«Καμιά φορά, όταν το φως χαμηλώνει και μεγαλώνουν οι σκιές, μου φαίνεται ότι κυκλοφορώ σ’ αυτούς τους δρόμους χρόνια και χρόνια ατέλειωτα, ολόκληρο αιώνα, ότι ξέρω πια κάθε δέντρο, κάθε λακκούβα, κάθε σπίτι, πηγαίνω πια με τα μάτια κλειστά, είμαι πια δρόμος κι εγώ, πότε άδειος πότε γεμάτος, πότε με φως πότε σκοτεινός, για να βρεις τον δρόμο πρέπει να γίνεις δρόμος, ναι, αλλά ο δρόμος είναι δρόμος αν δεν τον περπατήσεις, η λαμπάδα είναι λαμπάδα αν δεν ανάψει, το μαχαίρι είναι μαχαίρι αν δεν κόψει;

Πες της σ’ αγαπάω πολύ και δεν θα το ξανακάνω».

Στο τελευταίο του βιβλίο με τον τίτλο Πες της (Εκδόσεις Πόλις, 2023), που το εξώφυλλό του κοσμεί μια υπέροχη φωτογραφία του Σπύρου Στάβερη,  ο Χρήστος Οικονόμου αφηγείται την ιστορία μιας κούριερ που περιπλανιέται αέναα στους δρόμους της Αθήνας και του Πειραιά, από τα Εξάρχεια ως το Πέραμα, αλλά και στην ορεινή Κρήτη. Κουβαλά κάθε λογής δέματα και διασχίζει μεγάλες λεωφόρους αλλά και άδεντρα και ανήλιαγα στενά, παραλιακά χωριά αλλά και χιονισμένα βουνά∙ εισέρχεται σε πολυτελείς μεζονέτες αλλά και εργατικές κατοικίες χωρίς ασανσέρ, σε βενζινάδικα και μαγαζιά της νύχτας. Συναπαντά κάθε λογής ανθρώπους, πλούσιους και φτωχούς, σκληρούς και ευαίσθητους, ακοινώνητους και ερωτευμένους, ανθρώπους που κλαίνε εύκολα και που γελούν ακατάσχετα, ευγενικούς και αθυρόστομους, ευφρόσυνους και βασανισμένους, που ο καθένας τους διακατέχεται από τις δικές του εμμονές και τις δικές του νευρώσεις. Πρόκειται για μια μικρογραφία της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας. Ο συγγραφέας ασκεί κριτική, όμως δεν κουνά επιδεικτικά το δάχτυλο. Γράφει με χιούμορ ενίοτε καυστκό (που είναι συγχρόνως καθαρτήριο και ανυψωτικό), όμως δεν κάνει φτηνή παρωδία∙ αντίθετα, μέσα από τη συμπονετική ματιά της ηρωίδας του, περιβάλλει τους χαρακτήρες του, ακόμα και τους πιο παράδοξους ή «απαράδεκτους», με κατανόηση και ενσυναίσθηση. Οι εμμονές, οι νευρώσεις και τα ξεσπάσματά τους οφείλονται σε αντικειμενικά αίτια.  Ο πόνος και η ανθρωπιά, η τραγικότητα και η ελπίδα, το χυδαίο και το όμορφο συνυπάρχουν σε ισόποσες δόσεις.

Η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο Οικονόμου χαρακτηρίζεται από έντονη προφορικότητα. Λαϊκοί ως επί το πλέιστον άνθρωποι διηγούνται τις ιστορίες του και η κούριερ είναι το αντιηχείο τους. Ο λόγος του είναι μακροπερίοδος, χειμαρρώδης, εκούσια καταπατά τους κανόνες του συντακτικού προκειμένου να προσδώσει ζωντάνια στην αφήγηση. Πιστεύω ότι δεν θα του ταίριαζε κάτι άλλο. 

Ο Χρήστος Οικονόμου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1970. Έχει δημοσιεύσει πέντε βιβλία και έχει τιμηθεί με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας, το Prix Littéraire des Jeunes Européens, το Chowdhury Prize in Literature, το O. Henry Prize for Short Fiction και με άλλα βραβεία στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Διηγήματά του έχουν εμφανιστεί σε πολυάριθμες ελληνικές και ξένες ανθολογίες, έχουν μεταφερθεί στο θέατρο και στον κινηματογράφο και έχουν μεταφραστεί σε 17 γλώσσες. Έχει επίσης ασχοληθεί επιτυχημένα και με τη λογοτεχνική μετάφραση: ας αναφερθούν, μεταξύ άλλων, Ο κλέφτης του στρατοπέδου του Tobias Wolff, τα Neverhome και Ο νυχτερινός δρόμος του επιγόνου του Γουίλιαμ Φώκνερ, Laird Hunt, καθώς και ένα από τα σημαντικότερα αφροαμερικανικά μυθιστορήματα του 20ού αιώνα,   Το κουαρτέτο του Χάρλεμ του James Baldwin (όλα από τις Εκδόσεις Πόλις).  

Πρώτο βιβλίο του Χρήστου Οικονόμου ήταν η συλλογή διηγημάτων Η γυναίκα στα κάγκελα (Ελληνικά Γράμματα, 2003). Ακολούθησε το 2010 το Κάτι θα γίνει, θα δεις, που εγκαινίασε τη συνεργασία του με τις Εκδόσεις Πόλις. Γραμμένο την εποχή που ξεκινούσε η οικονομική κρίση, περιλαμβάνει δεκάξι ιστορίες από τα Καμίνια, τη Νίκαια, τη Δραπετσώνα, το Κερατσίνι. Ιστορίες για τράπεζες που παίρνουν σπίτια, για σπίτια που παίρνουν φωτιά, για όνειρα που γίνονται στάχτη. Όμως, «Κάτι θα γίνει όμως, θα δεις. Γιατί εκεί όπου μεγαλώνει ο φόβος μεγαλώνει κι εκείνο που σώζει από τον φόβο».

Το καλό θα 'ρθει από τη θάλασσα (2014) αποτέλεσε το πρώτο μέρος μιας τριλογίας διηγημάτων για τους εμφύλιους που διεξάγονται σ' ένα νησί του Αιγαίου. Οι κεντρικοί χαρακτήρες είναι εσωτερικοί μετανάστες, οι οποίοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν  την Αθήνα ή άλλες μεγάλες πόλεις και εγκαταστάθηκαν στο νησί, παλεύοντας να σταθούν ξανά όρθιοι, να ξεφύγουν από ένα παρελθόν που αλλάζει διαρκώς και ένα μέλλον που μοιάζει αδιέξοδο για όλους. Στην προσπάθειά τους αυτή θα βρεθούν αντιμέτωποι με τους ντόπιους κατοίκους, αφιλόξενους απέναντι στους «ξενομπάτες». Ένα από τα ωραιότερα και πιο δεισδυτικά βιβλία με θέμα το μεταναστευτικό. 

Οι Κόρες του ηφαιστείου (2017), τέλος, είναι μια θαυμάσια αλληγορία που φλερτάρει με το μη-πραγματικό ή έστω με τους αθέατους κόσμους που μας περιβάλλουν. Το υπόβαθρο της αφήγησης συνθέτουν πολυάριθμες διακειμενικές αναφορές που εκτείνονται από τα απόκρυφα Ευαγγέλια, τα μεσαιωνικά συναξάρια και τις λαϊκές διηγήσεις θαυμάτων ως τον σύγχρονο μυθοπλαστικό και στοχαστικό λόγο.

Ως συγγραφέας, ο Χρήστος Οικονόμου τυπικά προτιμά τη μικρή φόρμα. Όμως, τόσο το Κάτι θα γίνει, θα δεις όσο και Το καλό θα 'ρθει από τη θάλασσα μπορούν άνετα να διαβαστούν όχι ως συλλογές διηγημάτων, αλλά ως σπονδυλωτά μυθιστορήματα, μιας και περιλαμβάνουν ιστορίες που χαρακτηρίζονται από στέρεα θεματική ενότητα και διαθέτουν χαρακτήρες που εναλλάσσονται/μεταπηδούν από τη μιαν ιστορία στην άλλη.

Πάντως η φόρμα αυτη καθαυτή δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία. Είτε πρόκειται για νουβέλα είτε για μικρό μυθιστόρημα, το σημαντικό είναι το Πες της επενεργεί στο μυαλό και στη ψυχή του αναγνώστη. 

Ο Χρήστος Οικονόμου μιλάει στο Avopolis. 

 

Κατά τη γνώμη μου, το «Πες της» είναι πρώτα απ’ όλα σπουδαία λογοτεχνία, οπότε δεν έχει τόση σημασία αν είναι νουβέλα ή μικρό μυθιστόρημα. Πώς κατέληξες πάντως σ’ αυτή τη φόρμα;

Το «Πες της» είναι το πρώτο εκτενές κείμενο που δημοσιεύω.  Όταν άρχισα να το γράφω, δεν ήξερα αν θα βγει διήγημα, νουβέλα ή κάτι άλλο.  Σύντομα όμως κατάλαβα ότι χρειαζόμουν αρκετό χώρο για να πω την ιστορία όπως πρέπει, οπότε άφησα την αφήγηση της ηρωίδας να ξετυλιχτεί—χωρίς να ξεχειλώσει—, αφού, εκτός όλων των άλλων, ήταν για μένα μια πρόκληση να δοκιμάσω κάτι καινούργιο.  Προσπαθώ πάντοτε να κάνω τουλάχιστον ένα βήμα μπροστά, να διευρύνω λίγο περισσότερο το οπτικό μου πεδίο, νομίζω ότι το βήμα σημειωτόν δεν μου ταιριάζει καθόλου.

Η ανώνυμη αφηγήτρια του βιβλίου, που εργάζεται ως κούριερ, αναθυμάται-αφηγείται τις «ιστορίες των άλλων». Ήταν το δικό σου τέχνασμα προκειμένου να αναδειχθεί μια πολυφωνική αφήγηση, να αναδυθεί το συλλογικό μέσα από το προσωπικό;

Μου φάνηκε ενδιαφέρον να δω αν θα μπορούσα να συνδυάσω την πρωτοπρόσωπη με την πολυφωνική αφήγηση, να δημιουργήσω ένα μωσαϊκό ιστοριών που στηρίζεται σε μια  εύθραυστη βάση:  η αφηγήτρια είναι πανταχού παρούσα αλλά η φωνή τηςκαι το βλέμμα της μοιάζουν να αναμιγνύονται διαρκώς με τις φωνές και τα βλέμματα όλων εκείνων των ανθρώπων που συναντά στον δρόμο της. Βάδιζα σε τεντωμένο σχοινί, έπρεπε να τηρήσω λεπτές ισορροπίες, και αυτό ήταν επίσης μια μεγάλη πρόκληση, αφού δεν είχα ξαναδοκιμάσει να κάνω κάτι παρόμοιο σε τόσο μεγάλη έκταση.

Οι ετερόκλητες αυτές ιστορίες είναι πότε γκροτέσκες και πότε σπαρακτικές, πότε σκληρές και πότε ονειρικές. Πιστεύεις ότι συνθέτουν μια μικρογραφία της σημερινής ελληνικής κοινωνίας;

Για να είμαι ειλικρινής, εκείνο που με ενδιαφέρει πρωτίστως όταν γράφω μια ιστορία είναι να αποδώσω τα πρόσωπα και τις καταστάσεις με γνήσιο συναίσθημα και ερεθιστική γλώσσα—να μην γράφω δηλαδή πράγματα ψεύτικα και πληκτικά.  Από εκεί κι έπειτα, οι ιστορίες μου πάντοτε πατάνε με το ένα πόδι σε αυτό που ονομάζεται ζώσα πραγματικότητα—η λογοτεχνία, για μένα, δεν γράφεται με αέρα κοπανιστό—συνεπώς φαντάζομαι ότι οι αναγνώστριες και οι αναγνώστες θα διακρίνουν κάποιες ομοιότητες με όσα συμβαίνουν γύρω μας σήμερα. Σε ό,τι με αφορά, η σημαντική λογοτεχνία—και γενικότερα η σημαντική τέχνη—γεννιέται από τη διαρκή αναζήτηση της αλήθειας και όχι από την κατάκτηση της αλήθειας.  Και αναζητάς την αλήθεια και στην πραγματικότητα, όχι όμως για να τη μιμηθείς αλλά για να την υπερβείς—για να υπερβείς δηλαδή το εφήμερο, το παροδικό, το πρόσκαιρο των πραγμάτων. 

Θεωρείς ίσως ότι είναι υψηλά τα ποσοστά παράνοιας (ή έστω νεύρωσης) στις σημερινές κοινωνίες;

Σε κάποιο σημείο του βιβλίου η αφηγήτρια αναρωτιέται «πώς γίνεται να μην είσαι ακραίος σ’ έναν ακραίο κόσμο;»  Με βασανίζει και εμένα πολύ αυτό το ερώτημα γιατί ζούμε σ’ έναν κόσμο όπου τα ακραία φαινόμενα—είτε αφορούν το κλίμα και τη φύση, είτε αφορούν την πολιτική και την οικονομία—διαρκώς πολλαπλασιάζονται. Οι ακραίες συνθήκες προκαλούν ακραίες αντιδράσεις.  Αναρωτιέμαι αν—και πώς—μπορεί να σπάσει αυτός ο φαύλος κύκλος, πολύ περισσότερο που πλέουμε σε αχαρτογράφητα νερά, ειδικά σε ό,τι αφορά τις δύο μεγαλύτερες προκλήσεις με τις οποίες έχουμε ήδη αρχίσει να αναμετριόμαστε:  την κλιματική κρίση και την τεχνητή νοημοσύνη.

Παρ’ όλα αυτά, αντιμετωπίζεις πάντα τους χαρακτήρες σου με συμπάθεια, με ενσυναίσθηση, δεν τους οικτίρεις, δεν τους περιγελάς...

Οι χαρακτήρες δεν είναι αυθύπαρκτοι—χρωστάνε την ύπαρξή τους σε εκείνον που τους δημιουργεί.  Πώς είναι δυνατόν να περιγελάς ή να σαρκάζεις πλάσματα που δεν μπορούν να αντιδράσουν, να υπερασπιστούν τον εαυτό τους;  Κάτι τέτοιο θα έδειχνε θρασυδειλία ή σαδιστική διάθεση—κι εγώ αποστρέφομαι τόσο τη θρασυδειλία όσο και τον σαδισμό.

Η αποστασιοποίηση και το χιούμορ είναι τα «εφόδια» της ηρωίδας σου προκειμένου να αντιπαρέλθει την παράνοια και τις αντιξοότητες;

Το χιούμορ στη γνήσια μορφή του (όταν δεν χρησιμοποιείται δηλαδή ως διακοσμητικό στοιχείο και δεν παραπέμπει στη διακωμώδηση ή την ευθυμογραφία) προϋποθέτει την αποστασιοποίηση—και πολλές φορές πηγάζει από την (οδυνηρή για πολλούς ανθρώπους) διαπίστωση ότι η ζωή δεν δίνει δεκάρα για τις απόψεις μας περί αυτής.  Νομίζω επίσης ότι το χιούμορ είναι ίσως το καλύτερο αντίδοτο στη σοβαροφάνεια και τη συναισθηματολογία.

Θα έλεγες ότι πρόκειται για ένα βιβλίο που είναι γραμμένο «με την κάμερα στο χέρι», σαν ένα μεγάλο μονόπλανο;

Έχω την αίσθηση ότι η ηρωίδα του βιβλίου πορεύεται κρατώντας μια μαγική κάμερα—μια κάμερα που καταγράφει όχι μόνο τα ορατά αλλά και τα αθέατα, και, κυρίως, που πασχίζει να δημιουργήσει αυτά που καταγράφει. Αντιλαμβάνεται, νομίζω, ότι μια αξιανάγνωστη ιστορία γεννά το νόημα, δεν το ανακαλύπτει.

Θα θεωρούσες τα βιβλία σου κοινωνικά σχόλια; Υπό την έννοια ότι πραγματεύονται ζόρικα θέματα, όπως το σεξισμό, τον ρατσισμό, τις κοινωνικές αντιθέσεις κ.λπ.;

Ζούμε σε μια εποχή όπου οι πάντες σχολιάζουν τα πάντα, επομένως δεν βλέπω σε τι θα χρησίμευε η τυχόν δική μου συμβολή σε αυτήν την ατέρμονη σχολιογραφία.  Επιλέγω να μείνω όσο πιο μακριά μπορώ από την αμέτοχη—δηλαδή την εξ αποστάσεως—παρατήρηση, αλλά και από τα ιδεολογήματα, την καταγγελία και τις εύκολες απαντήσεις σε δύσκολα ερωτήματα. Όσο για τα ζόρικα θέματα, το μόνο που έχω να πω είναι ότι στα ζόρικα φαίνεται το ποιόν του ανθρώπου.

Σε μια πρόσφατη συνέντευξή σου υποστήριξες ότι «ο ρεαλισμός στη λογοτεχνία υπάρχει για να παραβιάζεται. Η μυθοπλασία η ίδια για αυτό υπάρχει». Πώς το πετυχαίνεις αυτό στα βιβλία σου;

Προσπαθώ να συνδυάσω τη φαντασία μου με την πραγματικότητα—γιατί για μένα η φαντασία και η πραγματικότητα δεν είναι αντίθετοι πόλοι, αλλά δύο καταστάσεις που η μία μπορεί εμπεριέχει την άλλη.  Προσπαθώ επίσης να παίξω με τις αντοχές και τα όρια της γλώσσας, που είναι ένας τρόπος οργάνωσης της πραγματικότητας, δηλαδή μια νέα πραγματικότητα.

Γνωρίζω ότι είσαι φαν του rock. Σ’ αυτό το βιβλίο σου «ακούμε» Soundgarden, Tom Waits, Wipers, Smashing Pumpkins, Cpt. Beefheart...Τι ακούς αυτόν τον καιρό;

Ας πω καλύτερα τι θα ήθελα ν’ ακούσω:  τον Ανέστη Δελιά και τη Μαρίκα Παπαγκίκα να τραγουδούν στίχους του Στέφανου Σαχλίκη, παρέα με τον Roky Erickson, τον David Eugene Edwards, την Kim Deal, τη Lydia Lunch και τον Jeffrey Lee Pierce.

Μετά από τέσσερις συλλογές διηγημάτων και μια νουβέλα, πιστεύεις ότι η μικρή φόρμα σου πάει καλύτερα, ή θα ήθελες να δοκιμάσεις και το μυθιστόρημα;

Το μυθιστόρημα απαιτεί—εκτός των άλλων—μεγάλη υπομονή, και εγώ, προς το παρόν, δεν την έχω.

 

Χρήστος Οικονόμου, Πες της

Εκδόσεις Πόλις

σελ. 144

christos-oikonomou-pes-tis

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured