριστές καμερών να πηγαινοέρχονται) να επικαλύπτει το κυρίως θέαμα...

010tgMelent_2.jpg

Σημασία βέβαια, πρωτίστως, έχει το «ποιοι» και το «πώς». Αλλά και σε αυτά ευτυχήσαμε όσοι βρεθήκαμε εκείνο το βράδυ στο 21 της Κοδριγκτώνος. Ο Theodore, ας πούμε, παρότι άργησε να βγει, μας χάρισε έναν όμορφο, «ρομαντικό» αυτοσχεδιασμό στο πιάνο, ο οποίος πηγαινοερχόταν μεταξύ νηφάλιων συγχορδιακών δομών και κάποιων πιο έντονων (από δυναμική και ρυθμική άποψη) αρπισμάτων. Οι κινούμενες εικόνες που προβάλλονταν στην οθόνη –κυρίως φυσιολατρικής λογικής– κάποτε σχολίαζαν τη μουσική κι άλλοτε σχολιάζονταν από αυτή. Η 20άλεπτη διάρκεια της εμφάνισής του, άγνωστο αν ήταν προκαθορισμένη ή όχι, αποδείχθηκε ιδανική: έληξε χωρίς να προλάβει να κουράσει, έχοντας δημιουργήσει μια γλυκιά προσμονή.

010tgMelent_3.jpg

Το set της Melentini και του τρίο που ακούει στο όνομα The Running Blue Orchestra, καθότι έπρεπε να απλωθεί πολύ περισσότερο χρονικά, είχε φυσικά εντελώς διαφορετική λογική. Το ξεκίνημα ούτε σε έπιανε από τα μαλλιά, ούτε όμως απείχε από το να δώσει σαφή εικόνα του τι θα ακολουθούσε. Καθότι τα τραγούδια της «μυστήριας» τραγουδοποιού δείχνουν πολλές φορές να μπαίνουν το ένα μέσα στο άλλο –τόσο συγγενικά μεταξύ τους είναι, και ως συνθέσεις, αλλά και ως προς την ενορχήστρωση με την οποία παρουσιάζονται– η όλη συναυλιακή εμπειρία μοιάζει με μια σπειροειδή τσουλήθρα σχεδιασμένη να σε ρουφήξει στον κόσμο της Melentini, χωρίς καν να το πάρεις είδηση.

Χωρίς τα πνευστά με τα οποία έχουν συνδεθεί δισκογραφικά τα τραγούδια της, το βάρος εκείνο το βράδυ έπεσε στην κιθάρα (και ενίοτε στα πλήκτρα) του Βασίλη Ντοκάκη. Μια κιθάρα η οποία είχε σαφείς αναφορές στο dream pop πεδίο, μα κουβαλούσε και αρκετά ακόμα αρώματα. Η ρυθμική ταξιαρχία, από την άλλη, αποτελούμενη από τους Κώστα Αντωνίου (μπάσο) & Χρήστο Βίγκο (τύμπανα, φωνή), εκτελούσε ιδιαίτερα στιβαρές κινήσεις, χωρίς όμως να υπολείπεται καθόλου σε εφευρετικότητα. Αν κάτι έμοιαζε έτσι-κι-έτσι, ήταν η λογική των βιντεοπροβολών, οι οποίες εξαντλούνταν στην επιλεκτική αναπαραγωγή όσων συνέβαιναν επί σκηνής, επί ενός παλιομοδίτικου ψυχεδελοφόντου. Σοφά εξέλειπαν από ένα σημείο και μετά, όταν ένα μαύρο πανί κατέβηκε και έκρυψε τελικά την οθόνη.

010tgMelent_4.jpg

Έπαιξε πολλά πράγματα στο Τριανόν η Melentini: και τα δικά της (από το Explosions Around, The Desert Inside του 2013, καθώς και κάποια καινούρια από το άλμπουμ που ετοιμάζει αυτόν τον καιρό), και το "Nightkisser" από τη σύμπραξή της με τους Blue Square, και άλλα, από τις διάφορες συνεργασίες της. Μένοντας στη σκηνή για 1,5 ώρα, ξεδίπλωσε διάφορες πτυχές της ερμηνευτικής της περσόνας, πήγε και ήρθε από το πιάνο στο σύνθι κάμποσες φορές και σταδιακά λύθηκε και επικοινωνιακά. Συνολικά, έδειξε ότι προσέχει πολύ κάθε λεπτομέρεια της παρουσίας της πάνω στη σκηνή, ώστε να υφάνει με ακρίβεια την κάπως σκοτεινή και τόσο ιδιαίτερη ατμόσφαιρα του μουσικού της κόσμου.

Οι κάμποσοι παρευρισκόμενοι στο Τριανόν, μαζί και μερικοί ιδιαίτερα ένθερμοι fans στα «ορεινά», χειροκρότησαν θερμά τα τραγούδια και στο τέλος ζήτησαν, βέβαια, και encore. Κι εκεί ήταν που η Melentini, μόνη με το πιάνο της, φάνηκε να ξεκινά με τις "Κάμερες" μια εντελώς διαφορετική συναυλία.

Την οποία ελπίζω κάποια στιγμή να συνεχίσει, γιατί εμένα μου φάνηκε ότι θα 'ταν ακόμα πιο ενδιαφέρουσα από εκείνη που μόλις είχε τελειώσει.

{youtube}ydHCIxl2m9U{/youtube}

 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured