Ο βετεράνος της Hacienda, πρωτοπόρος του french house και άνθρωπος ο οποίος επεκτείνει διαρκώς τα όρια της ηλεκτρονικής μουσικής, βρέθηκε στην πόλη. Μια σπουδαία προσωπικότητα με σαφή άποψη για όλα.



Είσαι σχεδόν δύο δεκαετίες ενεργός στη dance σκηνή. Πώς θα περιέγραφες την εξέλιξή σου ως DJ;
Δεν νομίζω ότι έχω αλλάξει ιδιαίτερα, η μουσική εξελίσσεται. Έχω μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση να κάνω ό,τι θέλω και παίζω κομμάτια που στο παρελθόν θα δίσταζα. Δεν επιθυμώ να κουράζω το κοινό με classics, αν και χρειάζονται κι αυτά. Άλλωστε, η χορευτική μουσική έχει ιστορία μόλις 20 χρόνων, δεν μπορείς να παίζεις μόνο ακυκλοφόρητα. Πάντα μου άρεσε περισσότερο το house, αν και υπήρξαν περίοδοι που έπαιζα για technoheads. Στ’ αλήθεια, όμως, δεν βλέπω τη διαφορά μεταξύ τους. Στο μυαλό μου η μουσική είναι μία. Επίσης, κάνω λιγότερα gigs απ’ ό,τι παλιά, όχι πάνω από 5-6 το μήνα.

Αλήθεια, πόση μουσική έχεις; Δέχομαι απαντήσεις σε αριθμό βινυλιών και cd, σε terabytes από MP3 ή γεμάτες σοφίτες...
Θα σου απαντήσω διαφορετικά. Πρόσφατα, μετακόμισα και έπρεπε να ζυγίσω τα πράγματά μου. Έχω, λοιπόν, 12 τόνους μουσική. Δηλαδή, 55.000 βινύλια και 25.000 cd. Φυσικά, όχι μόνο dance, αλλά μια τεράστια συλλογή από rock, funk, soul, πολύ drum’n’bass.

Οι 8ωροι μαραθώνιοί σου πίσω από τα dexx είναι πλέον μυθικοί. Πόση ώρα σου παίρνει να ετοιμάσεις μια τέτοια βραδιά; Ποια είναι η διαδικασία;
Ποτέ δεν ξέρω ποιος δίσκος θα είναι ο επόμενος, ενώ παίζω. Ποτέ δεν παίζω δύο δίσκους που είναι ο ένας δίπλα στον άλλον στο κουτί μου, θα ήταν πολύ προφανές. Ποτέ δεν σχεδιάζω ή επαναλαμβάνω ένα set. Ό,τι δούλεψε ένα βράδυ αποκλείεται να δουλέψει ακριβώς και το επόμενο. Όμως, πάντα, «προετοιμάζω» τους δίσκους, τους βάζω σε μια συγκεκριμένη σειρά ανάλογα με τη διάθεσή μου. Βέβαια, στο επόμενο gig μπορεί να αναρωτιέμαι: «Tι στο διάολο είχα στο μυαλό μου χθες βράδυ;». Για τις τρεις βραδιές σε Κωνσταντινούπολη, Αθήνα και Θεσσαλονίκη μου πήρε μια ολόκληρη μέρα να οργανώσω το υλικό. Πάντα, βέβαια, ακούω ξανά κάθε single ξεχωριστά.

Δεν βρίσκεις ριψοκίνδυνη την ποικιλομορφία που σε χαρακτηρίζει ως παραγωγό και DJ;
Αυτός έιμαι, αυτή είναι η δουλειά μου. Το να κοπιάρεις ένα συγκεκριμένο στυλ είναι σαν να τρως κοτόπουλο κάθε μέρα. Μπορείς; Όταν έδωσα στο συνεργάτη μου στην FCom, Eric Morand, να ακούσει το “The Cloud Making Machine” με ρώτησε απορημένος: «Τι ακριβώς περιμένεις να πουλήσει;». Και του είπα: «Θα είμαι ευχαριστημένος αν κάνει το 10% των προηγούμενων». Συμφώνησε, το βγάλαμε και, μάλιστα, πούλησε παραπάνω από το στόχο. Έχω αναθέσει στη γυναίκα μου να με ενημερώσει όταν το χάσμα με το κοινό παραγίνει μεγάλο (χαμογελώντας).

Η επόμενή σου δουλειά;
Δεν θα είναι dance άλμπουμ, κάτι τέτοιο θα ήταν πισωγύρισμα. Θα είναι πολύ διαφορετικό από το “The Cloud Making Machine” το οποίο ήταν ένα είδος ημερολογίου, ένα ηχητικό blog που κατέγραψε από πράγματα ασήμαντα, όπως το να επιστρέφω μεθυσμένος με το αεροπλάνο από την Ισπανία (“Waitin’ for my plane”) μέχρι πολιτικές καταστάσεις στη Γαλλία που με εκνευρίζουν (“First Reaction”). Τώρα κυρίως με ενδιαφέρει να δω αν μπορώ να κάνω αυτό που έχω στο μυαλό μου, να πιέσω τη δημιουργικότητά μου στα όρια. Φυσικά, θα υπάρχει ποικιλία - κιθάρες, hip hop φωνητικά και μια jazzy ατμόσφαιρα.

Η γνώμη σου για το minimal techno;
Όλοι το παίζουν και καταντά βαρετό να ξέρεις τι θα ακούσεις. Σκοτώνουμε τη σκηνή έτσι. Μοιάζει με ένα δικτάτορα ο οποίος επιβάλλεται στους DJs. Αυτό δεν είναι κάτι το καινούριο. Ο Richie Hawtin, τον οποίο εκτιμώ ιδιαίτερα, έφτιαχνε τέτοια fucked up μουσική 10-15 χρόνια πριν. Είναι μια κατάσταση «πάλι κοτόπουλο κάθε μέρα».

Τι σου άρεσε τελευταία;
Μου αρέσει η Get Physical και βρίσκω όσο πρέπει «εμπορικές» τις κυκλοφορίες της Kompakt. Από τη minimal φάση, οι αγαπημένοι μου είναι οι Sleep Archive και φυσικά ό,τι κάνει ο Jeff Mills. Νομίζω ότι ο «άνθρωπος της στιγμής» είναι ο Stephan Bodjin και πριν απ’ αυτόν ο Matthew Johnson.

Από Αγγλία;
Νομίζω ότι οι Άγγλοι το «έχασαν» τελείως. Κλείστηκαν στον εαυτό τους, ενώ πρωταγωνιστούσαν μαζί με τους Αμερικάνους. Για πες μου κάτι πρωτοποριακό που έρχεται από τη Βρετανία σήμερα; Κάποια στιγμή θα καταλάβουν ότι δεν έιναι πια «οι βασιλιάδες του κόσμου». Έβγαλα ένα αυτοβιογραφικό βιβλίο, το “Electrochoc”, το οποίο έχει μεταφραστεί σε πολλές χώρες και σύντομα θα γυριστεί σε ταινία. Οι Άγγλοι δεν το μεταφράζουν γιατί δεν με λένε Pete Tong. Κι εγώ τους απάντησα «άντε γαμηθείτε», θα το διαβάσουν σε όλον τον υπόλοιπο κόσμο. Φυσικά, κάποιοι βγάζουν ακόμα ωραία πράγματα π.χ. η Crosstown Rebels.

Τι θυμάσαι από τις «άγριες μέρες» στο Μάντσεστερ και τη Hacienda;
Ήταν ωραία, πιο αγνά, αλλά έγινε επικίνδυνο όταν μπήκαν οι συμμορίες στο παιχνίδι. Το Μάντσεστερ είναι η μοναδική πόλη στον κόσμο που ποτέ δεν ξέρεις τι θα γίνει, ενώ περπατάς στο δρόμο. Όσες πόλεις παραδίδονται σε κάποιου είδους μαφία, είναι νεκρές. Δεν αναπολώ αυτές τις μέρες. Ήταν μια υπέροχη αρχή για το βιβλίο της καριέρας μου, αλλά το Μάντσεστερ από ένα σημείο και μετά έχασε τελείως το vibe.

Ποια είναι η αγαπημένη σου πόλη για να παίζεις;
Τόκιο man! Πάω σχεδόν κάθε έξι μήνες και μπορώ να παίζω πραγματικά ό,τι θέλω, π.χ. reggae και salsa κατά τη διάρκεια ενός techno set. Πολύ αναπτυσσόμενη σκηνή...

Τέλος, με τα αγαπημένα σου για την προηγούμενη χρονιά: Άλμπουμ, tune και ταινία
(μετά από πολλή σκέψη)... Μου άρεσαν οι Arctic Monkeys, οι Arab Strap, αλλά ο καλύτερος δίσκος για μένα ήταν του Abd Al Malik, ενός γάλλου ράπερ. Από dance ό,τι έκανε ο Bodjin, ενώ από φιλμ το “Borat”, το οποίο δεν ξέρω αν ήταν η καλύτερη ταινία, αλλά ήταν σίγουρα η πιο αστεία.

Merci beaucoup!

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured