Χάρης Συμβουλίδης

Η Αγγελική Κονιτοπούλου άνοιξε την πόρτα της στο Avopolis Greek και μοιράστηκε μαζί μας τις μνήμες της από τη διαδρομή – τη δική της μα και της διάσημης οικογένειάς της – στο τραγούδι, κερνώντας μας καφέ και νόστιμα γλυκίσματα. Ο πρόσφατος δίσκος της, Γαλάζια Θάλασσα, αποδείχθηκε πράγματι καλή αφορμή για μια εφ’ όλης της ύλης συζήτηση με μία από τις σημαίνουσες κυρίες του νησιώτικου τραγουδιού μας. Φεύγοντας, της ευχήθηκα να κάνει πολλούς δίσκους ακόμα – και είμαι σίγουρος πως έτσι θα γίνει...

(οι φωτογραφίες προέρχονται από τα άλμπουμ της κυρίας Κονιτοπούλου)

Επιστρέψατε στη δισκογραφία με το Γαλάζια Θάλασσα μέσα στο 2009. Έναν δίσκο-οικογενειακή υπόθεση, έτσι δεν είναι;

Ναι, όντως, είναι το πιο φρέσκο μου, ας το πούμε, cd και αποτελεί πράγματι υπόθεση οικογενειακή. Ο γιος μου ο Βασίλης ο Κλουβάτος έχει γράψει τη μουσική και στα περισσότερα τραγούδια οι στίχοι γράφτηκαν από τη νύφη μου, την Άννα Κουτουμάνου. Στο ομώνυμο όμως τραγούδι έγραψε τα λόγια ο Στέλιος ο Μπικάκης, ενώ στα “Καραβάκι Στο Αιγαίο” και “Σε Βαρέθηκα” είχα την τιμή να μου δώσει στίχους ο Γιάννης ο Πάριος. Υπάρχουν επίσης δύο τραγούδια του μακαρίτη του αδερφού μου, του Γιώργου του Κονιτόπουλου, ενώ την ενορχήστρωση έχει κάνει ο άλλος μου αδερφός, ο Βαγγέλης. Άλλωστε στο στούντιο το δικό του, το Γαλάζιο, την ηχογραφήσαμε τη δουλειά, με τον ίδιο να παίζει το λαούτο μα και μπάσο και τον Βασίλη, όπως συνήθως, στο βιολί.

Το έχετε εκδώσει στη General Music. Με βάση την εμπειρία σας, συμμερίζεστε αυτό που λένε ότι οι μικρές εταιρείες έχουν μια ζεστασιά στις σχέσεις τους με τους καλλιτέχνες, συγκριτικά με τις μεγάλες;

Υπάρχει μια τέτοια ζεστασιά. Σου δίνεται ένα θάρρος, μιλάς πιο εύκολα ας πούμε με τον παραγωγό. Στις πιο μεγάλες εταιρείες λίγο το σκέφτεσαι...

Θυμάστε αλήθεια πώς και πότε ξεκινήσατε το τραγούδι;

Α, από την κούνια μου τραγούδαγα! Είχα έναν πατέρα, τον Μιχάλη τον Κονιτόπουλο – «Μωρό» τον φωνάζανε – ο οποίος έπαιζε φοβερό βιολί και τον άκουγα να παίζει και να μελετάει μέσα στο σπίτι μας στη Νάξο από μικρό κοριτσάκι. Τη μέρα του Χριστού του Σωτήρος με πήρε για πρώτη φορά κοντά του σε πανηγύρι, ήμουν 12 χρονών. Αυτό στάθηκε το επαγγελματικό μου ξεκίνημα. Πηγαίναμε με τα πόδια, είχε ένα γαϊδουράκι – Ζέππο το φώναζε – και στη μισή διαδρομή έβαζε εμένα πάνω, στη μισή καθόταν εκείνος. Ήταν δύσκολα τα πανηγύρια τότε: απ’ όταν βγαίναν οι άνθρωποι από την εκκλησία μπορούσαν να κρατήσουν δύο, καμιά φορά και τρεις μέρες. Καθώς έμεινα στη Νάξο ως τα 25 μου, έμαθα κοντά στον πατέρα μου τα πάντα από παραδοσιακό ρεπερτόριο – τους μπάλλους, τα συρτά, τα καλαματιανά, τα τσάμικα. Στα πανηγύρια προπορευόταν το νησιώτικο, όμως παίζαμε και άλλα τραγούδια, παλιά, όμορφα λαϊκά. Ακόμα θυμάμαι όταν πηγαίναμε στο Φιλώτι, στους πρόποδες του Ζα, της Παναγίας και την επομένη, ότι ο συχωρεμένος ο πατέρας μου έπαιζε το “Αφού Το Θες” του Μανώλη Χιώτη με τη Μαίρη Λίντα.

Σκεφτήκατε ποτέ αλήθεια να δοκιμάσετε τη φωνή σας και εκτός παραδοσιακού υλικού στη δισκογραφία;

Δεν το θέλησα. Μου αρέσουν και άλλα πράγματα, όμως στο στοιχείο μου αισθάνομαι με τα νησιώτικα. Όχι από σνομπισμό, όπως σου είπα λέγαμε και λαϊκά τραγούδια στα πανηγύρια με τον πατέρα, π.χ. του Χιώτη, του Τσιτσάνη του Περπινιάδη και άλλων – με τον Περπινιάδη μάλιστα δουλέψαμε και μαζί αργότερα, στη Λάμψη. Και αγαπώ πολύ και τον Στέλιο τον Καζαντζίδη, δακρύζω όταν τον ακούω. Από τις τραγουδίστριες έχω αδυναμία στη Μαρίκα Νίνου.

Ο πατέρας του πατέρα σας έπαιζε κι εκείνος το βιολί;

Ναι, βιολιστής κι εκείνος! Γιώργος Κονιτόπουλος ονομαζόταν, όμως δεν τον πρόλαβα ως παιδί. Από αυτόν έμαθε ο πατέρας μου να παίζει, αλλά δεν ξέρω τι τραγούδια έλεγε. Γιατί όσα έπαιζε ο πατέρας μου, μπάλλους, συρτά και τέτοια, τα είχε μάθει από τα αδέρφια του, τα οποία τα έφεραν από την περιοχή της Σμύρνης – όταν είχαν πάει εκεί να υπηρετήσουν, στην Καταστροφή. Είχα ακούσει πάντως ότι ήταν καλός βιολιστής, όμως ακόμα καλύτερη λέγανε πως ήταν η γυναίκα του, η Ειρήνη, στο τραγούδι.

Τραγουδούσε πάντως και η μητέρα σας, η Μαρία η Φυρογένη, σωστά;

Βέβαια! Ήταν καταπληκτική τραγουδίστρια η μάνα μου. Και δυνατή γυναίκα – δώδεκα γέννες είχε κάνει, δεν της έζησαν όμως όλα. Προερχόταν άλλωστε κι εκείνη από μουσική οικογένεια – ο αδερφός της ο Δημήτρης έπαιζε λαούτο και ο πατέρας της τσαμπούνα. Δεν τον πρόλαβα δυστυχώς ούτε αυτόν τον παππού μου… Εκείνες πάντως οι γενιές ήταν άνθρωποι αβάρετοι, ακούραστοι, σεμνοί. Και ηθικοί – σου μιλάγανε την αλήθεια, τα εννοούσαν όσα έλεγαν. Τις αρχές αυτές προσπάθησα να τις περάσω και στα δικά μου παιδιά, στον Βασίλη, στη Στέλλα, και στη Μαρία. Και πιστεύω τις έχουν πάρει, δόξα τω θεώ. Έχουν πάρει και την καλλιτεχνική μου φύση (γελάει). Η Στέλλα ειδικά έχει τη φωνή τη δική μου, το καταλαβαίνεις στο μέταλλο. Ο Βασίλης ακολούθησε την παράδοση των Κονιτοπουλαίων στο βιολί. Η Μαρία μπορεί να μην έγινε τραγουδίστρια, όμως τραγουδούσε μαζί μας όσο ήταν ελεύθερη – μετά δίδασκε παραδοσιακούς χορούς. Όση δύναμη είχε η Στέλλα στη φωνή, τόση είχε και η Μαρία στα πόδια. Αλλά και για τα τέσσερα εγγόνια μου είμαι ξέρεις περήφανη, όχι μόνο για τα παιδιά μου. Η κόρη μάλιστα της Στέλλας, που έχει το όνομά μου, παίζει πιάνο και έχει τραγουδήσει και με τη μάνα της σε δίσκο – έχουν πει παρέα το “Σαν Νησάκι”. Έχει και η Μαρία μια Αγγελικούλα, ο δε Βασίλης έχει δυο αγόρια.

Και η φωνή σας πώς καταγράφηκε για πρώτη φορά στη δισκογραφία στο “Με Γιάντα Την Τραγιάσκα Σου” εφόσον μείνατε στη Νάξο ως τα 25 σας, όπως μου είπατε; Δεν ήσασταν μικρότερη όταν ηχογραφήθηκε;

Ήμουν! Με κάλεσε τότε ο αδερφός μου ο Γιώργος να πάω στην Αθήνα και να ηχογραφήσω κοντά του. Έμενα στο χωριό όμως, ήρθα αποκλειστικά γι’ αυτό και ξαναγύρισα. Ήμουν μάλιστα και 8 μηνών έγκυος στη Στέλλα τότε! Στο δε στούντιο δεν ξέρανε αρχικά τι να κάνουν με τη φωνή μου, έβγαινε πολύ δυνατή. Είχα βλέπεις συνηθίσει να τραγουδάω χωρίς μικρόφωνα στα πανηγύρια, δυνατά. Ενώ μέσα στο στούντιο ήθελε πιο απαλά. Τα ’χασε τότε ο παραγωγός θυμάμαι και τοποθέτησε το μικρόφωνο σε κάποια απόσταση για να μπορέσει να πάρει τη φωνή μου κανονικά. 

Μου κάνει όμως εντύπωση... Ο πατέρας σας δέχτηκε έτσι αδιαμαρτύρητα σε εκείνα τα χρόνια να γίνετε επαγγελματίας τραγουδίστρια;

Α, όχι! Κάθε άλλο! Ο πατέρας μου αρχικά δεν το δεχόταν με τίποτα να γίνω τραγουδίστρια. Και με έβαλε μάλιστα να μάθω μοδίστρα. Κι έμαθα. Αλλά έλα ντε που ο νους μου βρισκόταν στο τραγούδι… Το ’θελα πάρα πολύ. Ήθελα μάλιστα να μάθω και βιολί και με υποστήριζε και η μάνα μου, όμως σε αυτό στάθηκε αμετακίνητος. Όσο κι αν του ζήταγα να μου δείξει, μου απαντούσε ότι οι γυναίκες δεν μαθαίνουν βιολί. Είχαν άλλα μυαλά τότε… Τελικά ο πατέρας μου όχι μόνο το δέχτηκε να γίνω τραγουδίστρια, μα γίναμε και αχώριστοι στα πανηγύρια, όπως σου ’πα. Σαν μεγάλωσε μάλιστα κι εγώ είχα πια παντρευτεί και είχα και τρία μωρά στην αγκαλιά φαγώθηκε να πάω στην Αθήνα. Πού θα πάω του έλεγα, δεν έχω τίποτα εκεί! «Μια φωνή είναι η αδερφή σου η Ειρήνη», μου έλεγε, «και μια εσύ, η καθεμιά σας έχει κάτι άλλο, άμα μείνεις στη Νάξο δεν θα ακουστείς». Τι εξέλιξη, για εκείνον που δεν ήθελε να γίνω τραγουδίστρια… Και με έπεισε, ήρθε μάλιστα μαζί μου στην Αθήνα και πήγαμε σε ένα κέντρο ονόματι Κεραυνός, στο τέρμα Γαλατσίου. Τα άλλα μου αδέρφια – ο Γιώργος, η Ειρήνη κι ο Βαγγέλης – βρίσκονταν ήδη στην Αθήνα, αλλά δουλεύανε σε διαφορετικό κέντρο, στο Σιντριβάνι. Όμως η κακιά η τύχη το θέλησε έτσι ώστε να πεθάνει μέσα σε 4-5 μήνες. Δεν ήξερα τι να κάνω, ήταν το στήριγμά μου. Όμως ο Γιώργος μου είπε τότε «είμαι εγώ εδώ». Κι έτσι με πήρε στο δικό του το συγκρότημα...

Αλλά κι εσείς, όταν έφτασε η ώρα να σας πει η Στέλλα ότι ήθελε να γίνει τραγουδίστρια, ξέρω ότι δεν ήσασταν και πολύ θετική…

Είναι αλήθεια, δεν το ήθελα. Όσο και αν χαιρόμουν το τραγούδι, ως μάνα έβλεπα τότε μόνο την κούραση από τα πανηγύρια, από τα κέντρα και από το παράλληλο μεγάλωμα των παιδιών. Σαν μάνα ξέρεις βλέπεις αλλιώς την πραγματικότητα για σένα κι αλλιώς για το παιδί σου. Ήθελα έτσι να σπουδάσει, γιατί επρόκειτο για έξυπνο παιδί, τα έπαιρνε τα γράμματα κι είχε ανησυχίες. Όμως στο Μουράγιο – το δικό μας κέντρο, όπου εμφανιζόμασταν όλη η οικογένεια – η Στέλλα, μικρό κορίτσι ακόμα, βγήκε μια μέρα στη σκηνή ενόσω βρισκόμουν στην κουζίνα. Όταν το κατάλαβα ανέβηκα προς τα πάνω, δυο-δυο τα ανέβαινα τα σκαλιά θυμάμαι, στάθηκα πίσω από τις κουρτίνες και της έγνεφα απειλητικά. Μόλις τελείωσε όμως κι έπεσε κλαίγοντας στην αγκαλιά μου, έκανα πίσω. Της έδωσα λοιπόν την ευχή μου και της είπα «καλορίζικη». Και πόσο περήφανη να ’ξερες είμαι τώρα, που έχει γίνει η τραγουδίστρια η οποία είναι…

Από όταν ήρθατε στην Αθήνα, γνωρίσατε πάντως μεγάλες δόξες. Κι εσείς, αλλά και ως οικογένεια. Γίνατε ίσως η πιο αναγνωρίσιμη μουσική οικογένεια στην Ελλάδα...

 

Μεγάλες δόξες, όπως τα λες. Γνωρίσαμε μεγάλες επιτυχίες. Δεν έχω παράπονο, τραγούδησα σε πολλά κέντρα και συνεργάστηκα με τόσους και τόσους τραγουδιστές. Και ως οικογένεια υπήρχε διάστημα όταν βγαίναμε κάθε εβδομάδα στην τηλεόραση, στην ΥΕΝΕΔ τότε, με τις παραδοσιακές μας στολές. Κάναμε και εταιρεία, δώδεκα χρόνια την κρατήσαμε, ανοίξαμε και το Μουράγιο, το 1979.

Τότε άρχισε το νησιώτικο τραγούδι να ακούγεται και ευρύτερα στην Ελλάδα;

Όχι ακριβώς. Τα πράγματα τα άλλαξε ο Γιάννης ο Πάριος, με τον πρώτο του δίσκο με νησιώτικα. Είχε έρθει τότε σε μας για να συνεργαστούμε, «στην πηγή», όπως μας έλεγε (γελάει). Και έπαιξε ο Γιώργος βιολί, έκανε ο Βαγγέλης την ενορχήστρωση και η Στέλλα κι εγώ αναλάβαμε τα φωνητικά. Δεν είναι βέβαια ότι ο κόσμος δεν άκουγε νησιώτικα ως τότε. Αλλά ο Πάριος τα έβαλε και στα σαλόνια. Η δική του απήχηση βλέπεις ήταν πολύ μεγαλύτερη, δεν γίνεται να μην το αναγνωρίσουμε αυτό. Τον Πάριο δεν τον άκουγαν μόνο στα λαϊκά σπίτια μα και στα σαλόνια. Ήταν πιο εύκολα τότε και υπήρχαν γενικά και περισσότερες δουλειές. Ύστερα άλλαξαν τα πράγματα...

Πότε άρχισαν να αλλάζουν τα πράγματα και γιατί;

Τα βρήκα δύσκολα όταν πέθανε ο αδερφός μου ο Γιώργος, το 1991. Από τα παραδοσιακά βλέπεις όργανα εγώ αγαπώ περισσότερο από όλα το βιολί, ίσως γιατί μεγάλωσα με αυτό. Όταν πέθανε λοιπόν ο Γιώργος, αντιμετώπισα μεγάλο πρόβλημα. Παίρναμε το ένα βιολί πίσω από το άλλο, δεν έβρισκα κάτι της προκοπής. Στη σκηνή φυσικά δεν γινόταν να εκφράσεις τέτοια συναισθήματα, όμως στα καμαρίνια των κέντρων όπου εμφανιζόμουν τότε ήμουν να σκάσω: δεν άκουγα πουθενά εκείνον τον γνήσιο ήχο του νησιού μου, με τον οποίον είχα ποτιστεί μια ζωή. Μου στοίχισε πολύ εκείνη η μέθοδος δουλειάς, σαν κασέτα εργαζόμασταν. Ευτυχώς τη λύση έδωσε ο γιος μου ο Βασίλης, που αποδείχθηκε παιδί του παππού του και του θείου του στο βιολί. Και από άποψη τραγουδιών άλλαξαν τα πράγματα αφού και χάθηκε ο Γιώργος. Μου έδωσε όμως κατόπιν τραγούδια ο άλλος μου ο αδερφός, ο Βαγγέλης – όπως το “Νάξο Μου Αγαπημένη”, το οποίο κι έγινε κάτι σαν εθνικός ύμνος για τη Νάξο. Κατόπιν με παρέλαβε ο Βασίλης, που γράφει σε νεότερο ύφος.

Ναι, γράφει στο λεγόμενο νεοδημοτικό ύφος. Δεν πρέπει όμως η παράδοση να βρίσκει τρόπους να ανανεώνεται, προκειμένου να παραμείνει ζωντανή;

Ασφαλώς και πρέπει να ανανεώνεται! Πάντα θα τραγουδάμε το “Ωραία Που ’Ναι Την Αυγή”, το “Αρμενάκι” και τον “Μπάλλο” σε ρε ματζόρε. Μην λέμε ψέματα, πρόκειται για τραγούδια που έμειναν κλασικά. Όμως δεν γίνεται να λογιέσαι για καλλιτέχνης και να μην ανανεώνεσαι. Πρέπει να σε απασχολεί και το πώς θα φρεσκάρεις το ρεπερτόριό σου, όχι μόνο πώς θα λες τα παλιά. Ο Βασίλης λοιπόν γράφει τραγούδια πιο σημερινά, αλλά χωρίς να ξεφεύγει από το παραδοσιακό πλαίσιο με το βιολί και το λαούτο.

Δεν το τηρούν όμως όλοι αυτό… Με τι διαφωνείτε εσείς στα νεοδημοτικά;

Με αυτές τις τεράστιες ορχήστρες και την ένταση στα κέντρα δεν πολυσυμφωνώ. Εμένα προσωπικά με έχει κουράσει. Επίσης, ονόματα ας μην πω, όμως υπάρχουν πολλοί οι οποίοι το νερώσανε το νησιώτικο. Κάποιοι κάνουνε τους παραδοσιακούς και μόνο παραδοσιακοί δεν είναι στην πραγματικότητα.

Από μελλοντικά σχέδια; Τι έχετε στα σκαριά;

Μου έχει λείψει να πω ξανά τραγούδια παραδοσιακά. Γι’ αυτό και λέω να κάνω τώρα ένα άλμπουμ μόνο με τέτοιο υλικό. Και θα δούμε πώς θα τα πάει… Θα κάνω όπως και να ’χει κι άλλη δισκογραφία, όσο αντέχω θα κάνω. Υγεία να υπάρχει… Πάντως προέχει ένας δίσκος που θα κάνει ο Βασίλης, με οργανικές συνθέσεις, όσες υπάρχουν από τον παππού του. Θα έχει και λίγα τραγούδια, τα οποία θα πω εγώ και η Στέλλα.


 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured