Το αν η αίθουσα διαλέξεων και συναυλιών κλειστού χώρου στο Μουσείο Μπενάκη προσφέρεται για εκδηλώσεις σαν κι αυτή του Γιώργου Δεμερτζή στα 24 καπρίτσια για σόλο βιολί του Paganini είναι αναμφισβήτητο. Σωστή ξύλινη επένδυση, καλή ακουστική (όχι δάφνες πάντως), καλά καθίσματα, μικρή ένσταση στα σκαλιά δεξιά, καλά παρασκήνια, καλός οπλισμός φωτισμού.

Εκεί λοιπόν εμφανίστηκε ο Γιώργος Δεμερτζής, λιτά ντυμένος, σε έναν λιτό χώρο (απλά μία καρέκλα και το αναλόγιο) και αμέσως και χωρίς περισπασμό από το σύντομο (αλλά ζεστό) χειροκρότημα ξεκίνησε να εκτελεί τη σειρά δοκιμασίας (για τον εκτελεστή) που αποτελούν τα 24 καπρίτσια του Paganini. Ήταν πολύ εμφανές ότι ερχόταν από εντατικό προβάρισμα στα καμαρίνια και δεν ήθελε να χάσει επ’ ουδενί την αυτοσυγκέντρωσή του και ειδικότερα το ζέσταμα του οργάνου και των καρπών του. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο και δεν χρεώνεται σε καμιά περίπτωση το μη κλείσιμο της πόρτας των καμαρινιών πίσω και αριστερά του, που για αρκετή ώρα απασχολούσε το οποιοδήποτε μάτι κοιτούσε προς τη σκηνή (υπήρχαν και μερικοί οι οποίοι θαύμαζαν μια καλλονή στα αριστερά της αίθουσας…). Όπως και να έχει, το να βλέπεις έναν πυροσβεστήρα στην άκρη του ματιού σου μέσα από μία μπουκαπόρτα με νέον φώτα αποσπά την προσοχή σου.

Ευτυχώς ο Γιώργος Δεμερτζής κινήθηκε όχι απλώς με σχολαστικότητα αλλά με παροιμιώδη αφοσίωση πάνω στην εκτέλεση του, αποστρέφοντας τελικά τα μάτια μας από καλλονές και λάθη του (καθόλα ευγενικού, κατά τα άλλα) προσωπικού του Μουσείου Μπενάκη. Ήταν τέτοια η προσήλωσή του, ώστε κυριολεκτικά στο τέλος του κάθε καπρίτσιου το κοινό δίσταζε να τον χειροκροτήσει, μιας και ήταν ηλίου φαεινότερο από τη στάση του σώματός του ότι ο εκτελεστής προσπαθούσε στα σύντομα αυτά διαλείμματα να παραμείνει όχι μόνο σε επίπεδο φυσική κατάστασης, αλλά και πνευματικής στόχευσης πάνω στην παρτιτούρα και το έργο του εξέχοντα Ιταλού (αβαγκαρντίστα για την εποχή του) βιολιστή και συνθέτη. Εντούτοις το κοινό δεν μπορούσε να μην εκφράσει τον θαυμασμό του στο τέλος κάποιων καπρίτσιων τα οποία εμπεριέχουν (εκ της παρτιτούρας) δυσκολίες, όπως το #7 ή το # 15. Και φυσικά στο τέλος του 24ου το χειροκρότημα υπήρξε ζεστό και το μπιζάρισμα τριπλό, μία θέρμη που ρούφηξε με ταπεινότητα και ευγνωμοσύνη ο Γιώργος Δεμερτζής.

Μια καλή βραδιά, που θα ήταν ακόμα καλύτερη αν στην όχι γεμάτη αίθουσα (κατά τα 6/10 υπολόγισα την προσέλευση) υπήρχαν περισσότεροι λάτρεις της μουσικής γενικότερα, περισσότερες καλλονές, λιγότεροι ακαδημαϊκοί και λιγότερες θείες, που δεν καταλάβαιναν τι άκουγαν, αλλά ήταν εκεί επειδή τα ελληνικά κονσερβατόρια μουσικής παράγουν δικτυώσεις ημι-αριστοκρατικής, τάχα μου, στρουχτούρας. Αυτό βέβαια δεν αφαιρεί σε καμία περίπτωση το εύγε στον Γιώργο Δεμερτζή: ήταν άψογος, λιτός και αισθαντικός ακόμα και στα σημεία τήξεως της παρτιτούρας, όπου πρέπει να αποδοθούν μέσω του βιολιού ήχοι ανθρώπινων φωνών, κελάρισμα του ρυακιού, σκεβρωμένες ρόδες κάρων και τιτιβίσματα πτηνών.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured