Το καλαίσθητο σκληρόδετο λεύκωμα Franz Kafka – Τα Σχέδια (εκδόσεις Οξύ) συγκεντρώνει ορισμένα από τα πιο χαρακτηριστικά σχέδια του Φραντς Κάφκα, από αυτά που διέσωσε ο επιστήθιος φίλος του, ο Μαξ Μπροντ (Max Brod)∙ επί σειρά ετών παρέμειναν αδημοσίευτα λόγω πνευματικών δικαιωμάτων. Η επιλογή των συνοδευτικών κειμένων έγινε από τον Jordi Llovet, καθηγητή συγκριτικής λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης, και από τον Θάνο Καραγιαννόπουλο των εκδόσεων Οξύ. Ο τελευταίος σημειώνει:
«Ο Φραντς Κάφκα είναι ένας από τους σπάνιους συγγραφείς με πλήρη ευχέρεια κίνησης έξω από τα όρια των σημαντικότερων ρευμάτων και κινημάτων της εποχής του – τον εξπρεσιονισμό, τον μοντερνισμό και τον προγενέστερο ρεαλισμό. Κάτι παρόμοιο μπορεί να ειπωθεί και για τα μέχρι πρότινος άγνωστα σχέδια και σκίτσα του από μολύβι και μελάνι, που συχνά διάνθιζαν τα χειρόγραφά του και μόλις πρόσφατα ήρθαν στο φως, μετά από χρόνια δικαστικών περιπετειών που τα κρατούσαν επί δεκαετίες στο συρτάρι. Τα σχέδια αυτά απέχουν πολύ από το να χαρακτηριστούν απλώς “μουτζούρες του Κάφκα”. Ορισμένα μάλιστα κρίναμε πως αξίζει να ιδωθούν μεμονωμένα και σε μεγέθυνση (17χ24 εκατοστά), ώστε με τη συνοδεία σύντομων αποσπασμάτων από τα διηγήματα, τα ημερολόγια και την αλληλογραφία του να αποτυπώσουν αυτούσιο το δημιουργικό εκτόπισμα ενός από τους σπουδαιότερους συγγραφείς του 20ού αιώνα – που κάποτε του είχε περάσει απ’ το μυαλό και η ιδέα να γίνει ζωγράφος».

Pixel

Σε μια επιστολή του προς την αγαπημένη του Φελίτσε Μπάουερ (Felice Bauer), με ημερομηνία 11–12 Φεβρουαρίου 1913, ο Κάφκα περιγράφει ένα όνειρο που προκλήθηκε από την ανάμνηση της πρώτης τους συνάντησης στην Πράγα τον Αύγουστο του 1912. Ο Κάφκα γράφει ότι στο όνειρο ήταν πολύ κοντά ο ένας στον άλλον, περπατούσαν χέρι-χέρι στην πλατεία της Παλιάς Πόλης της Πράγας, αλλά στη συνέχεια έρχεται ενάντια στα όρια της περιγραφής: «Πώς στο καλό μπορώ να περιγράψω πώς περπατούσαμε στο όνειρό μου;» Μετά βρίσκει τον τρόπο: «Μα περίμενε, θα το ζωγραφίσω. Αυτό είναι χέρι με χέρι: [Σχέδιο] Αλλά έτσι περπατήσαμε: [Σχέδιο]».

Αυτή η λύση στο δίλημμά του υποδεικνύει μια αρχική προτεραιότητα του Κάφκα στο σχέδιο και στη ζωγραφική έναντι της γραφής, στην προσπάθεια επικοινωνίας μιας ονειρικής εικόνας. Σε άλλη επιστολή του στην Φελίτσε αναφέρει:
«Σας αρέσει η ζωγραφιά μου; Ήμουν κάποτε σπουδαίος σχεδιαστής, ξέρετε, αλλά μετά άρχισα να κάνω μαθήματα σχεδίου με μια κακή γυναίκα ζωγράφο και κατέστρεψα το ταλέντο μου. Σκεφτείτε το! Αλλά περιμένετε, μια από αυτές τις μέρες θα σας στείλω μερικά από τα παλιά μου σχέδια, για να σας δώσω κάτι να γελάσετε. Αυτά τα σχέδια μου έδωσαν μεγαλύτερη ικανοποίηση εκείνες τις μέρες —είναι χρόνια πριν— από οτιδήποτε άλλο».

Ο υπαινιγμός του Κάφκα το 1913 στις προηγούμενες καλλιτεχνικές του κλίσεις υποδηλώνει τον αρχικό του ενθουσιασμό για το σχέδιο. Διευκρινίζει επιπρόσθετα πόσο σοβαρά ασκήθηκε ο Κάφκα με το σχέδιο στα φοιτητικά του χρόνια (από το 1901 έως το 1906), καθώς και τον επόμενο χρόνο, όταν ήταν νομικός ασκούμενος στο Ανώτερο Περιφερειακό Δικαστήριο, μέχρι το φθινόπωρο του 1907. Περίπου 150 σκίτσα σώζονται από αυτά τα χρόνια.

Ο Μαξ Μπροντ, που διέσωσε και τα κυριότερα λογοτεχνικά χειρόγραφα του Κάφκα (ανάμεσά τους τη Δίκη, τον Πύργο και την Αμερική), παρά τις επιθυμίες του ίδιου να παραδοθούν στην πυρά μετά τον θάνατό του, είχε γνωρίσει τον συγγραφέα το φθινόπωρο του 1902∙ ήξερε ότι εκείνη την εποχή ο φίλος του ζωγράφιζε, αλλά όχι ότι έγραφε, όπως τονίζει στη βιογραφία του για τον Κάφκα: «Έκανα παρέα με τον Κάφκα για πολλά χρόνια χωρίς να γνωρίζω ότι έγραφε». Ωστόσο, ο Μπροντ ήταν θετικά διακείμενος στο ενδιαφέρον του Κάφκα για τη ζωγραφική και θαύμαζε τα σκίτσα που του έδειξε ο κατά έναν χρόνο μεγαλύτερος συμφοιτητής του.

Εκτός από την προαναφερθείσα επιστολή του Κάφκα στην Φελίτσε, αυτή είναι η πιο σημαντική ιστορική απόδειξη της πρώιμης κλίσης του Κάφκα στο σχέδιο. Ο Μπροντ επίσης αναφέρει ότι συνέλεξε τα σχέδια του Κάφκα -ακόμη και νωρίτερα από τα χειρόγραφά του- αλλά υπονοεί επίσης ότι υπήρχαν επιπλέον σχέδια που κατέστρεψε ο Κάφκα:

«Ήταν ακόμα πιο αδιάφορος, ή ίσως καλύτερα, πιο εχθρικός για τα σχέδιά του παρά για τη λογοτεχνική του παραγωγή. Οτιδήποτε δεν έσωσα καταστράφηκε. Τον έβαλα να μου δώσει τις “μαρτυρίες” του ή τις έσωσα από το καλάθι των αχρήστων – πράγματι, έκοψα έναν αριθμό από αυτά από το περιθώριο των σημειώσεων του μαθήματος από τις νομικές του σπουδές…».

Σε ό,τι αφορά τη σχέση του Κάφκα με τη ζωγραφική, γνωρίζουμε από τον Μαξ Μπροντ ότι του άρεσε ο Picasso. Γνωρίζουμε επίσης ότι είχε επισκεφτεί το Μουσείο του Λούβρου και ότι, γύρω στο 1911, διάβασε την αυτοβιογραφία του Paul Gauguin με τον τίτλο “Πριν και μετά”, καθώς και τις συζητήσεις του Paul Gsell μα τον Auguste Rodin (που περιλαμβάνονται στον τόμο “Τέχνη”). Είχε ακόμα καταρτίσει μια λίστα με τους αγαπημένους του ζωγράφους: Mantegna, Tiziano, Rafael, Velázquez, Rubens, Jordaens...

Πέρα όμως από τους «κλασικούς», είναι δεδομένο το μεγάλο ενδιαφέρον του Κάφκα για τους σύγχρονούς του εξπρεσιονιστές ζωγράφους. Ο εξπρεσιονισμός, εξάλλου, ήταν το κυρίαρχο ρεύμα στη γερμανική τέχνη της εποχής – και ο ίδιος ο Κάφκα θεωρούσε ότι η κουλτούρα του ήταν κατά κύριο λόγο γερμανική και δευτερευόντως εβραϊκή. Θα μπορούσαν να αναφερθούν τα ονόματα των Otto Mueller, Emil Nolde, Max Pechstein, Christian Rohlfs, Kar-Schmidt Rottluff, Alfred Kubin, Kurt Szafranski, George Grosz. Επίσης, στα πρώτα του χρόνια στο πανεπιστήμιο, ο Κάφκα μαγεύτηκε από τα «ιαπωνικά» έργα του εβραϊκής καταγωγής Αυστριακού καλλιτέχνη Emil Olrik - που είχε σπουδάσει στην Ιαπωνία.

Η εκτίμηση που έτρεφε ο Κάφκα για τον εξπρεσιονισμό αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι το σχέδιο στη “Μεταμόρφωση” (εκδόθηκε τον Νοέμβριο του 1915), το μοναδικό που δημοσιεύθηκε στη διάρκεια της ζωής του Κάφκα με εικονογραφημένο εξώφυλλο, ήταν έργο του εξπρεσιονιστή καλλιτέχνη Ottoman Starke.
Ο Jodri Llovet σημειώνει:
«Ο Κάφκα γνώριζε την πορεία αυτού του καλλιτέχνη και φοβόταν μήπως ο Starke (εντυπωσιασμένος από την ολοκληρωτική μεταμόρφωση που βιώνει ο Γκρεγκόρ Σάμσα στη διήγηση) ήθελε να εικονογραφήσει το εξώφυλλο με την αναπαράσταση του “τερατώδους εντόμου” στο οποίο μετατρέπεται ο Σάμσα. Και μόνο η πιθανότητα αυτή ώθησε τον συγγραφέα να ζητήσει από τον εκδότη, Kurt Wolf, να μην επιτρέψει με κανέναν τρόπο κάτι τέτοιο και, αντί ο εικονογράφος να σχεδιάσει ένα έντομο – που για την αναπαράστασή του, από τον θάνατο του Κάφκα και μετά, πολλοί υπέπεσαν σε εξωφρενικές και τόσο παρατραβηγμένες υπερβολές, αν τις συγκρίνουμε με την περιγραφή του σκαθαρο-Σάμσα που ο ίδιος ο συγγραφέας προσφέρει στο έργο-, το εξώφυλλο να δείχνει τον πατέρα του Γκρέγκορ να βγαίνει από το δωμάτιο του γιου του αφού τον έχει δει στη νέα του κατάσταση∙ έτσι και έγινε. Στο έργο του Κάφκα υπάρχει φαντασία και ευρηματικότητα, καθώς και μια τάση να παρουσιάζονται αλλόκοτες καταστάσεις, ωστόσο ο Κάφκα ανήκει μόνο ακροθιγώς στη “φανταστική” λογοτεχνία».

Τα σχέδια του Κάφκα αποτυπώνουν γενικά ανθρώπινα πρόσωπα και φιγούρες με λίγες μόνο πινελιές. Οι εκφράσεις και οι στάσεις δεν είναι στατικές, αλλά συχνά δυναμικές, μερικές φορές γέρνουν σαν να κινούνται, συνήθως σε προφίλ, κινούνται από δεξιά προς τα αριστερά. Ιδιαίτερα τυπικά θέματα αυτών των σχεδίων περιλαμβάνουν ξιφομάχους, ιππείς και χορευτές. Σε κάποια -λιγοστά- σκίτσα του, οι μορφές δείχνουν σαν να αγκομαχούν ή να βασανίζονται∙ ενδεχομένως, από αυτά προέκυψε η πρώτη ύλη για τη δυστοπική νουβέλα “Στη σωφρονιστική αποικία”, που γράφτηκε το 1914 και εκδόθηκε τον Οκτώβριο του 1919.

Εκτός από αυτές τις δυναμικές ατομικές φιγούρες, απαντούν και αυτοπροσωπογραφίες σε μολύβι. Ακόμα, ομάδες μορφών που θεματοποιούν την «κοινωνική επαφή», για να παραθέσω έναν όρο του ιστορικού τέχνης Oscar Bie που σημείωσε προσεκτικά ο Κάφκα. Τα σκίτσα είναι μινιμαλιστικά από τη σκοπιά του σχεδιασμού, συχνά περιορίζονται σε μερικές συμβολικές γραμμές και πινελιές, με ένα αποτέλεσμα που είναι συχνά αποσπασματικό, δοκιμαστικό, ημιτελές. Ωστόσο, θα ήταν λάθος να τα δούμε ως απλά προσχέδια. Αυτό που τόνισε ο Bie στο βιβλίο του “Die moderne Zeichenkunst” (“The Modern Art of Drawing”, 1905), το οποίο έκανε εντύπωση στον Κάφκα, μπορεί να εφαρμοστεί στα σχέδιά του:
«Στη σύγχρονη εποχή, το σχέδιο έχει αφήσει πίσω του την ιδιότητά του ως απλώς προπαρασκευαστικό στάδιο για έναν πίνακα. Αυτή η αυτοεπιβεβαίωση του σχεδίου, ακόμη και στην εντελώς προσωρινή μορφή του σκίτσου, ενισχύθηκε επίσης από τη νέα σημασία των έντυπων γραφικών τεχνών […] Η τέχνη του σχεδίου είναι παρούσα στο σκίτσο όσο και στο έγχρωμη εκτύπωση, δεν υπάρχει πλέον ουσιαστική διαφορά μεταξύ μαύρου και έγχρωμου, και το σχέδιο με το χέρι είναι ανώτερο από την αναπαραγωγή μόνο ως προς την υλική του αξία».

Στα σχέδια του Κάφκα δεν απεικονίζονται πλήρως επεξεργασμένα σώματα ή πορτρέτα. Δεν είναι σαρκωμένα και τοποθετημένα σε τρισδιάστατο χώρο, δεν έχουν πλήρως ανεπτυγμένη σωματική διάπλαση. Αντίθετα, επιπλέουν ελεύθερα, στερούνται περιβάλλοντος και από μόνα τους είναι δυσανάλογα, επίπεδα, εύθραυστα, καρικατούρα, γκροτέσκα, καρναβαλικά. Αυτό τοποθετεί τα σώματα του Κάφκα πολύ μακριά από τις αναλογίες της «κλασικής ομορφιάς». Αντίθετα, σε πολλές περιπτώσεις εμφανίζονται υπερβολικές, με ορισμένα διακριτικά χαρακτηριστικά να τονίζονται έντονα.

Όμως αυτά τα αισθητικά χαρακτηριστικά δεν πρέπει να χρησιμοποιηθούν πολύ βιαστικά για να εντάξουμε τα σχέδια του Κάφκα σε κάποιο από τα δεδομένα ρεύματα της ιστορίας της τέχνης∙ τα σχέδια αντιστέκονται σε κάθε προσπάθεια για μια ευρύτερη, πιο γενικευμένη ταξινόμηση.

Ο Reiner Stach, συγγραφέας μιας μνημειώδους, τρίτομης βιογραφίας του Κάφκα, προτείνει ότι τα πρώτα σχέδιά του αντιπροσωπεύουν ένα αρχικό, αλλά σημαντικό βήμα στην αποκρυστάλλωση της μελλοντικής λογοτεχνικής του δημιουργικότητας.

Γιατί ο Κάφκα εγκατέλειψε το σχέδιο και επέλεξε τη λογοτεχνία; Είναι πιθανό ότι η απάντηση σε αυτό υπονοείται σε κάτι που φέρεται να είπε στον φίλο του, ζωγράφο Gustav Janouch:
«Θα ήθελα πολύ να μπορώ να ζωγραφίζω. Στην πραγματικότητα, προσπαθώ πάντα να το κάνω. Αλλά δεν βγαίνει τίποτα από αυτό. Τα σχέδιά μου είναι καθαρά προσωπική γραφή, το νόημα της οποίας ούτε εγώ δεν μπορώ να ανακαλύψω μετά από καιρό».

Franz Kafka - Τα Σχέδια

Εκδόσεις Οξύ
σελ. 64

Πηγές:
Max Brod, “Franz Kafka: A Biography” (Schocken Books, 1960)
Reiner Stach, “Kafka: The Decisive Years” (Princeton University Press, 2013)
Φραντς Κάφκα, “Γράμματα στον Φελίτσε” (εκδόσεις Οξύ, 2024, μφτρ. Στέλλα Κουνδουράκη, επιμέλεια Δημήτρης Αλεξάκης

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured