Πριν από δύο χρόνια, είχα γράψει για την Α. Επίθετη στις διαδικτυακές σελίδες του Avopolis : Καμιά φορά νιώθω ότι πνίγομαι στις σκέψεις μου, καμιά φορά οι εικόνες περνούν από μπροστά μου τόσο γρήγορα που δεν προλαβαίνω παρά να τις καταμετρήσω βιαστικά. Τα spoken word κομμάτια της Αλεξάνδρας μοιάζουν κάπως έτσι – μια νυχτερινή βόλτα στην Αθήνα, ένα βιντεοκλίπ γυρισμένο με κάμερα χαμηλής ανάλυσης, η σταθερή ματιά μπροστά από τα βαγόνια που τρέχουν. Μαζί με την κολεκτίβα The Bad Poetry Social Club και τις φίλες της γράφουν για την αβάσταχτη καθημερινότητα των πρόσφατα ενηλίκων – ενηλίκων που στα 23 ήταν ακόμη παιδιά, και στα 30 ακόμη παιδιά είναι.
Η Αλεξάνδρα Επίθετη είναι μία από τις πιο δραστήριες φωνές της νεότερης spoken word σκηνής: ποιήτρια και performer, podcaster (Heartbreak Hotel), μέλος της κολεκτίβας The Bad Poetry Social Club, με κυκλοφορίες που κινούνται ανάμεσα στην προφορική ποίηση και τη μουσική, και με μια σταθερά βιωματική, αστική γραφή που ακουμπά τη γενιά των «διαρκώς μεταβατικών» τριαντάρηδων. Το solo EP της Ποιήματα (για τον θάνατο) σε μηχανές και αμάξια αποτέλεσε έναν κομβικό, σκοτεινό κύκλο στη διαδρομή της, ενώ το επερχόμενο LP ΟΧΙ ΠΙΑ ΔΑΚΡΥΑ, που πρόκειται να κυκλοφορήσει την Άνοιξη από την MINOS EMI, σηματοδοτεί ήδη μια νέα φάση.
Με αφορμή την πρώτη επίσημη παρουσίαση του EP στο Burger Disco Club —όπου σε μιάμιση ώρα και τρία μέτρα σκηνής θα επιχειρήσει, όπως λέει, να συμπυκνώσει όσα έχει κυκλοφορήσει μέχρι σήμερα αλλά και ακυκλοφόρητο υλικό από τον νέο δίσκο— μίλησα μαζί της για τον φόβο που γέννησε τον προηγούμενο δημιουργικό της κύκλο,για τη θέση της ποίησης στο ελλαδικό πλαίσιο, αλλά και για την Αθήνα που αλλάζει βίαια μαζί με εκείνη.

- Έχουν περάσει σχεδόν τέσσερα χρόνια από την κυκλοφορία του EP σου, Ποιήματα (για τον θάνατο) σε μηχανές και αμάξια, στη διάρκεια των οποίων δεν έμεινες καθόλου στατική καλλιτεχνικά, με performance, ζωντανές εμφανίσεις και την κυκλοφορία της ποιητικής συλλογής σου HATE CITY. Πώς προέκυψε η απόφασή σου να επιστρέψεις στο EP και να το παρουσιάσεις για πρώτη φορά ζωντανά;
Η απόφαση να επιστρέψω στο EP ήταν ξαφνική, γιατί προχωρώντας στο επόμενό μου project, θεωρώντας ότι έχω κλείσει τον πρώτο solo κύκλο μου, κατάλαβα ότι δεν το έχω παρουσιάσει ζωντανά. Προφανώς, έχω παίξει τα περισσότερα κομμάτια διάσπαρτα σε live, αλλά δεν είχα αφιερώσει ένα live σε αυτό, πράγμα που του άξιζε, πιστεύω. Είναι και αυτό ένα δημιούργημα και πρέπει να κλείσει κάπως τον κύκλο του πριν προχωρήσω στα επόμενα. Γενικά είμαι άνθρωπος με τα κουτάκια του, άνθρωπος που συντηρεί τέτοια άγχη, και τέτοιες εκκρεμότητες μπορεί να με βγάλουν εκτός ισορροπίας. Η παρουσίαση αυτή είναι επίσης ευκαιρία να κάνω μία εισαγωγή στην επόμενη εποχή αυτού του ενιαίου σύμπαντος. Θα παίξω αρκετά ακυκλοφόρητα από τον νέο δίσκο μου, ΟΧΙ ΠΙΑ ΔΑΚΡΥΑ, που θα κυκλοφορήσει τέλη Απριλίου, αρχές Μαΐου. Είμαι πάρα πολύ χαρούμενη, βρίσκεται στη φάση των μίξεων και έχει ήδη πάρει έναν δρόμο ολοκλήρωσης κι αυτό. Μετά από τόσο καιρό που έχω μόνο για μένα αυτό το υλικό, μόνο για τους πολύ κοντινούς, για τυπικό feedback, για ένα άκουσμα, χαίρομαι που θα ανοίξει διαλογικά πλέον και θα το ακούσουν άνθρωποι νέοι σε αυτόν τον κύκλο, τις νέες κυκλοφορίες. Και επίσης γιατί αυτός ο κύκλος με τα "Ποιήματα για το θάνατο σε μηχανές και αμάξια" εξ ολοκλήρου αναφέρεται, τόσο ο τίτλος όσο και το ίδιο το υλικό, σε μια φοβία που μου προέκυψε, εκεί γύρω στο 2021, λόγω του στρες μου, ότι όταν είναι η στιγμή να πεθάνω, θα πεθάνω μέσα σε ένα αμάξι ή πάνω σε μια μηχανή. Μια μέρα ξύπνησα και πατούσα το φρένο του συνοδηγού. Κι επειδή στο δικό μου πλαίσιο η τέχνη έχει και τη μεταφυσική της διάσταση και το backthought της, ήταν σημαντικό για μένα να τελειώσει αυτό. Οπότε θα το σφραγίσουμε, θα το φιλήσουμε και θα το αφήσουμε να φύγει.
- Γυρίζοντας, λοιπόν, πίσω στο EP για την παρουσίαση του, τι έχει αλλάξει από τότε και τι έχει μείνει ίδιο;
Έχουν αλλάξει πάρα πολλά πράγματα. Αρχικά είμαι ένας άνθρωπος που –ελπίζω– αφήνομαι λίγο περισσότερο πλέον στην αλλαγή, γιατί ήταν κάτι που φοβόμουν πάρα πολύ τα προηγούμενα χρόνια, ότι αν αλλάξω, ας πούμε, θα αλλοιωθώ, ότι αν αφεθώ στην αλλαγή θα φύγω από τη σταθερότητα. Αλλά, ξέρεις, βλέπω με τα χρόνια ότι η αλλαγή και το να αφεθείς στην αλλαγή είναι κάτι πολύ δημιουργικό και πολύ ζωτικό για τους ανθρώπους. Γιατί αν παραμείνεις στο ίδιο σημείο για 20, 10, 5, 6 χρόνια, δεν νομίζω ότι μπορεί να είναι ιδιαίτερα καλό. Προφανώς δεν μιλάμε για αλλαγή «Σήμερα ξυπνάω και ψηφίζω Νέα Δημοκρατία». Μιλάμε για μια αλλαγή η οποία είναι θεμιτή σε όλους τους ανθρώπους. Η εξέλιξη, ρε παιδί μου. Οπότε ναι, σίγουρα νομίζω ότι έχω κάνει αρκετά βήματα προόδου μέσα σε αυτήν την πορεία, από το 2022 που τελείωσε μέχρι και τώρα. Ακόμη και το ότι μπορώ να πω ότι έχω ξεπεράσει αρκετά τον μεγάλο μου φόβο, αυτόν για τα αμάξια και τις μηχανές, είναι ένα βήμα προς κάτι όμορφο. Επίσης, προφανώς, και πρακτικά, σίγουρα έχει αλλάξει και η ίδια μου η γραφή, η αισθητική μου έχει μεταβληθεί, γιατί έχοντας προσλαμβάνουσες και κεραίες ανοιχτές, λαμβάνεις πράγματα. Οπότε σίγουρα έχω μεταβληθεί· τώρα προς τα πού… Είμαι καλύτερα, είμαι χειρότερα, προφανώς και δεν το γνωρίζουμε. Θα το δείξει η αυτοψία, όπως λένε (γέλια). Έχω δουλέψει πάρα πολύ και την Αλεξάνδρα και την Αλεξάνδρα Επίθετη, γιατί είναι κάπως δύο αρκετά διαχωρισμένα κομμάτια μέσα μου. Η μία έχει από την άλλη. Και οι δύο ανήκουν στον ίδιο εγκέφαλο, στην ίδια ψυχή και καρδιά, αλλά υπάρχει μία νοητή γραμμή ανάμεσά τους. Αυτό που έχει μείνει το ίδιο, νομίζω, είναι πως εγώ είμαι πάλι στο βάθος του τούνελ, λίγο διαφορετική και ανανεωμένη και με μία νέα προσέγγιση.

- Μοιάζεις να είσαι μέρος μιας ευρύτερης ομάδας ανθρώπων αεικίνητων, που δημιουργούν συνεχώς όχι μόνο σε προσωπικό επίπεδο, αλλά και μέσα από συνεργασίες (όπως οι δικές σου με τον Metaman, με τον P.I.E.V. και τον Βίκτωρα, τον Pan Pan). Πώς διαφοροποιείται η δημιουργική σου διαδικασία σε αυτές τις περιπτώσεις;
Είμαι μέλος του The Bad Poetry Social Club μαζί με Fane, Vina Sergi, P.I.E.V. και MFS, όπου προφανώς και ως συλλογικότητα και ως άτομα –σόλο πρότζεκτ δηλαδή– συνεργαζόμαστε επίσης στο μουσικό κομμάτι, γιατί από εμάς κανένας δεν γράφει μουσική. Η μουσική δουλεύεται με συνεργάτες, με φίλους, με ανθρώπους που θέλουν να μας προσεγγίσουν και να μας δώσουν κάποιο instrumental, κάποια παραγωγή. Οπότε εκεί προέρχεται από κάπου αλλού η έμπνευση. Σε αυτές τις περιπτώσεις της συνεργασίας μπορεί να φέρω εγώ ένα κείμενο, ένα reference, μία ιδέα, και να προτείνω να γράψει κάποιος άλλος τη μουσική, ή αντίστροφα να υπάρχει μία ιδέα για μουσική και να μου πει «θα ήθελες να το κάνουμε κάτι;». Οπότε εκεί πρέπει όντως να έρθεις σε μία συνέργεια με το πώς δουλεύει ο άλλος άνθρωπος, με το ποια είναι η ιδανική του κατάσταση, ποια είναι η δική του ιδέα. Μπορώ εγώ να μπω μέσα σε αυτή την ιδέα; Χωράω; Χωράει εκείνος με τον τρόπο που δουλεύει στη δική μου; Πώς μπορούμε να το γεφυρώσουμε αυτό, αν δεν είναι ήδη πολύ κοινό; Έχει ένα δημιουργικό και όμορφο challenge το να δουλεύεις και με άλλους, εννοείται, γιατί, ξέρεις, ξεφεύγεις από αυτή τη μοναχικότητα και από αυτό το solo thinking. Το spoken word, όταν είναι σε σόλο πρότζεκτ, είναι ιδιαίτερα μοναχικό. Είσαι εσύ, οι στίχοι σου, η φωνή σου, ακούς τον ίδιο σου τον εαυτό ξανά και ξανά, οπότε βοηθάει να έχεις κάποιον δίπλα σου και να σε βγάλει για λίγο απ’ αυτό. Να μπορέσει να προσφέρει ένα νέο ερέθισμα, μία νέα προσέγγιση. Οπότε ναι, έχει πολύ ενδιαφέρον και αυτό.
- Στην Ελλάδα η προφορική ποίηση είναι μάλλον ένα παρεξηγημένο, αν όχι υποτιμημένο είδος. Πώς βλέπεις τα πράγματα από τη μεριά σου;
Παρεξηγημένο… Θεωρώ ότι σίγουρα είναι υποτιμημένο. Παρεξηγημένη θεωρώ πως είναι γενικά η ποίηση στο πλαίσιο το ελλαδικό. Έχω σκεφτεί πολύ τι είναι αυτό που πηγαίνει στραβά. Γιατί επίσης η χώρα έχει τρομερή παραγωγή στον τομέα της ποίησης και έχει πάρα πολλούς λαμπρούς ποιητές και πάρα πολλές λαμπρές ποιήτριες ανά τα χρόνια, μέχρι και σήμερα· έχει, νομίζω, απίστευτα πολύ μεγάλο νούμερο λαμπρών δειγμάτων ποίησης. Παρόλα αυτά, μέσα από την προσωπική μου προσέγγιση σε αυτό και την προσωπική μου πορεία μέσα σε αυτό, έχω δει ότι όντως είναι από τα πιο παρεξηγημένα κομμάτια της τέχνης. Πλέον νομίζω ότι η βάση του και ο λόγος που έχει συμβεί αυτό είναι γιατί είναι από τις λίγες τέχνες που διδασκόμαστε από το δημοτικό, με την ποίηση μέσα στα κείμενα, μέσα από τα ανθολόγια, μετά στη λογοτεχνία κτλ., μέχρι την τρίτη Λυκείου, όπου πολλοί από εμάς μεγαλώνουμε με το ότι τα ποιήματα εξηγούνται. Ότι τα ποιήματα μαθαίνονται, μαθαίνεται ο συμβολισμός τους, μαθαίνεται επί τούτου «τι έχει πει ο ποιητής». «Αυτό που έχει πει ο ποιητής» είναι δοσμένο σε εμάς από ένα Υπουργείο Πολιτισμού. Κάποιος από το Υπουργείο Πολιτισμού έχει κάνει ήδη τη μετάφραση των συμβολισμών, του νοητικού κειμένου. Είναι σαν να μαθαίνεις μαθηματικά, ένας τύπος: 1+1 ίσον 2. Πας να μάθεις με έναν απόλυτο τρόπο κάτι το οποίο σε καμία περίπτωση δεν είναι όλα αυτά. Η τέχνη δεν μπορεί να ειπωθεί με 1+1 ίσον 2, να μεταφραστεί σε 1,0,1,0. Δεν είναι το ίδιο. Δεν μπορούμε να μιλάμε, άρα, για μία τέχνη όταν βιώνεται με αυτόν τον τρόπο από την παιδική μας ηλικία. Όταν κάποιος μας λέει ότι δεν μπορούμε να νιώσουμε κάτι πάνω σε αυτό, ότι δεν υπάρχει η δική μας μετάφραση και το δικό μας συναίσθημα για αυτό που μόλις διαβάσαμε. Όταν έρχεσαι σε επαφή με αυτό το αντικείμενο, με αυτή την τέχνη από μικρός, σε αυτή τη συνθήκη, είναι πιθανότατο ότι θα το μισήσεις και θα πεις «τι μαλακίες είναι αυτές;». Δεν θα θέλεις να ξαναδιαβάσεις ποτέ ποίηση στη ζωή σου. Το κατανοώ, γιατί κι εγώ δεν μπορώ να το δεχτώ αυτό, ότι το εκάστοτε κείμενο έχει μία ερμηνεία και δεν υπάρχει προσωπική προσέγγιση σε αυτό. Επίσης, προφανώς, η ποίηση έχει το ένα πόδι της στην Ακαδημία, σε ανθρώπους, ας πούμε, που αντιλαμβάνονται την ποίηση σαν κάτι για τους προνομιούχους, σαν κάτι που είναι για ανθρώπους οι οποίοι είναι διαβασμένοι, μορφωμένοι, καλλιεργημένοι. Αυτοί μπορούν να αντιληφθούν, στα μάτια τους, αυτή την τέχνη, κι αυτοί επίσης μπορούν να παράξουν αποκλειστικά αυτή την τέχνη, που είναι κάτι το οποίο έρχεται σε αντίθεση με αυτά που πιστεύω εγώ γενικά για την τέχνη, πόσο μάλλον για κάτι με το οποίο ασχολούμαι κι εγώ. Δεν θεωρώ ότι οι άνθρωποι που μπορούν να παράξουν, να καταναλώσουν και να διαβάσουν ποίηση πρέπει να έχουν ιδιαίτερο μορφωτικό επίπεδο, ιδιαίτερο επίπεδο ανάγνωσης. Οι άνθρωποι βλέπουν την ποίηση σαν κάτι ανέγγιχτο, σαν κάτι το οποίο είναι για λίγους, για αυτούς που καταλαβαίνουν. Και αυτοί οι λίγοι το καταναλώνουν μεταξύ τους και δεν φτάνει ποτέ κάτω αυτό. Όταν δημιουργούμε κάτι που δεν φτάνει προς τα έξω, αλλά απευθύνεται μόνο σε εμάς, με κλειστές και ψυχρές παρουσιάσεις που δεν μεταφέρουν συναίσθημα, και events από εμάς για εμάς, δεν μπορούμε να περιμένουμε από το κοινό να ανταποκριθεί. Προφανώς και θα πει «δεν με αφορά καν, δεν το προσεγγίζω καν. Γεια σας. Θα πάω να ακούσω μουσική, θα πάω να δω ταινία, θα πάω να κάνω οτιδήποτε άλλο εκτός από το να ασχοληθώ με την ποίηση».

- Μέσα σε ένα πλαίσιο όπου η προφορική ποίηση ήδη παλεύει για χώρο, νιώθεις ότι η παρουσία σου στη σκηνή αντιμετωπίζεται διαφορετικά λόγω φύλου;
Η διάκριση αυτή φυσικά υπάρχει σε όλη τη ζωή μας, ως θηλυκότητες, ως γυναίκες, ως άτομα που δεν εμπίπτουν σε οποιονδήποτε κανόνα. Από το ότι οδηγώ, και οδηγώ ως γυναίκα ένα Smart, και είναι ακόμη πιο μεγάλο το bullying στον δρόμο και είναι πιο εύκολο το «άη μωρή» και η κόρνα, πόσο μάλλον στο πεδίο της τέχνης. Προφανώς έχουν υπάρξει πάρα πολλά «για ποιήτρια καλή είσαι». Αν ισχύει στον δρόμο, πώς να μην ισχύει και πάνω στη σκηνή; Και μιλάμε και για μία μορφή τέχνης που στην Ελλάδα είναι ακραία ανδροκρατούμενη επίσης.
- Η Αθήνα εμφανίζεται συχνά σαν φόντο ή σαν θόρυβος στα έργα σου. Είναι τόπος έμπνευσης ή μια συνθήκη στην οποία προσπαθείς συνεχώς να επιβιώσεις;
Νομίζω είναι κάτι που βρίσκεται ανάμεσα στα δύο, είναι και τα δύο μαζί, αλλάζει κάποιες φορές η βαρύτητα του ενός και πάει περισσότερο προς το άλλο… Τα τελευταία χρόνια η αλήθεια είναι ότι όντως τείνει προς τη συνθήκη στην οποία προσπαθώ να επιβιώσω, γιατί η Αθήνα έχει αλλάξει συντριπτικά πολύ από τις πρώτες μου επαφές μαζί της, που ήταν όταν στο γυμνάσιο κάναμε κοπάνα από το σχολείο και παίρναμε το τρένο από Χαλκίδα και ερχόμασταν εδώ. Και, ξέρεις, πηγαίναμε στα Εξάρχεια, πηγαίναμε στον Λυκαβηττό, κάναμε βόλτα στο κέντρο της Αθήνας. Οπότε από το 2011, 2012, που ήταν και οι πρώτες φορές που ήρθα σε επαφή με αυτή την πόλη, κι αργότερα από το 2014 που ήρθα μόνιμα πλέον για να σπουδάσω, η Αθήνα έχει αλλάξει ακραία και με ακραία ταχύτητα, με ταχύτητα φωτός. Και η ροπή της αλλαγής αυτής είναι προς το δύσκολο, θα έλεγα εγώ. Πάει προς κάτι που εμένα δεν μου κάνει. Με στεναχωρεί, με θλίβει, βασικά με εκνευρίζει και με κάνει να μη θέλω να ζω εδώ – αρκετές φορές μέσα στη μέρα. Τείνει να είναι μια πόλη εχθρική προς τους ίδιους της τους κατοίκους, ειδικά προς αυτούς οι οποίοι δεν έχουν το προνόμιο μιας καλής οικονομικής κατάστασης. Είναι εχθρική προς τα άτομα με αναπηρία, προς τους μετανάστες, τους πρόσφυγές της, τα άστεγα άτομα. Είναι εχθρική με όλους τους πιθανούς τρόπους. Πλέον ο δημόσιος χώρος σε αυτήν την πόλη είναι ένα έναυσμα συζήτησης ωρών, ας πούμε, για το τι έχουμε χάσει, τι μπορούμε να διεκδικήσουμε, αν μπορούμε να διεκδικήσουμε κάτι. Τι είναι όλο αυτό που συμβαίνει; Τι άλλο θα πουληθεί σ’ αυτή την πόλη και πού; Τι άλλο θα ιδιωτικοποιηθεί σ’ αυτή την πόλη; Είναι μια πόλη η οποία από τον Covid και μετά αστυνομοκρατείται μόνιμα. Μια βόλτα στο κέντρο θα σε αναγκάσει να έρθεις αντιμέτωπος με μπάτσους, για να σε φέρει σε άμεση επαφή με κάτι το οποίο είναι μια σκοτεινή δύναμη αυτής της πόλης. Θα σε φέρει σε επαφή με μέρη στα οποία πλέον δεν έχεις πρόσβαση. Η πλατεία των Εξαρχείων, η πλατεία της Κυψέλης, οριακά η πλατεία της Πρωτομαγιάς. Χτίζονται όλα, αλλάζουν όλα ραγδαία. Δεν καταλαβαίνεις πού πάει αυτή η πόλη. Τα σπίτια στα οποία μένουμε είναι επίφοβα, επίφοβα σίγουρα για όλους τους λόγους, αλλά με τον μεγαλύτερο λόγο να είναι η στεγαστική κρίση, η οποία μας οδηγεί αυτή τη στιγμή να παίρνουμε 800 ευρώ μέσο όρο μισθό και να πληρώνουμε 450 σε ένα νοίκι για ένα χρέπι κάπου στο κέντρο, ας πούμε. Οπότε ναι, η Αθήνα αλλάζει πάρα πολύ. Την αγαπώ πολλές φορές, το καταφέρνω κάποιες φορές. Έχει χαθεί πάρα πολύ η ρομαντική μου οπτική που είχα για αυτήν την πόλη. Αλλά δεν ξέρω, δεν ξέρω πώς θα είναι η αυριανή μέρα εδώ. Δεν ξέρω κατά πόσο θέλω να συνεχίσω να ζω εδώ. Η αλήθεια είναι ότι, λόγω της τέχνης και επειδή αυτή τη στιγμή δεν νιώθω ακόμη έτοιμη να φύγω ή να αποχωρήσω, και επειδή αυτό που κάνω, δυστυχώς ή ευτυχώς, έχει τη βάση του εδώ – η αρχή και το τέλος του μπορούν να γίνουν εδώ – δεν μου επιτρέπει τη σκέψη «τι κι αν έφευγες αύριο;». Αλλά ναι, είναι μόνιμα ένα φόντο. Εδώ έχω μεγαλώσει τα τελευταία 12 χρόνια και η Αθήνα εμφανίζεται μόνιμα στο προσκήνιο, γιατί και η ίδια μου η ποίηση είναι πάρα πολύ βιωματική, αφορά πάρα πολύ την καθημερινότητα, αφορά πάρα πολύ την ημέρα μου, τη ζωή μου. Άρα θα ήταν αδύνατο να μην υπάρχει η Αθήνα μέσα σ’ αυτό.
- Γρήγορος γύρος ερωτήσεων: Solo δουλειές ή συλλογικές, με τους The Bad Poetry Social Club;
Όσον αφορά τις solo δουλειές μου, αύριο Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου έχω την παρουσίαση του EP Ποιήματα (για το θάνατο) σε αυτοκίνητα και μηχανές στο Burger Disco Club. Έπειτα, η κυκλοφορία του πρώτου προσωπικού solo LP μου ΟΧΙ ΠΙΑ ΔΑΚΡΥΑ. Στα μέσα της πορείας αυτού του δίσκου υπήρξε μια όμορφη συνεργασία με τη MINOS EMI, από την οποία και θα κυκλοφορήσει ο δίσκος. Για τις συλλογικές δουλειές, στις 28 Μαρτίου ο MFS μαζί με τον Λαιμού Θηλιά παρουσιάζουν το LP τους «Elephant» στην Πάτρα, στο Θέατρο Arch. Ο P.I.E.V. τον Μάρτιο θα παρουσιάσει τη νέα του δουλειά, «Μια νύχτα που τα έκανα σκατά». Η Fane δουλεύει νέο δίσκο – το έδωσα κι αυτό (γέλια). Και φυσικά συμμετέχουμε στο Φεστιβάλ Προφορικής Ποίησης (με πολύ ωραίους guests και ραπ live από τον Άσαρκο) στην Κομοτηνή, στις 6 και 8 Μαρτίου, το οποίο διοργανώνουμε με την ΚΟΙΝΣΕΠ Ντεκαντάνς σε συνεργασία με το ΔΗΠΕΘΕ Κομοτηνής. Τους αγαπάμε πολύ και τους ευχαριστούμε για δεύτερη χρονιά. Στις 11 Μαρτίου επίσης φεύγουμε για το ΥΔΡΟ στη Θεσσαλονίκη, όπου θα παρουσιάσω το EP, με καλεσμένο τον MFS και τον Άγγελο Ε.
- Να τα λες στη σκηνή ή να τα λες σε podcast;
Εξαρτάται. Η σκηνή μου είναι ακόμα αρκετά challenging πεδίο, οπότε πολλές φορές είναι πολύ πιο τρομακτικό και σφίγγει πολύ περισσότερο το στομάχι και την καρδιά μου, αλλά δεν ξέρω αν μπορώ να τα συγκρίνω. Είναι δύο τελείως διαφορετικά πράγματα, αλλά ναι, ας πω τώρα σήμερα ό,τι νιώθω. Να τα λέω σε podcast. Έτσι νιώθω σήμερα, γιατί έχω να κάνω πρόβα (γέλια).
- Ποιήματα σε τραγούδια ή ποιήματα σε έντυπα;
Αν έπρεπε να διαλέξω, τύπου τελειώνει η ζωή μου και πρέπει ν’ ακολουθήσω το ένα, νομίζω θα έλεγα ποιήματα σε μουσική. Spoken word. Όχι, γάμησέ το, ποιήματα σε έντυπο.
- Τι έρχεται στη συνέχεια για την Α. Επίθετη;
Τα καλύτερα έρχονται, τα χειρότερα έρχονται. Δεν ξέρουμε. Ό,τι είναι.







