Φαινόταν παράξενο. Τι σόι πιανιστικό αφιέρωμα μπορούσε να στηθεί για έναν δημιουργό που εξέφρασε το ολιστικό όραμά του για τη μουσική μέσω της όπερας; Αλλά ο Νίκος Λαάρης τα είχε όλα καλά τοποθετημένα στο μυαλό του. Κι έτσι, όσοι βρεθήκαμε την Πέμπτη στο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Θεοχαράκη (γέμισε κατά το ήμισυ περίπου), είχαμε την τύχη όχι μόνο να ακούσουμε ορισμένα σπάνια έργα, μα και να απολαύσουμε έναν θαυμάσιο φόρο τιμής στον Ρίχαρντ Βάγκνερ.

Χωρίς να τον διακρίνει έλλειψη σοβαρότητας, ο Λαάρης παρέκαμψε το κρύο τελετουργικό που θέλει τον εκτελεστή να μπαίνει, να υποκλίνεται, να παίζει, να χειροκροτείται, να εμφανίζεται μια-δυο-τρεις φορές ξανά για μια-δυο-τρεις ακόμα υποκλίσεις και να χαιρετά. Παρότι στα χέρια μας κρατούσαμε και πρόγραμμα και εξαιρετικές σημειώσεις για ό,τι επρόκειτο να παρουσιαστεί, εκείνος διάλεξε να μας μιλήσει λίγο στην έναρξη για τα έργα τα οποία θα έπαιζε, να κάνει μια παύση πριν το κομμάτι για τον θάνατο του Βάγκνερ ώστε να μας επιστήσει ξανά την προσοχή και να βγει μετά το πέρας του προγράμματος όχι για τις βαρετές μια-δυο-τρεις υποκλίσεις, μα για να παρατηρήσει χιουμοριστικώς τον κύριο του οποίου το κινητό δεν είχε καταλλήλως απενεργοποιηθεί και για να μας διηγηθεί μια σκαμπρόζικη ιστορία στα όρια του μουσικού και ερωτικού βίου του Βάγκνερ, προτού μας καληνυχτίσει με ένα αναπάντεχο, θριαμβικό encore –ένα πιανιστικό βαλς.

Laar_2

Κυρίως όμως ο Νίκος Λαάρης κράτησε συνειδητές αποστάσεις από την εικόνα του άκαμπτου κλασικού δεξιοτέχνη, ο οποίος τα βιώνει όλα εσωτερικά, μην επιτρέποντας στο συναίσθημα να πραγματοποιήσει ορατές στο κοινό εκρήξεις. Αντιθέτως, η δική του προσέγγιση συνδύασε το στιβαρό παίξιμο με μια απίστευτη κινητική εκφραστικότητα: πότε εκτείνοντας θεατρικά το αριστερό του χέρι στο πλάι, πότε σπάζοντας το ευθυτενές του κορμού ώστε να ανταποκριθεί στην ένταση της εκτέλεσης, πότε κλείνοντας τα μάτια βυθιζόμενος στο έργο, με τις συσπάσεις στο μέτωπό του να προδίδουν αντί να αποκρύβουν τα όσα αισθανόταν εκείνη τη στιγμή, ο Λαάρης στάθηκε ένας συγκινητικός εκτελεστής. Δυσκολευόσουν να τραβήξεις το βλέμμα σου από πάνω του.

Όσο για το πώς στήθηκε τελικά το αφιέρωμα, παρακολουθήσαμε τρεις άτυπες ενότητες. Η πρώτη είχε έργα «σαλονιού», με ρομαντική υφή και ορισμένες ιδιαίτερες πινελιές –π.χ. την (απατηλή) αίσθηση αυτοσχεδιασμού στη "Σελίδα στη Συλλογή της Κόμισσας Metternich" ή τη φεστιβαλική κλιμάκωση στη "Σελίδα Συλλογής Άφιξη στους Μαύρους Κύκνους" (για την κόμισσα de Pourtales). Η δεύτερη ενότητα, από την άλλη, δεν διακρινόταν από τίποτα το ανάλαφρο. Εξέφραζε το βαρύ κλίμα των τελευταίων χρόνων του Βάγκνερ, όταν ζούσε άρρωστος στη Βενετία (όπου και πέθανε), και περιείχε έργα που έγραψε για εκείνον ο πεθερός του, Φραντς Λιστ. Σε αντίθεση με τον Βάγκνερ, ο Λιστ έφτασε το πιάνο στην κορύφωσή του. Ό,τι όμως κι αν περιμέναμε με βάση μια τέτοια γνώση, δεν ήμασταν προετοιμασμένοι για το μελαγχολικό βένθος της "Πένθιμης Γόνδολας" ή για το επιτύμβιο "Στον Τάφο του Richard Wagner", καθαρτικό αντίο όχι μόνο σε ένα προσφιλές πρόσωπο, μα ίσως και σε μια ολόκληρη εποχή. Στέκομαι στις σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μεϊντάνη: «η μουσική γραμμή μοιάζει να σταματά, να εκκρεμεί, ακροψηλαφώντας το Άπειρο».

Laar_3

Η τρίτη ενότητα περιλάμβανε έργα του Βάγκνερ σε μεταγραφές του Λιστ για πιάνο, αν και άνηκε τελικά περισσότερο στον τελευταίο παρά στον πρώτο, αφού συχνά οι παρεμβάσεις του απομακρύνονταν από το γράμμα των αρχικών συνθέσεων –όχι πάντως και από το πνεύμα τους. Ο Λαάρης μετέφερε πειστικότατα τον ήχο των καμπάνων στο "Εορταστικό Εμβατήριο για το Άγιο Δισκοπότηρο" (όπερα Πάρσιφαλ), κατέδειξε το πλήρες συναισθηματικό εύρος της άριας "Ω Λαμπρέ Μου Αποσπερίτη (O du mein hölder Abendstern)" από την όπερα Tannhäuser, όπως το στοιχειοθέτησε η αλλαγή στην τονικότητα της πρωτότυπης παρτιτούρας και η πρόσθεση μιας σύντομης κατακλείδας, και πραγματοποίησε γκραν φινάλε με την "Εξαΰλωση της Ιζόλδης" (όπερα Tristan und Isolde), χρησιμοποιώντας κι εδώ την εμπνευσμένη μεταγραφή του Λιστ με το συγκολλημένο ερωτικό θέμα της δεύτερης πράξης του έργου, αντί για εκείνη του ίδιου του Βάγκνερ (η οποία κολλούσε το πρελούδιο της πρώτης πράξης).

Ακόμα λοιπόν κι αν την Πέμπτη στο Ίδρυμα Θεοχαράκη ακούσαμε τελικά περισσότερο Λιστ παρά Βάγκνερ, ο Νίκος Λαάρης πέτυχε να εμπλουτίσει σημαντικά την οπτική μας στην κληρονομιά του μεγάλου Γερμανού συνθέτη, στήνοντας ένα αφιέρωμα με έργα πέρα από τα συνηθισμένα, το οποίο και μας κοινώνησε κατά τρόπο απαράμιλλο. 

 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured