Οι άνθρωποι καταφεύγουν σε επίθετα όπως «περίεργος», «απόκοσμος» και «στοιχειωτικός» όταν περιγράφουν τον Roy Orbison και τη μουσική του. Αυτές οι επιλογές λέξεων έχουν ως στόχο να υπογραμμίσουν τους τρόπους με τους οποίους ο Orbison, ο επονομαζόμενος The Big O ξεχώριζε από τους συγχρόνους του στην ποπ μουσική. Αλλά τέτοιες περιγραφές έχουν ως αποτέλεσμα να διαχωρίζουν τον Orbison από τους ήχους και τις τάσεις της εποχής του, σαν να μην ήταν, όπως ο καθένας μας, ένας άνθρωπος της εποχής του.
Ίσως έμοιαζε διαφορετικός. Ίσως – λαμβάνοντας υπόψη ότι ο Orbison τελικά έκρυψε τα αδύναμα μάτια του πίσω από σκούρα και χοντρά γυαλιά ηλίου με συνταγή γιατρού, και τον τρόπο που το κατάμαυρο πομπαντούρ του συγκρούστηκε με την ωχρότητα του δέρματός του· και αναπολώντας όλα εκείνα τα τραγούδια για όνειρα και, φυσικά, τον τρεμάμενο, ουρανοκατέβατο τενόρο του – ίσως να μην ήταν καν αληθινός. Όπως έχει έξυπνα παρατηρήσει ο Colin Escott, «ακόμα και το όνομα "Roy Orbison" είχε μια πινελιά εξωπραγματικότητας. Γνωρίζετε κάποιον άλλον που το έλεγαν "Orbison";» (1)
Η κοινή πεποίθηση είναι ότι ήταν διαφορετικός από οποιονδήποτε άλλο τραγουδιστή, πριν ή μετά. Και ο «περίεργος» παράγοντας εντάθηκε μόνο αφότου ο σκηνοθέτης David Lynch πυροδότησε την επιστροφή του Orbison τη δεκαετία του 1980, βάζοντας τον τραγουδιστή να ηχογραφήσει ξανά ένα από τα πιο ανεξίτηλα τραγούδια του, το "In Dreams", για εκείνη την πραγματικά καθηλωτική σκηνή στο Blue Velvet, όπου ο ψυχωτικός Φρανκ (Dennis Hopper) φέρεται να τραγουδάει τους στίχους, χρησιμοποιώντας ένα λαμπατέρ για μικρόφωνο.
Αλλά το πρωτότυπο "In Dreams" δεν ήταν ένα ανατριχιαστικό τραγούδι και δεν ακούστηκε έτσι όταν ήταν επιτυχία στο top 10 το 1963. Αντίθετα, όπως τόσα πολλά από τα έργα του Orbison, το πρωτότυπο "In Dreams" είναι... ρομαντικό. Με νοσταλγία, με πόνο και -- πολύ σημαντικό, αυτό -- με παιχνιδιάρικο τρόπο.
Αν ο Elvis ήταν ο Βασιλιάς, ο Roy Orbison ήταν ο Βασιλιάς των Θλιμμένων. Το άλμπουμ Roy Orbison Sings Lonely And Blue (Monument), που κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο του 1961, προαναγγέλθηκε από την τεράστια επιτυχία του single " Only The Lonely (Know The Way I Feel)" το προηγούμενο καλοκαίρι. Ωστόσο, δεν είναι ακριβώς αλήθεια ότι ο Orbison εγκαινίασε έναν εντελώς διαφορετικό, μη-μάτσο τύπο rock ‘n’ roll σταρ. Ο Johnny Ray είχε προκαλέσει περισσότερα συναισθήματα και δάκρυα από οποιονδήποτε λευκό τραγουδιστή στις αρχές της δεκαετίας του '50. Ο Presley, με την σέξι εμφάνισή του, δεν φοβόταν ποτέ να δείξει την ευάλωτη πλευρά του. Εν τω μεταξύ, ο Buddy Holly είχε ήδη αποδείξει ότι μπορούσες να φαίνεσαι σπασίκλας και να φτάσεις στην κορυφή.

Ειδικά ο Holly, στις τελευταίες ηχογραφήσεις που έκανε στη Νέα Υόρκη το 1958, είχε απομακρυνθεί από τους περιορισμούς του απλού rock ‘n’ roll σχήματος «ηλεκτρική κιθάρα συν τύμπανα» και είχε στραφεί σε έναν ευρύτερο ηχητικό καμβά παρόμοιο με αυτόν στον οποίο θα στρεφόταν ο Orbison για το υλικό του Lonely And Blue.
Παρόλο που ήταν ο πιο χαρισματικός συνθέτης και ενορχηστρωτής της πρώτης γενιάς του rock ‘n’ roll, ο Holly εντούτοις ήταν ένας περιορισμένης εμβέλειας τραγουδιστής. Ο Orbison, ωστόσο, ήταν προικισμένος με μια φωνή εκπληκτικού εύρους∙ ήταν προικισμένος με την ικανότητα να χρησιμοποιεί την υπέροχη φωνή του σε τραγούδια των οποίων οι μελωδίες μιλούσαν εξίσου σε διαφορετικές γενιές, ενώ παράλληλα συνδέονταν με τη λαχτάρα και τη μοναξιά της νεότητας. Κομμάτια όπως τα “Only The Lonely”, “I'm Hurtin'”, και “Blue Angel” (όλα συμπεριλαμβάνονται στο Lonely And Blue) και μεταγενέστερα singles όπως τα “Crying”, “Running Scared”, “Falling” και “It's Over” σίγουρα λένε τόσα πολλά για τις εσωτερικές αγωνίες της εφηβικής επιθυμίας και αγάπης στη δεκαετία του '60 όσο οτιδήποτε άλλο των Beatles ή των Rolling Stones.
Ο Orbison υπενθύμισε επίσης σε όσους αγόραζαν τους δίσκους του ή παρακολουθούσαν τις συναυλίες του ότι η μπαλάντα ήταν εξίσου ισχυρό και ικανοποιητικό όχημα για να τσιτώσει τα συναισθήματα και ότι οι πλουσιότερες ενορχηστρώσεις με έγχορδα θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ενισχυτικά ως προς αυτό. Χρειάστηκε, ωστόσο, θάρρος και επιμονή για να το πετύχει αυτό.
Ο Orbison ήξερε πάντα, από την εποχή που πήγε στο μικροσκοπικό στούντιο του Norman Pay στο Κλόβις του Νιου Μέξικο, το 1956 για να κάνει την πρώτη του ηχογράφηση, ότι είχε μια ξεχωριστή φωνή. «Όταν άκουσα τη φωνή μου ξανά σε δίσκο, δεν το σκεφτόμουν με όρους καλού, κακού ή αδιάφορου, μόνο αξιομνημόνευτου», θυμήθηκε σε μια συνέντευξη προς το τέλος της ζωής του. «Είναι μια φωνή που μόλις ακούσεις δεν ξεχνάς ποτέ». (2)
Στη θητεία του πλάι στον θρυλικό Sam Philips στην εταιρεία Sun, ο Orbison ωστόσο είχε δυσκολευτεί, παρά το γεγονός ότι είχε κάνει εξαιρετικές ηχογραφήσεις όπως το “Devil Doll” και το “Sweet And Innocent”. Ίσως επειδή, όπως το έθεσε ο ίδιος, ο Sam Phillips «ήθελε τα πάντα να γίνονται γρήγορα ή με έναν συγκεκριμένο τρόπο». (3) Ο δε παραγωγός-μηχανικός Jack Clement φέρεται να του είπε: «Μην τραγουδάς ποτέ μπαλάντες. Δεν θα τα καταφέρεις ποτέ». (4) Ο Orbison ήταν επίσης απογοητευμένος από τις βασικές συνθήκες ηχογράφησης της Sun. Αυτό δεν ίσχυε για την Monument Records, όπου, μετά από μια σύντομη περίοδο με την RCA, ο Orbison είχε μεταγραφεί το 1959.

Παρά τους περιορισμένους πόρους του, ο ιδρυτής και παραγωγός της Monument, Fred Foster, έδωσε στον Orbison την υποστήριξη που δεν είχε στη Sun και στην RCA.
«Ήθελα να χρησιμοποιήσω βιολιά, και επειδή είχα περάσει τόσο δύσκολα στη Sun προσπαθώντας να πάρω αυτό που ήθελα, ήμουν πραγματικά έτοιμος να αγωνιστώ για βιολιά», είπε αργότερα ο Orbison. «Και ο Φρεντ είπε, "Εντάξει, κανένα πρόβλημα"». (5)
Στον ιδιοκτήτη της δισκογραφικής άρεσε ο ντροπαλός αλλά αποφασισμένος άντρας από το Δυτικό Τέξας.
«Είχε μεγάλη ταπεινότητα. Δεν θα μπορούσες να ζητήσεις πιο ευχάριστο άτομο για να έχεις κοντά σου», είπε αργότερα. (6)
Αν και το πρώτο single του Orbison στη Monument ήταν το μάλλον αποτυχημένο “Paper Boy”, o τελευταίος γρήγορα απέκτησε έναν συνεργάτη στο γράψιμο, τον επίσης Τεξανό τραγουδιστή και συγγραφέα Joe Melson. Οι καρποί της νέας συνεργασίας απέδωσαν με την μικρή επιτυχία “Up Town”, που κυκλοφόρησε στα τέλη του 1959.
Αυτό δεν ήταν τίποτα μπροστά σε αυτό που επρόκειτο να ακολουθήσει. Το "Only The Lonely", το πρώτο κομμάτι στο Lonely And Blue, ήταν το τραγούδι που έδωσε ώθηση στον θρύλο του Roy Orbison. Ξεκίνησε ως ένα κομμάτι στο οποίο ο Melson δούλευε πριν το δείξει στον νέο του συνεργάτη. Αφού το επεξεργάστηκαν λίγο περισσότερο, πρότειναν ανεπιτυχώς το τραγούδι στον Elvis και στους Everly Brothers, οι οποίοι είχαν ήδη κάνει επιτυχία το 1958 με ένα κομμάτι που ο Orbison είχε γράψει γι' αυτούς, το “Claudette”. O Orbison δεν αποθαρρύνθηκε από απόρριψη και αποφάσισε να ηχογραφήσει ο ίδιος το τραγούδι στην τρίτη του ηχογράφηση για την Monument, τον Μάρτιο του 1960. Με τη χρηματοδότηση της εταιρείας, χρησιμοποιήσει το Studio B της RCA στο Νάσβιλ για να ηχογραφήσει και προσέλαβε καταξιωμένους session μουσικούς και μηχανικούς ήχους. Σπουδαίοι επαγγελματίες από το Νάσβιλ, όπως ο ηχολήπτης Hank Garland, ο κιθαρίστας Harold Bradley, ο Bob Moore στο μπάσο και ο Floyd Cramer στο πιάνο, έπαιξαν στην ηχογράφηση του “Only The Lonely”.
Το τραγούδι είχε ασυνήθιστο ρυθμό δύο τετάρτων. Στήνοντας επιδέξια στο στούντιο τα μικρόφωνα, κατάφεραν να αξιοποιήσουν στο έπακρο τα δεύτερα φωνητικά που τόσο αγαπούσε να χρησιμοποιεί ο Orbison - στην προκειμένη περίπτωση τους Anita Kerr Singers.
Με τον απαλό latin ρυθμό του, ο Orbison είχε επιτέλους βρει ένα κατάλληλο όχημα για το εντυπωσιακό φωνητικό του εύρος, που κυμαινόταν από αυτό ενός βαρύτονου έως ενός τενόρου. Το τραγούδι έφτασε στο Νο. 2 του Billboard Hot 100 το καλοκαίρι του 1960. Στη Μεγάλη Βρετανία, ήταν το τραγούδι του που έμεινε στην ιστορία, καθώς χρειάστηκαν αρκετές εβδομάδες μετά την κυκλοφορία του για να μπει στους πρόποδες του Top 30 στα τέλη Αυγούστου και να φτάσει στο Νο. 1 μόλις τη δεύτερη εβδομάδα του Οκτωβρίου.
Μέχρι την κυκλοφορία του Lonely And Blue στις αρχές της επόμενης χρονιάς, ο Orbison είχε κυκλοφορήσει δύο ακόμη επιτυχίες από το άλμπουμ, το "Blue Angel" και το "I'm Hurtin". Ωστόσο, η συνολική επίδραση του Lonely And Blue το κατέταξε σε μεγάλο βαθμό στο ύφος της κάντρι μουσικής του Νάσβιλ, αντανακλώντας την επιθυμία του ίδιου του Orbison (και των ανθρώπων της εταιρείας Monument) να δημιουργήσει ένα άλμπουμ που θα απευθυνόταν σε ένα ευρύτερο κοινό και όχι μόνο σε ερωτευμένους εφήβους. Αν και αποτελούνταν από κομμάτια που ηχογραφήθηκαν σε διάστημα έξι μηνών, το Lonely And Blue ήταν το έργο του rock ‘n’ roll καλλιτέχνη που έχει επιτέλους ωριμάσει.
Το άλμπουμ χωρίστηκε σε πρωτότυπες εκδόσεις των Orbison-Melson και σε αρκετές διασκευές. Ξεκινά με το “Only The Lonely”, που με τους στίχους του θα μπορούσε να ταυτιστεί οποιοσδήποτε ερωτευμένος έφηβος. Το "Bye Bye Love", το δεύτερο κομμάτι του δίσκου, ήταν μια ήδη αποδεδειγμένη επιτυχία με τους νέους, καθώς η σύνθεση των Boudleaux και Felix Bryant έφερε στους Everly Brothers την πρώτη τους επιτυχία στα μεγάλα charts με την ετικέτα Cadence το 1957.
Παρά τις προφανείς παραλληλίες μεταξύ της μουσικής των Everly Brothers και του Orbison, η μελωδία του τελευταίου δεν ταίριαζε απόλυτα με την αστραφτερή αθωότητα του πρωτότυπου. Ενώ η κιθάρα lap steel, που έπαιζε ένας από τους πρωτοπόρους του οργάνου, ο Jerry Byrd, τόνιζε την κάντρι συγγένεια του Orbison, η παραγωγή ήταν κάπως υπερβολική, με περιττά έγχορδα και την απάντηση της Anita Kerr στο κάλεσμα «αντίο» να είναι άσκοπα παρεμβατική.
Ο δυνατός ήχος ταίριαζε καλύτερα στην εκδοχή του Orbison στην country επιτυχία του Johnnie Ray, το “Cry”. Ο Orbison δεν επιχείρησε να αναπαράγει την θεατρική μελωδία της ηχογράφησης του Ray, αφήνοντας το μεγαλύτερο μέρος του δεύτερου μισού του τραγουδιού, το οποίο ο Ray τραγούδησε τόσο αξιομνημόνευτα, στα έγχορδα και στην κιθάρα του Byrd.
Παρόμοια country αίσθηση είχε και το "Blue Avenue", το οποίο είχε γραφτεί στην ίδια ηχογράφηση που οδήγησε στο "Only The Lonely". Ξεχωρίζει ο σαξοφωνίστας Boots Randolph, ένας άλλος άσσος της μουσικής σκηνής του Νάσβιλ, ο οποίος έπαιξε σε επιτυχίες όπως το "Rockin'" της Brenda Lee. Το "Uptown" και το "I'm Hurtin'" ήταν γερά και καλοδουλεμένα rock ‘n’ roll κομμάτια, ενώ στο "Pretty One" και στο "Raindrops" υπήρχε μια εξπρεσιονιστική, σχεδόν νουάρ αίσθηση στη ενορχήστρωση των εγχόρδων. Δύο κομμάτια που έδειξαν ότι ο Orbison δεν χρειαζόταν να καταφύγει σε ημι-οπερατικά φωνητικά για να συγκινήσει το κοινό του ήταν οι αριστοτεχνικές αλλά ευθείες ηχογραφήσεις δύο τραγουδιών του Don Gibson, τo “I Can't Stop Loving You”, που συνδέθηκε με την εκτέλεση και τη φωνή του Ray Charles, και το “(I'd Be) A Legend In My Time”.
Το στοχαστικό "I'll Say It's My Fault" ολοκληρώνεται με μια ήπια σαξοφωνίστικη κόντα του Randolph αντί για ένα δραματικό φωνητικό φινάλε από τον Big O. Στην πραγματικότητα, υπό το φως των επόμενων φωνητικών masterclasses του Orbison (“Running Scared”, “Crying”, “In Dreams”, “Falling”, “It's Over”), το τραγούδι του Orbison στο Lonely And Blue ήταν ως επί το πλείστον σχετικά συγκρατημένο. Ωστόσο, το άλμπουμ δεν ήταν χωρίς μερικά ελαττώματα. Το "Come Back To Me (My Love)", ακόμα κι αν ο εταιρειάρχης Fred Foster το λάτρεψε, έδειξε ότι το επίπεδο έπεφτε όταν αυξανόντανε η αίσθηση της αυτολύπησης στα τραγούδια του Orbison. Τότε η ερμηνεία του μπορούσε να γλιστρήσει σε μίζερη μελαγχολία. Ευτυχώς, αυτό ήταν το μόνο χαμηλό σημείο του άλμπουμ. Αν και το άλμπουμ δεν μπήκε στα charts των ΗΠΑ, έφτασε στο Νο. 14 στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ο βρετανικός έρωτας με τον Orbison ήταν σε πλήρη εξέλιξη.
Μολαταύτα, το Lonely And Blue,παρόλες τις καινοτόμες προσεγγίσεις του στην ουσία και την εικόνα ενός ποπ καλλιτέχνη, συγχρόνως κατέδειξε την ενδόμυχη επιθυμία του Orbison (την οποία γενικά μοιράζεται με τη γενιά του rock 'n' roll της δεκαετίας του '50) να κλειδωθεί και να περιοριστεί σταθερά σε αυτή τη συγκεκριμένη εικόνα. Γνωρίζοντας εκ των υστέρων τι θα ερχόταν ύστερα από έναν μόλις χρόνο από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, καθίσταται αναπόφευκτη η σύγκριση με το ντεμπούτο των Beatles.
Και εδώ είναι η μεγάλη διαφορά μεταξύ του Lonely And Blue και του Please Please Me: ο Roy Orbison θα παρέμενε απλώς ο υπέροχος Roy Orbison, ενώ οι Beatles θα γίνονταν το πιο συγκρότημα-σύμβολο της νέας εποχής. Σε γενικές γραμμές, το Lonely And Blue είναι ένα «κλειστό σύστημα». Σου δίνει μια αυτοσυντηρούμενη, ολοκληρωμένη καλλιτεχνική απεικόνιση στην οποία, στο μέλλον, θα προστίθεντο πολλές νέες λεπτομέρειες και βελτιώσεις που ενισχύουν το βάθος, αλλά η ουσία δεν θα άλλαζε ποτέ πραγματικά. Αυτός είναι ο Roy Orbison, σε τέτοιο βαθμό που θα ξέρεις πάντα τι να περιμένεις από αυτόν: όμορφη, εκλεπτυσμένη, μελαγχολική, ποπ μουσική με συντετριμμένη καρδιά, με αυτή την υπέροχα γλυκιά Φωνή στην κορυφή.
* Σημειώσεις:
(1) Peter Guralnick - Colin Escott, The Birth of Rock 'n' Roll: The Illustrated Story of Sun Records and the 70 Recordings That Changed the World (Omnibus, 2022, σελ. 112)
(2) Roy Orbison, The Authorized Roy Orbison (Little, Brown & Company, 2017, σελ. 66)
(3) Colin Escott, Good Rockin' Tonight: Sun Records and the Birth of Rock 'N' Roll ( St. Martin's Griffin, 1992, σελ. 96)
(4) Colin Escott, Good Rockin' Tonight: Sun Records and the Birth of Rock 'N' Roll ( St. Martin's Griffin, 1992, σελ. 98)
(5) Roy Orbison, The Authorized Roy Orbison (Little, Brown & Company, 2017, σελ. 122)
(6) Roy Orbison, The Authorized Roy Orbison (Little, Brown & Company, 2017, σελ. 131)






