Κυρία Μπουραζοπούλου, “Η Μνήμη του Πάγου” ολοκληρώνει την τριλογία “Ο Δράκος της Πρέσπας”. Είχατε σχεδιάσει εξαρχής το πλάνο της τελικής καμπής, το πώς έπρεπε να κλείσει ο κύκλος της ιστορίας, για τους καινούριους ήρωες όσο και γι’ αυτούς που -κρίνατε ότι- έπρεπε να επανέλθουν από τα προηγούμενα βιβλία της τριλογίας;

Το πλάνο είχε σχεδιαστεί επειδή σκόπευα να γράψω ένα βιβλίο με τρεις διακριτές αφηγηματικές ενότητες – τις τρεις όχθες της Πρέσπας – που θα ξεπηδούσε μέσα από ένα θεατρικό έργο. Η κεντρική ιστορία λοιπόν, οι συνδέσεις μεταξύ των ενοτήτων, οι βασικοί χαρακτήρες και το φινάλε υπήρχαν. Όταν όμως ξεκίνησα να γράφω την πρώτη ενότητα, διαπίστωσα ότι χρειαζόμουν περισσότερο χώρο και περισσότερο χρόνο για να αναπτύξω την πλοκή της ενότητας και να εμβαθύνω στους χαρακτήρες.  Έτσι κατέληξα στην ιδέα της τριλογίας, προκειμένου η κάθε όχθη της λίμνης, άρα και η κάθε όψη του δράκου, όπως και η κάθε αντίληψη των κατοίκων για αυτόν, να έχουν το δικό τους βιβλίο. Από τη στιγμή που μου έδωσα περισσότερες σελίδες και άνεση χρόνου, μπόρεσα να δουλέψω καλύτερα τις σκηνές, να εμπλουτίσω τη δράση και να αυξήσω τους δευτερεύοντες χαρακτήρες. Εκείνο που δεν μπορεί να προβλεφθεί στο πλάνο είναι η λογοτεχνική εντύπωση, η αίσθηση που αφήνει το κείμενο όταν γράφεται, τα συναισθήματα που μου προκαλούν οι ήρωες στην πορεία, οι σκέψεις που μου γεννά η δράση, αυτά καθοδηγούν τη συγγραφή.  

Κατά πόσο τα γεγονότα της επικαιρότητας επηρέασαν τους βασικούς αρμούς της αρχικής ιδέας για την εξέλιξη της τριλογίας; Γνώμη μου είναι ότι αν συνέβη, τότε συνέβη αβίαστα, υπό την έννοια ότι η αφήγηση αφομοίωσε το κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι, χωρίς όμως να απειληθεί να «ξεστρατίσει».

Κάπως έτσι συνέβη, ευτυχώς. Διευκολύνει το ότι το έργο πλέκεται στη σφαίρα του φανταστικού, η βασική του συνθήκη είναι χωροχρονικά αυτονομημένη, συνεπώς μόνο αντηχήσεις τις επικαιρότητας μπορεί να απορροφήσει και να τις μετουσιώσει. Εφόσον η επικαιρότητα επηρεάζει τη σκέψη μου, χρωματίζει και τη στάση της αφήγησης απέναντι στα «φανταστικά» γεγονότα του βιβλίου και τους ήρωες. Συνήθως γίνεται χωρίς να το επιδιώξω.  

Το απροσδιόριστο του δράκου αφενός αυξάνει την ισχύ και την επικινδυνότητά του, αφετέρου ενισχύει τον μύθο που τον περιβάλει και τον οποίο αφηγείστε. Κανείς δεν γνωρίζει τη μορφή ή τις προθέσεις του. Με αυτόν τον τρόπο, ενδεχομένως, παίρνει την όψη των ανομολόγητων τρόμων μας ή της κρυφής προσδοκίας μας;

Ακριβώς. Το ορατό κακό δεν είναι δράκος, μπορούμε να το περιγράψουμε, να το εξηγήσουμε, να το καταγγείλουμε. Δράκος είναι ο φόβος που δεν εκδηλώνεται, που δεν ξέρουμε πώς να τον ψηλαφίσουμε, που οι ρίζες του δύσκολα ανιχνεύονται και που σπανίως τον παραδεχόμαστε. Σε εκείνα τα ανήλιαγα βάθη της ψυχής επωάζεται η επόμενη μέρα μας και ξαφνιαζόμαστε όταν ξεπεταχτεί μπροστά μας, θρεμμένος και τρομερός, απορώντας από πού προήλθε. 

Σε ό,τι αφορά τους συμβολισμούς του κειμένου: στις συνήθεις μυθολογικές παραδόσεις και τη λογοτεχνία που αποκαλούμε φάνταζι, ο δράκος συχνά είναι σύμβολο σοφίας και αυτογνωσίας του κόσμου. Στη δική σας τριλογία, κατά πόσο ο δράκος γίνεται συνώνυμο του διχασμού και της μισαλλοδοξίας; Ή μήπως, ο δράκος παίρνει τη μορφή που εμείς έχουμε πλάσει γ’ αυτόν εξαρχής, εκφράζει δηλαδή τις προκαταλήψεις μας;

Ο μυστηριώδης δράκος του συγκεκριμένου μυθιστορήματος έχει πολλές και διαφορετικές εκδηλώσεις. Στο θεατρικό έργο, που ανοίγει και κλείνει κάθε τόμο της τριλογίας, είναι όντως το στοιχείο της αλχημιστικής μεταμόρφωσης, η μεταλλαγή της πρώτης ύλης στον άμβυκα, τα στάδια αυτογνωσίας του Αλχημιστή. Για τις τρεις κοινωνίες των χωρών που περιγράφει το μυθιστόρημα, είναι ένα απόκοσμο και θανατηφόρο τέρας, που τις οδηγεί στην οικονομική και ψυχική υποδούλωση. Για τις τρεις ερευνητικές κοινότητες των δρακολόγων, είναι μια πνευματική και φυσική πρόκληση. Στον αντίποδα όμως αυτού του απροσδιόριστου δράκου, που σπέρνει τον φόβο και τον διχασμό, στέκεται ένας ανθρώπινος Δράκος, ορατός και τρισυπόστατος –τρεις γέροντες που έχουν το επίθετο Δράκος, ένας σε κάθε όχθη– σύμβολα ενότητας, αντίστασης και μεγαλοψυχίας. Εμείς επιλέγουμε ποιον δράκο «θα ταΐσουμε», για να παραφράσω τον ινδιάνικο μύθο που ακούμε από τον Έκτορα Μόζερ στο βιβλίο.     

Νομίζω ότι στη λογοτεχνία σας, πέρα από τη μυθοπλαστική πλοκή, κεντρικό ρόλο παίζουν οι συμπεριφορές των ηρώων, ειδικά σε περιόδους κρίσεων. Στη «Μνήμη του Πάγου» επικεντρώνεται στη σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ της τοξότριας Βαλμίρα και της δόκιμης δρακολόγου Κλάρα. Είναι μια σχέση που εκκινεί από την βεντέτα, για να εξελιχθεί σε σχέση μαθητείας ή ακόμα και σε σχέση μητέρας-κόρης. Το ζήτημα της κάθαρσης, που περνάει μέσα από τα στάδια της παραδοχής-μετάνοιας-συγχώρεσης, είναι από τα βασικά στους προβληματισμούς σας;

Η σκληρή αυτοτιμωρία είναι εξίσου άγονη με την συστηματική αποφυγή ευθυνών. Πράγματι, αυτοί οι δύο πόλοι εμφανίζονται και σε άλλα βιβλία μου. Στο «Τι είδε η γυναίκα του Λωτ;» τα βλέπουμε στις δύο πλευρές της Μεσογείου, από τη μία ο ενοχικός Φιλέας Μπουκ και από την άλλη οι αμοραλιστές επιστολογράφοι της Αποικίας. Όπως και σε εκείνο το βιβλίο, βάζω τα δύο άκρα να συνομιλούν όχι να συγκρούονται, να μπολιάζονται το ένα το άλλο και να ισορροπούν βαθμιαία, χάρη στη διαλεκτική τους σχέση. Είμαστε ατελείς όσο είμαστε αποκομμένοι, για αυτό φτάνουμε σε ακρότητες και υπερβολές, ολοκληρωνόμαστε και γαληνεύουμε όταν ενωθούμε. Αυτό συνέβη και στη Βαλμίρα με την Κλάρα.

Έχετε πει ότι η ερμηνεία (του κόσμου) «δεν είναι παθητική λειτουργία, είναι απολύτως παρεμβατική. Αν ένα ισχυρό ερέθισμα, όπως ο έρωτας, μετατοπίσει το κέντρο βάρους της συνείδησής μας, μεταβάλλει την εστίασή μας, γίνει αιτία να αποκλίνει λίγες μοίρες η θεώρησή μας, τότε αλλάζει η όψη της πραγματικότητας». Μήπως όμως οι αντικειμενικές συνθήκες της πραγματικότητας αναστέλλουν αυτή τη δυνατότητα από τον άνθρωπο;

Δεν είναι εύκολο να βγούμε από την προσωπική μας κοσμοαντίληψη και να κατανοήσουμε εκείνη του «άλλου». Η σύγχρονες τάσεις δεν ευνοούν τέτοιες προσεγγίσεις, καλλιεργούν τη δυσπιστία, εντείνουν την αποξένωση, προβάλλουν τον ατομισμό, την ατομική υπεροχή. Οι πολιτικές συνέπειες δεν είναι αμελητέες, η δυσπιστία / κακοπιστία  μικραίνει τις προσδοκίες μας από τους άλλους. Κατ’ αναλογία, τις προσδοκίες μας από τους ηγέτες μας, μειώνει τις απαιτήσεις μας, το πώς αντιμετωπίζουμε τα δικαιώματά μας. Το μυθιστόρημα φωτίζει τα δεδομένα και επιχειρεί να τα κατανοήσει, δεν υποδεικνύει λύσεις. Η τέταρτη πράξη του θεατρικού έργου ανήκει στους αναγνώστες.

Η ιστορία των απαγορεύσεων είναι παλιά όσο η ιστορία των πολιτισμών. Στο παρόν βιβλίο, βάσει νόμου, οι ηρωίδες σας, τοξότριες ή ιέρειες, απαγορεύεται να έχουν ερωτικές επαφές. Τελικά όμως οι ηρωίδες σας αφυπνίζονται, εξεγείρονται κατά του νόμου. Θα θέλατε επίσης να μας μιλήσετε για την παράδοση των «μπουρνέσα» στην οποία αναφέρεστε;

Χωρίς να έχω εντρυφήσει στο ζήτημα των μπουρνέσα, το θεωρώ ένα κατάλοιπο πατριαρχίας που τείνει να εκλείψει, έδινε λύσεις ή διεξόδους σε παλιότερες εποχές, συντηρώντας όμως το κατεστημένο της ανισότητας των φύλων. Σύμφωνα με το Κανούν, το εθιμικό δίκαιο της Αλβανίας, μια γυναίκα μπορούσε να δώσει όρκο μπροστά στους γέροντες της κοινότητας και να θεωρείται άντρας. Συνέβαινε συνήθως όταν χάνονταν τα αρσενικά μέλη της οικογένειας, προκειμένου κάποιο από τα θηλυκά μέλη να κληρονομήσει, να αποκτήσει δηλαδή δικαίωμα ιδιοκτησίας και οπλοχρησίας, να γίνει αρχηγός της οικογένειας. Οι μπουρνέσα αντιμετωπίζονταν ως άντρες από την κοινότητα, ντύνονταν και φέρονταν σαν άντρες, όχι επειδή το επιθυμούσαν, αλλά επειδή δεν γινόταν αλλιώς, άρα δεν μιλάμε για αναβάθμιση του ρόλου της γυναίκας, για το αντίθετο μιλάμε. Η κοινωνική αλλαγή φύλου συνοδευόταν από όρκο απόλυτης αγνότητας, οι μπουρνέσα ζούσαν και πεθαίναν ανέραστες. Η Παγκόσμια Τράπεζα Ανάπτυξης, που εκμεταλλεύεται εμπορικά το δρακολογικό φαινόμενο στο βιβλίο, βρήκε ωφέλιμο να φέρουν κάποιο στοιχείο των μπουρνέσα οι γυναίκες δρακολόγοι της δυτικής όχθης, όπως ο όρκος αγνότητας, για να τις συνδέσει με την αλβανική παράδοση. Και στη δική μας παράδοση θα βρούμε τέτοια ίχνη. Όταν ο Παπαδιαμάντης έγραφε τη «Φόνισσα» αποκάλυπτε ένα πραγματικό πρόβλημα της εποχής του, τις βρεφοκτονίες θηλυκών απογόνων για να αντιμετωπιστεί το άχθος της προίκας. Η ιστορία τόσων αιώνων άφησε βαθιές εγχαράξεις στις αντιλήψεις μας, εκμεταλλεύσιμες πολιτικά και εμπορικά, θέλει δύναμη και προσπάθεια για να τις σβήσουμε.

Κάθε τόμος, ανοίγει και κλείνει με το τρίπρακτο θεατρικό κείμενο σχετικά με την αλχημιστική μεταμόρφωση που επιχειρούν ο Αλχημιστής και ο Μαθητής του. Τα πειράματα και οι διάλογοί τους λειτουργούν επεμβατικά στις συμπεριφορές των χαρακτήρων; Τους συνδιαμορφώνουν;

Είναι το υπαρξιακό κομμάτι του έργου. Ό,τι συμβαίνει μέσα στην ψυχή του Αλχημιστή, προβάλλεται στην μεγάλη εικόνα των τριών κοινωνιών, αλλά και στον πυρήνα των τριών δρακολογικών κοινοτήτων, οι οποίες προοδευτικά οδηγούνται στη συνειδητοποίηση –όπως ο Αλχημιστής οδηγείται στην αυτογνωσία. Το ερώτημά σας «αν λειτουργεί επεμβατικά» με βάζει σε μεγάλο πειρασμό, αλλά προτιμώ να μην αποκαλύψω τις εκπλήξεις του βιβλίου. Θα περιοριστώ να πω πως το θεατρικό έργο, όσο άσχετο με τα δρώμενα του μυθιστορήματος κι αν φαίνεται, συνδέεται άρρηκτα με τη ρίζα της πλοκής.

Θα ήθελα να δούμε τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιείτε την ομηρική Νέκυια ως ένα από τα ερμηνευτικά κλειδιά της τριλογίας.

Άλλο ένα ερώτημα-πειρασμός που πρέπει να παρακάμψω. Δίκαια το θέτετε, η Νέκυια εμφανίζεται από τις πρώτες σελίδες του πρώτου τόμου και συνοδεύει τους ήρωες της τριλογίας σαν αίνιγμα. Πρόκειται για τη ραψωδία λ της Οδύσσειας, στην οποία ο Οδύσσειας κατεβαίνει στον Άδη, στη χώρα των Κιμμέριων, και συνομιλεί με τους νεκρούς ήρωες της αρχαιότητας (συντρόφους του και προγόνους). Θα πω καλύτερα κάτι έξω από το βιβλίο, πέρα από το πώς αξιοποιείται η Νέκυια στην πλοκή. Κρίνοντας από το πώς αντιμετωπίζουμε τον πολιτισμό στη χώρα μας, μοιάζει σαν να μην φύγαμε ποτέ από την χώρα των Κιμμέριων. Το δικό μας ταξίδι στην Ιθάκη δείχνει να σταμάτησε στη ραψωδία λ, στο κλέος των αρχαίων προγόνων, δεν βρήκαμε τη δύναμη να αφήσουμε τη νήσο των σκιών, να ξαναμπούμε στο καράβι και να συνεχίσουμε. Κατά βάθος δεν εμπιστευόμαστε τον σύγχρονο ελληνικό πολιτισμό και δεν τον αγαπάμε. Έτσι δεν τον αγαπούν και οι ηγέτες που εκλέγουμε, ούτε απασχολούνται να τον προβάλλουν, περιορίζονται κι εκείνοι στο αρχαίο κλέος. Εν τω μεταξύ δεν πείθουμε και κανέναν όταν περηφανευόμαστε για τους αρχαίους μας, λες κι είχαμε την παραμικρή συμμετοχή στα δικά τους επιτεύγματα. Ο Οδυσσέας πήρε μόνο ορμήνιες από τους νεκρούς –έμπνευση μόνο αντλούμε από την αρχαιότητα, υπέροχη και αστείρευτη έμπνευση –δεν εγκαταστάθηκε στην νήσο τους, λησμονώντας το σπίτι του και αφήνοντας την οικογένειά του στην τύχη της. Η Ιθάκη είναι μπροστά μας όχι πίσω μας. Ραντεβού στις ραψωδίες χ, ψ και ω, αγαπητοί φίλοι, για εκεί να βάλουμε πλώρη.

Και στα τρία βιβλία της τριλογίας, επιτυγχάνετε τη σύζευξη του φανταστικού με τον πολιτικοκοινωνικό ρεαλισμό, του μεταφυσικού με το κοινωνικό και του μεταφυσικού με την επιστημονική ανάλυση. Ο κόσμος που περιγράφεται είναι μυθικός αλλά και απομαγευμένος συνάμα. Ποιες δυσκολίες αντιμετωπίσατε προκειμένου να συνδυάσετε αρμονικά αυτό το πλήθος από ετερόκλητα στοιχεία που συνθέτουν το συγκείμενο;

Δύσκολος συνδυασμός, φαντασία και ρεαλισμός, απαιτεί αυτοσυγκράτηση, γιατί οι ροπές εκατέρωθεν είναι πολύ ισχυρές. Χρειάζονται συνεχή ευρήματα για να ενωθούν οι αντικριστές εγκοπές, ώστε να μη χαθεί η γοητεία του μύθου όταν ανταμώνει την αλήθεια της πραγματικότητας. Από την άλλη ο μύθος θέλει γερές δόσεις αλήθειας για να γίνει πιστευτός και διαχρονικός, άρα και επίκαιρος. Τι να πω, αυτός είναι μάλλον ο ορισμός της λογοτεχνίας.

Στον τελευταίο τόμο αποκαλύπτεται και το γιατί οι κοινότητες σε κάθε όχθη της Πρέσπας βιώνουν ένα διαφορετικό κλιματικό φαινόμενο. Είναι το δικό σας σχόλιο πάνω στο τεράστια θέμα της κλιματικής αλλαγής; - που φυσικά δεν είναι ούτε «θεόσταλτο» ούτε «φυσικό φαινόμενο» αλλά έχει ξεκάθαρα οικονομικά-πολιτικά αίτια. Η μαθητευόμενη Κλάρα, που προέρχεται από αστικό περιβάλλον, ψαχουλεύοντας τα πράγματα της «δασκάλας» Βαλμίρα, ανακαλύπτει βιβλία σχετικά με την ηλιακή και αιολική ενέργεια….

Η κλιματική αλλαγή ήρθε και η επιστημονική φαντασία γίνεται ρεαλιστικό αφήγημα. Η Θεσσαλία έγινε «Κοιλάδα της Λάσπης» και η Κύπρος «Κεχριμπαρένια Έρημος». Βλέπουμε ολοκάθαρα πλέον πως όλες μας οι πράξεις αντανακλώνται στο φυσικό περιβάλλον. Στο βιβλίο βέβαια αντανακλώνται και οι αντιλήψεις των κατοίκων, αλλά η επιστήμη απέδειξε ότι η ύλη μετατρέπεται σε ενέργεια και η ενέργεια σε ύλη. Πόσο μπορεί να απέχει μια αντίληψη από μια δράση; Λιγότερο από ότι φανταζόμαστε.

Η έννοια του ονείρου και η ερμηνεία του επίσης παίζουν σημαντικό ρόλο στο μυθιστόρημα. Πίσω από την δράση των ηρώων, διατρέχει την τριλογία ο πλανόδιος θίασος των Όναρ (Όνειρο). Δείχνει ενδεχομένως την επίδραση του ονείρου στους χαρακτήρες, αναμοχλεύει συναισθήματα και μνήμες; Στο βιβλίο ο θίασος παρουσιάζει τα «100 χρόνια μοναξιά» του Μάρκες. Γιατί επιλέξατε το συγκεκριμένο έργο;

Ο θίασος των Όναρ εμφανίζεται την κρίσιμη στιγμή κάθε βιβλίου, σηματοδοτώντας μεταβολές στην πλοκή. Στον πρώτο τόμο με μια αυτοσχέδια παράσταση δρόμου, στον δεύτερο με ένα έργο του Μπρέχτ, στον τρίτο με το έργο του Μάρκες. Οι αναγνώστες βέβαια δεν γνωρίζουν ότι αυτή είναι η κρίσιμη στιγμή της πλοκής, δεν μπορούν να φανταστούν τι θα αλλάξει μετά το πέρασμα των Όναρ, όπως δεν μπορούμε να φανταστούμε πώς αλλάζει τη συνείδησή μας ένα όνειρο που είδαμε και δεν θυμόμαστε το πρωί. Το ίδιο παθαίνουν και οι ήρωες του βιβλίου. Στο έργο του Μάρκες «Εκατό χρόνια μοναξιά», οι κάτοικοι του χωριού Μακόντο προσβάλλονται από μια παράξενη ασθένεια: σταματούν να κοιμούνται και έτσι σταματούν να θυμούνται. Χάνουν δηλαδή την ικανότητα να ονειρεύονται. Η παράσταση των Όναρ προετοιμάζει τους αναγνώστες για τις αποκαλύψεις που ακολουθούν.

Κλειδί για την κατανόηση της ιστορίας αποτελεί και η συγκλονιστική μεταμόρφωση της Γερακίνας. «Είχε απεκδυθεί τελείως την παλιά της υπόσταση, όπως οι κάμπιες που γίνονται πεταλούδες, μαζί με την απλοϊκότητα των συλλογισμών της, τις βεβαιότητές της, τη δρακολογική της ταυτότητα. Το όραμα ανέτρεψε ακόμα κι αυτήν». Θα τολμούσα να πω ότι είναι μια αντιστροφή της αντίστοιχης καφκικής.

Ωραίο, δεν το είχα σκεφτεί! Η ηρωίδα βιώνει μια ψυχική μετατόπιση ή πνευματική αποκάλυψη ή συνειδησιακή αφύπνιση, που προκαλείται από έναν συνδυασμό γεγονότων. Εφόσον όμως βρισκόμαστε στη σφαίρα του φανταστικού, η σκηνή δεν γίνεται να στερείται μαγείας. Έτσι τα σημάδια της μεταμόρφωσης είναι απολύτως ευδιάκριτα. Οξύνεται η όρασή της, άρα μπορεί πια «να βλέπει μακριά», να βλέπει τους δρακολόγους στην απέναντι όχθη. Οξύνεται η ακοή της, άρα μπορεί να τους ακούει, επιτρέπει δηλαδή στον εαυτό της να λαμβάνει αλλόχθιους ήχους. Σύμφωνοι, είναι μια αντιστροφή της αντίστοιχης του ήρωα του Κάφκα στη «Μεταμόρφωση» και ευτυχώς η ηρωίδα δεν έχει το ίδιο τέλος με τον άτυχο Σάμσα.

Έχετε δηλώσει ότι το έναυσμα για τη συγγραφή της τριλογίας ήταν μάλλον υπαρξιακό. «Κουβαλάμε χώρες και ηπείρους μέσα μας, κουβαλάμε λαούς, θρησκείες και παραδόσεις, πολέμους και ξεριζωμούς, κουβαλάμε τον ίδιο τον χρόνο». Με δεδομένο ότι στην τριλογία προβάλλεται μια μεγάλη εικόνα των Βαλκανίων, μήπως τελικά συνέβη μια ώσμωση ανάμεσα στο υπαρξιακό και το πολιτικό;

Νομίζω τα είπατε όλα. Δύσκολα διαχωρίζουμε αυτό που πιστεύουμε από αυτό που είμαστε. Δύσκολα διαχωρίζουμε αυτό που είμαστε από εκείνο από το οποίο προήλθαμε. Έχουμε τεράστιο ίσκιο, που συχνά μας καταδυναστεύει.

Η έννοια των συνόρων έχει οργανικό ρόλο στην αφήγησή σας. Στα βιβλία σας δεν αποτελούν ατελείωτες διαχωριστικές γραμμές ή «φράχτες», αλλά «φλέβες που ενώνουν τους πολιτισμούς και τις τύχες μας».

Έτσι ακριβώς αντιλαμβάνεται τα σύνορα ο πρωταγωνιστής του δεύτερου τόμου, Γκαβρήλ Καλεμάνοφ, όταν νιώσει έτοιμος να προσεγγίσει την αντίπαλη όχθη. Όταν η καχυποψία του έχει μετατραπεί σε καλοπροαίρετη περιέργεια και όταν η δυσπιστία του έχει δώσει τη θέση της στο γνήσιο ενδιαφέρον. Υπάρχουν σύνορα που όταν τα ξεπερνάμε ειρηνικά δεν παραβιάζουμε ξένη εδάφη, αντίθετα ενώνουμε τόπους και μεγαλώνουμε την κοινή γη. Όλα είναι ζήτημα πρόθεσης. Οι λέξεις αλλάζουν νόημα όταν αλλάζουν οι προθέσεις.

Κάθε τόμος, περισσότερο από -προσωρινή έστω- κατάληξη της ιστορίας, είναι κι αυτός μια «αφετηρία». Γιατί επιλέξατε τη συγκεκριμένη αφηγηματική αρχιτεκτονική;

Για να μπορεί κάθε τόμος της τριλογίας να διαβάζεται και αυτόνομα. Να μπορεί κάποιος να εισέλθει στον κύκλο της Πρέσπας από οποιαδήποτε είσοδο. Ο Αλχημιστής του θεατρικού έργου, που είναι ο οικοδεσπότης μας, γιατί μας εισάγει σε κάθε τόμο, διαπιστώνει ότι βρίσκεται διαρκώς στην έναρξη, όσο κι αν προχωρούν τα στάδια της μεταμόρφωσης. «Η έναρξη ήταν ανέκαθεν το τέλος», συνειδητοποιεί. Δεν προχωρά η ζωή μας επειδή ο χρόνος κυλά στο ημερολόγιο και βλέπουμε τα σημάδια της ηλικίας στο σώμα μας. Εάν αυτά είναι τα αποδεικτικά της ζωής, τότε ίσως και να μην την ξεκινήσαμε ποτέ. Η αληθινή ζωή για τους ήρωες, αρχίζει όταν το έργο τελειώνει.

Πιστεύετε ότι «Ο Δράκος της Πρέσπας» επιδέχεται «πολλαπλών αναγνώσεων»; Αυτές θα προκύψουν, ενδεχομένως, από τους διαφορετικούς, προσωπικούς ή και συλλογικούς, συμβολισμούς που αναγνωρίσει στο κείμενο ο καθένας διαφορετικός αναγνώστης; Και μάλιστα, ανεξάρτητα από ποια πλευρά της Πρέσπας προέρχεται;

Το έργο είναι ανοιχτό σε ερμηνείες, προσκαλεί τον αναγνώστη να συμμετέχει με τις δικές του σκέψεις, από όπου κι αν προέρχεται. Ξεκάθαρη είναι μόνο η πλοκή, οι περιπέτειες των ηρώων, οι δοκιμασίες τους, οι λύσεις των γρίφων, οι ήττες τους και οι θρίαμβοί τους. Ο αναγνώστης τους παρακολουθεί από ψηλά, όπως μελετά ο Αχλημιστής τις μεταλλαγές στον γυάλινο άμβυκα, είναι λοιπόν σε θέση να δει την παράλληλη δράση στις όχθες, να κινηθεί μπρος και πίσω στο χρόνο, να γνωρίσει πρόσωπα και να είναι μάρτυρας σε γεγονότα που οι ήρωες μαθαίνουν μόνο από αφηγήσεις. Διαβάζοντας και τα τρία βιβλία της τριλογίας, έχει το πλεονέκτημα της περισκοπικής θέασης, άρα τα συμπεράσματα στα οποία θα φτάσει, ξεπερνούν κατά πολύ τα συμπεράσματα των ηρώων.

Παρά τις προσπάθειες που έχουν γίνει και στη γειτονιά μας της Βαλκανικής (με κορυφαία τη Συμφωνία των Πρεσπών), παραμονεύουν πάντα η δαιμονοποίηση του Άλλου, του ξένου, του γείτονα, η πολιτική εκμετάλλευση του διχασμού των λαών, οι παγίδες της προκατάληψης, και τα τεράστια κέρδη που αποκομίζουν κάποιοι τρίτοι από τη μισαλλοδοξία (στην τριλογία η Παγκόσμια Τράπεζα και οι Τελώνες). Πόσο δύσκολο θεωρείτε ότι είναι να αλλάξει αυτή η πραγματικότητα;

Όσο δύσκολο είναι να εξαλειφθεί η αδικία και ο φόβος, σχεδόν ουτοπικό. Μπορούν όμως να μετριαστούν, να μην καθορίζουν όλες μας τις επιλογές, να μην στοιχειώνουν σε τέτοιο βαθμό τη σκέψη μας. Είμαστε σε θέση να αναγνωρίσουμε πια το πρόβλημα, το πρόβλημα της προκατάληψης, που περιορίζει και αλλοιώνει την αντίληψή μας, αυτό είναι ήδη ένα τεράστιο βήμα. Όπως παραδέχεται η Σαββίνα Καλλέργη, μια από τις ηρωίδες στο βιβλίο, «η συμφιλίωση είναι διαδικασία, δεν είναι μόνον απόφαση». Θέλει χρόνο και δουλειά για να σπάσουν τα κελύφη των νοοτροπιών και των στερεοτύπων, για να αντικρύσουμε ο ένας τον άλλον ελεύθερα και καλόπιστα.

Θα μπορούσαμε ίσως να πούμε ότι με αυτή την τριλογία επιδιώξατε να εντοπίσετε αυτά που ενώνουν τους απανταχού «αλλόχθιους»; Να προτάξετε την ετερότητα; Να αναδείξετε τις «αλήθειες των άλλων»;

Επεδίωξα να κάνω έναν μεγάλο περίπατο γύρω από το φαινόμενο του φόβου, επειδή αυτός γεννά όλες τις άλλες δυσάρεστες λέξεις, αυτός τις υποδαυλίζει και τις συντηρεί. Περιέγραψα όσα είδα στον περίπατό μου, όπως ο Μαθητής του Αλχημιστή, μέσα από τα μάτια διαφορετικών χαρακτήρων, με διαφορετικά βιώματα και διαφορετικές επιδιώξεις. Παρακολούθησα τις εμπειρίες τους προσπαθώντας να καταλάβω πώς έφτασαν εδώ, γιατί φέρονται όπως φέρονται, ώστε να αποφασίσω εντέλει ποια θέλω να είμαι εγώ σε αυτή την ανθρώπινη κυψέλη, με ποιους θέλω να συμπορευτώ και πώς προτιμώ να είναι η ζωή μου. Όπως κάθε αναγνώστης της τριλογίας, έφτιαξα τη δική μου τέταρτη πράξη και τη θεωρώ αλήθεια μου.

Σας ευχαριστώ πολύ κ. Μήνα για την συνέντευξη και τις εύστοχες τοποθετήσεις σας, τιμή μου που αφιερώσατε τόσο χρόνο,  ευγνώμων για το ενδιαφέρον σας.

Ιωάννα Μπουραζοπούλου - Ο Δράκος της Πρέσπας ΙΙΙ: Η Μνήμη του Πάγου

Εκδόσεις Καστανιώτη
σελ. 496

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured