Νέα δισκογραφική παρουσία για μια από τις πιο ξεχωριστές και ψαγμένες καλλιτεχνικές προσωπικότητες της χώρας. Η Μελίνα Τανάγρη δοκιμάζει, πειραματίζεται και δημιουργεί με τον δικό της, πάντα γοητευτικό, τρόπο. Και το Avopolis Greek βρέθηκε έτσι μαζί της σε μια εκ βαθέων συζήτηση για την τέχνη, τη μουσική, αλλά και την ίδια τη ζωή και τις προκλήσεις της…

 

 

 

Θα έλεγα να ξεκινήσουμε από τη νέα σας δουλειά, το Διπλό Κλικ, που σηματοδοτεί τη συνεργασία σας με ένα χιπ χοπ γκρουπ, το Δίδυμο. Πώς προέκυψε αυτό το αναπάντεχο και ιδιόμορφο καλλιτεχνικό ραντεβού;

 

Όλα ξεκίνησαν από ένα remix του “Θανατηφόρου Πυρετού” που μου έστειλαν τα παιδιά. Μου άρεσε πολύ και προχωρήσαμε. Ωστόσο, είναι γεγονός ότι είχα ανάγκη από κάτι διαφορετικό, κάτι το οποίο θα με ταρακούναγε και θα με έβγαζε από τα αυτονόητα. Kάτι στον τρόπο παρουσίασης, στον τρόπο καλλιτεχνικής ύπαρξης. Γι’ αυτό δεν είχα μπει στη διαδικασία να βγάλω τραγούδια, γιατί μου έλλειπε αυτό το ανανεωτικό, το οποίο δεν μπορούσα να βρω – δεν το έψαχνα κιόλας είναι η αλήθεια, μέχρι που εμφανίστηκαν τα παιδιά. Θα έλεγα ότι τα καλά πράγματα συμβαίνουν από μόνα τους, χωρίς να σημαίνει ότι δεν πρέπει να έχουμε και εμείς στραμμένο τον νου μας προς αυτά. Έτσι προέκυψε η καλλιτεχνική συντροφιά με το Δίδυμο, που δεν είναι η αυτονόητη για μένα. Πρόκειται για κάτι αλλιώτικο, νομίζω αποδείχτηκε και αρμονικό.

 

Ήταν δύσκολη η συνεννόηση με δύο μουσικούς που ανήκουν σε άλλη γενιά και προέρχονται από ένα εντελώς διαφορετικό μουσικό ρεύμα;

 

Μπορώ να πω ότι οι δυσκολίες υπήρξαν ελάχιστες, κάτι που το συνειδητοποίησα στο τέλος της συνεργασίας. Ίσως βοήθησε το ότι, επειδή είχα προετοιμαστεί να αντιμετωπίσω δυσκολίες, έθεσα τον εαυτό μου σε μία χαλαρότητα. Σ’ αυτό συνέβαλαν βέβαια και τα παιδιά, τα οποία είχαν έναν τρόπο και μια ωριμότητα που μου άρεσε. Δεν είχανε υστερία, γατί καμιά φορά ο νέος δημιουργός διακατέχεται από υστερία – το θυμάμαι και από τον εαυτό μου. Ίσως γιατί είναι δύο, οπότε διαχέεται η νεύρωση αυτή. Κι έτσι όλο αυτό υπήρξε κάτι καλό, για την υγεία, για το αποτέλεσμα, για τον χρόνο που πέρασε.

 

Αισιόδοξο το γεγονός ότι δύο νέοι μουσικοί προσέγγισαν το υλικό σας σε μια εποχή που επικρατεί η λογική και αισθητική των reality. Αυτό δείχνει ότι υπάρχει ένα μέρος της νέας γενιάς καλλιτεχνών και ακροατών το οποίο ψάχνει και ψάχνεται.

 

Το κακό στην Ελλάδα είναι ότι μοιάζει αυτή η αισθητική και η λογική (των reality) να είναι και η μόνη. Αντίθετα στο εξωτερικό υπάρχει και αυτό, παράλληλα, αντιπροσωπεύοντας μια πιο χαριτωμένη αίσθηση των πραγμάτων, της ζωής, της τηλεόρασης, του θεάτρου, των τραγουδιών, της μουσικής – χωρίς όμως όλα να κινούνται στον ρυθμό μιας ακατονόμαστης κακογουστιάς. Εδώ όμως η κακογουστιά παίρνει το πάνω χέρι και μοιάζει να μην υπάρχει κάτι άλλο. Οπότε, όσοι καλλιτέχνες βρίσκονται έξω από αυτή τη νοοτροπία, έχουν ανάγκη να δηλώσουν κάπως την υπόστασή τους. Μην κοιτάς εμένα, εγώ δεν έχω ανάγκη πια, δεν αισθάνομαι να απειλούμαι, αλλά για τους νέους ανθρώπους είναι πιο δύσκολο. Θέλει ψάξιμο. Εδώ έρχεται λοιπόν η τεχνολογία και βοηθάει την επικοινωνία, την ανταλλαγή απόψεων, την ίδια την τέχνη τελικά. Γι’ αυτό οι κίνδυνοι από την ευτέλεια δεν προκύπτουν ποτέ σημαντικοί, είναι οι συνθήκες οι οποίες τους κάνουν να φαίνονται σημαντικοί. Κανένα παιδί με ανησυχίες, ευαισθησία, απαίτηση για τη ζωή δεν θα πάει χαμένο. Θα ψάξει και θα βρει όσα θέλει. Και να μην ήταν το διαδίκτυο, θα ήταν κάτι άλλο. Είναι αυτή η φωνή που έχουμε μέσα μας, τελικά, η οποία μας καθοδηγεί στα βήματά μας, σ’ όσα θέλουμε για τη ζωή μας.

 

 

Εσείς είχατε επαφή με μουσικά είδη όπως το ραπ και η ηλεκτρονική μουσική;

 

Φυσικά. Η μουσική είναι μία. Μπορεί να υπάρχουν άνθρωποι που τους αρέσει η jazz ή η rock ή η κλασική μουσική, αλλά εγώ αγαπώ όλα τα είδη από τη στιγμή όταν αυτά θα μου μιλήσουν μέσα από τα αντίστοιχα κομμάτια. Με το ραπ είχα δε από παλιά μια σχέση, υπήρχε ένα μικρό κομμάτι στη “Νοσταλγία” από το Το ’Χεις, κάτι που έγινε πριν 9 χρόνια. Μου αρέσει στο ραπ ο τρόπος με τον οποίον γίνεται αυτή η χειμαρρώδης καταγγελία.

 

Προχωρήσατε όμως και ένα βήμα παραπέρα, χρησιμοποιώντας ακόμα και όργανα όπως μπουζούκι ή κλαρίνο. Δεν το θεωρείτε τολμηρό κάτι τέτοιο και ικανό να ξενίσει κάποιους ακροατές σας;

 

Προς Θεού! Ούτε τολμηρό είναι, ούτε κάτι παράξενο. Νομίζω ότι πρόκειται για μια πολύ κοινή ανταλλαγή πια. Θα πρέπει κανείς να είναι πολύ κολλημένος και να διατηρεί μία πιουρίστικη σχέση με τη μουσική ώστε να κρατιέται έξω από όλα όσα συμβαίνουν και να μην αποδέχεται τις ανταλλαγές. Οι άνθρωποι με μια κάποια φαντασία χρησιμοποιούνε τα καλά τις εποχής μας, αυτόν π.χ. τον τεράστιο όγκο πληροφοριών, την ελευθερία να κινείσαι από οπουδήποτε σε οτιδήποτε, την τεχνολογία. Φυσικά το αποτέλεσμα μετράει. Η ελευθερία υπάρχει, το θέμα είναι πώς τη χρησιμοποιεί ο καθένας μας. Νομίζω ότι όλα τα πράγματα είναι κατά διάκριση. Είναι μία πολύ σημαντική λέξη, η λέξη διάκριση, όπως αυτή ξεκινάει από τη μυστική ορθοδοξία. Διακρίνεις αν ένα πράγμα είναι «σωστό» για σένα, «υγιές», «ωραίο», «πρέπον», «ηθικό» κοκ. Οι πληροφορίες είναι πολύ μπερδεμένες, γι’ αυτό πρέπει να έχουμε έναν γνώμονα μέσα μας. Όχι μόνο ως προς την τέχνη και τις επιλογές της, αλλά ως προς όλες μας τις πράξεις. Μόνο κατά διάκριση μπορούμε να ελέγξουμε όλο αυτό το «τέρας» γύρω μας. Και σε μια ιδεατή κατάσταση θα μας βοηθούσε να κάναμε μόνο «σωστές» επιλογές.

 

Βλέποντας κανείς τις σπουδές σας – ιστορία τέχνης, αρχαιολογία, σκηνογραφία, θέατρο – καταλήγει στην εύλογη απορία: Πώς μετά από όλα αυτά προέκυψε το τραγούδι;

 

Όλες αυτές οι σπουδές αποτελούσαν τα πέπλα που κάλυπταν τη φυσική μου ροπή, το τραγούδι. Πολλές φορές για να βρούμε τον πραγματικό μας εαυτό ή το πραγματικό μας ταλέντο πρέπει να σκίσουμε μερικά πέπλα, όπως λένε στον σουφισμό, στον μυστικιστικό ισλαμισμό, ο οποίος διαθέτει κι αυτός μεγάλη ομορφιά. Ψάχνοντας το δρόμο μου πήγα από παράδρομους και κάποια στιγμή λέω «εδώ είμαι». Η σκηνή είναι βασικά. Άρχισα από το θέατρο και το θέατρο μου έκρυβε το τραγούδι.

 

Μετά από τις πρώτες σας δισκογραφικές δουλειές, 1986, 1987, 1989, σε πολύ κοντινά διαστήματα συνεχίσατε με σποραδικές παρουσίες. Για ποιο λόγο αυτή η αποχή;

 

Πω, πω, στην αρχή δεν με κρατούσε τίποτα! Θα είπε κανείς: «Αυτή δεν σταματάει με τίποτα!» (γέλια). Νομίζω ότι στην αρχή δεν είχα τη σιγουριά ότι αυτό το πράγμα με θέλει, οπότε έσπευσα να ελευθερώσω μεγάλη ενέργεια, ώστε να δούμε αν μπορεί να προκύψει κάτι. Αυτό νομίζω ότι έγινε με τον δεύτερο δίσκο με δικά μου τραγούδια (το Βυζάκια Έξω). Έτσι, μετά μπήκα στους κανονικούς μου ρυθμούς, οι οποίοι είναι πολύ πιο αργοί.

 

Και στη σκηνή όμως δεν σας βλέπουμε συχνά…

 

Τώρα βρισκόμαστε πάντως στο Ζoom, στην Πλάκα, για εμφανίσεις με το Τρίφωνο και με το Δίδυμο, σε επιμέλεια της Λίνας Νικολακοπούλου. Ξεκινήσαμε αρχές Δεκέμβρη. Κάνω κάθε τόσο εμφανίσεις, αλλά όχι συνεχόμενες γιατί η φύση μου δεν μπορούσε ποτέ να το κάνει αυτό δουλειά. Μια ευτυχής συγκυρία, διότι πληρώνεσαι από κάτι που αγαπάς και θα σου άρεσε να κάνεις, αλλά όχι ως επάγγελμα. Δεν μπορώ να φανταστώ ότι θα υπάρχουν ατελείωτοι μήνες όταν θα πηγαίνω και θα κάνω το ίδιο πράγμα κάθε βράδυ. Θέλει πολύ πιο γερές και ανθεκτικές φύσεις και σίγουρα διαφορετικές από τη δική μου. Και πάλι τα τελευταία χρόνια νομίζω ότι έχω σπάσει όλα μου τα ρεκόρ (γέλια).

 

 

Είστε από τις εκπροσώπους της γυναικείας τραγουδοποιείας στην Ελλάδα. Σήμερα βλέπεται μια νέα γενιά γυναικών δημιουργών στην οποία να διακρίνονται στοιχεία σας;

 

Η αλήθεια είναι ότι δεν έχουν περάσει πολλές γυναίκες τραγουδοποιοί από τη χώρα μας. Υπάρχουν τα τελευταία χρόνια αρκετά νέα ονόματα, παιδιά με ταλέντο. Το θέμα είναι ποια από αυτά θα καταφέρουν να μείνουν πιο πολύ. Εγώ αισθάνομαι ότι αποτελώ ένα μικρό σημείο αναφοράς στη γυναικεία τραγουδοποιία. Ένα πετραδάκι στο ελληνικό τραγούδι. Και μου κάνει εντύπωση όταν βλέπω να εμπνέει νέες δημιουργούς σήμερα. Δεν αισθάνομαι ότι έχω ανοίξει κανέναν δρόμο στη μουσική. Το σύνολο της παρουσίας μου νομίζω ότι άφησε το δικό μου στίγμα, το σύνολο μιας προσωπικότητας. Έγραψα τραγούδια γιατί ξεκίνησα σαν ερμηνεύτρια και ήθελα απλά να βρω ένα υλικό που να συγκινεί εμένα. Και χαίρομαι πολύ γι’ αυτό, γιατί κατόρθωσα να κάνω κάτι στη ζωή μου – στην αρχή πίστευα ότι δεν θα έκανα τίποτα (γέλια). Δεν μπορούσα να συγκροτηθώ αν κάτι δεν με ενέπνεε πολύ, γι’ αυτό καταπιεζόμουνα παντού, στο σχολείο, στις σπουδές. Μόνο όταν βρήκα αυτό που θέλω να κάνω, όταν η ενέργειά μου βρήκε δρόμο και τρόπο να διοχετευτεί απέκτησε νόημα ο χρόνος. Αυτό θα συμβούλευα και σε νέα παιδιά: η τεμπελιά και η ανορεξιά για κάτι που κάνουμε είναι γιατί δεν έχουμε βρει τι πραγματικά θέλουμε. Κάθε άνθρωπος μπορεί να το βρει, αρκεί να μην έχει εικόνες για τον εαυτό του, όσον αφορά στο τι θέλει ή του ταιριάζει να κάνει στη ζωή. Αυτό βέβαια απαιτεί ελευθερία. Όποιος ελεύθερα αναζητά βρίσκει ό,τι πραγματικά του ταιριάζει. Θα μου πεις, δύσκολο πράγμα η ελευθερία. Ε, γι’ αυτό λέμε ότι η ζωή δεν είναι εύκολη!

 

Θα θέλατε να μας μιλήσετε για το πώς βιώσατε τη μεγάλη επιτυχία του “Βυζάκια Έξω Λοιπόν” και το πώς αντιμετωπίστηκε εκείνη την εποχή, σε μια χώρα που διακρίνεται, ακόμα και σήμερα, για τη σοβαροφάνεια και την σεμνοτυφία της;

 

Δεν ήταν εύκολη εμπειρία. Είχα βγάλει έναν δίσκο με ξένα τραγούδια και είχα αναγνωριστεί ως «ποιοτική». Όταν λοιπόν βρήκα τη δική μου φωνή, είχε κάτι το προκλητικό. Ήταν κάτι όμως που το ήθελα πολύ, όχι να προκαλέσω, αλλά να εκφραστώ όπως αισθανόμουνα. Ήξερα ότι θα προκαλέσω και ένα μέρος της κοινωνίας, αλλά κι ένα κομμάτι του εαυτού μου ακόμα. Ήξερα όμως συνάμα ότι δεν γίνεται να περιμένουμε να είναι έτοιμη η κοινωνία, ώστε να κάνουμε όσα πιστεύουμε. Έτσι, αφού άκουσα διάφορα αρνητικά και επικριτικά σχόλια, έτυχε η ευτυχής συγκυρία του ξεκινήματος της ελεύθερης ραδιοφωνίας που υποστήριξε παρά πολύ το κομμάτι. Και φυσικά ο Μάνος Χατζιδάκις, στον οποίον άρεσε, όπως και όλος ο δίσκος – κι έτσι βρέθηκα στον Σείριο. Το δε τραγούδι βρήκε και πάλι το κοινό του, αυτό για το οποίο ήταν προορισμένο από την αρχή, αν και προς στιγμή κινδύνευσε. Κι εγώ απέκτησα και ένα διαβατήριο αναγνωρισιμότητας και μάλιστα με τους δικούς μου όρους. Θεωρώ ότι υπήρξε πολύ σημαντικό βήμα και για την προσωπικότητα και για τη σφραγίδα μου, κυρίως γιατί δεν ήταν αυτονόητο ούτε για μένα ούτε για τους άλλους.

 

Στο πρώτο τραγούδι του Διπλού Κλικ, στο “Ραντεβού”, λέτε σε έναν στίχο: «Είμαι παράξενο φυτό, ανθίζω υπό συνθήκες, αλήθεια που με βρήκες1». Να υποθέσω ότι πρόκειται για μια φράση που σας αντιπροσωπεύει απόλυτα;

 

Είναι αυτοβιογραφικό, ναι. Μικρή θεωρούσα ότι δύσκολα θα μπορούσα να βρω είτε συναισθηματική, είτε καλλιτεχνική συνάντηση στη ζωή. Έχω μια δυσκολία, γι’ αυτό και λέω ότι είμαι παράξενο φυτό. Και όμως η ζωή στάθηκε γενναιόδωρη στην παραξενιά μου αυτή και μου έδωσε αυτά που έψαχνα. Γι’ αυτό και αισθάνομαι μεγάλη ευγνωμοσύνη για τα «δώρα» τα οποία έχω πάρει από τη ζωή.

 

Ήταν γενναιόδωρη η ζωή ίσως και γιατί πίσω από την παραξενιά κρύβεται η λέξη δημιουργικότητα…

 

Ναι, και γιατί πίσω από τη δημιουργικότητα αυτή υπάρχουν τα δικά μου βήματα και μόνο. Και αυτό είναι μεγάλη τύχη, το εύχομαι και στους πιο νέους ανθρώπους να κάνουν το δικό τους. Να μη φοβούνται να είναι ο εαυτός τους. Κόστος θα υπάρξει, αλλά δεν συγκρίνεται με τη χαρά που εισπράττεις. Και αυτό τροφοδοτεί την ύπαρξή μας και σε αυτό το επίπεδο, όμως ενδεχομένως και σε ένα άλλο. 

      

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured