The Cure

Την Πέμπτη το Primavera Sound βρέθηκε αντιμέτωπο με καταιγίδες και ακυρώσεις. Μαζί ήρθε και εκείνη η πικρή αίσθηση ότι συχνά η πραγματικότητα έχει πάντα τον τελευταίο λόγο. Σκηνές έκλεισαν, προγράμματα ανατράπηκαν, οι Massive Attack ματαίωσαν το μεγαλόπνοο σχέδιο τους να μετατρέψουν το Primavera σε μια ακόμη οπτικοακουστική δήλωση πολιτικής και αισθητικής έντασης και στο τέλος χιλιάδες άνθρωποι έμειναν να κοιτάνε τον ουρανό της Βαρκελώνης προσπαθώντας να καταλάβουν αν το φεστιβάλ θα συνέχιζε να είναι φεστιβάλ.

Μία ημέρα αργότερα, οι Cure ανέβηκαν στη σκηνή του Primavera και έπαιξαν για δυόμισι ώρες. Και σαν θαύμα συνέβη αυτό αυτό που έπρεπε να συμβεί.

Το συγκρότημα του Robert Smith άνοιξε με το "Alone" από το τελευταίο τους άλμπουμ Songs Of A Lost World και έκλεισε το βασικό του σετ με το "Endsong". Ανάμεσα σε αυτά τα δύο τραγούδια απλώθηκε σχεδόν μισός αιώνας μουσικής ιστορίας. Το "Pictures Of You" συνάντησε το "A Forest". Το "Lovesong" βρέθηκε δίπλα στο "Fascination Street". Το "Just Like Heaven" περπάτησε παρέα με το "Push". Σπάνια κομμάτια όπως το "Mint Car", που είχε να ακουστεί ζωντανά σχεδόν δέκα χρόνια, εμφανίστηκαν ξανά από το πουθενά, σαν παλιά φαντάσματα ενός μυστικού ρεπερτορίου που αποφάσισαν να έρθουν στη ζωή για μία νύχτα.

Και έπειτα ήρθε το encore. Με εννέα τραγούδια. Σαν να λέμε δηλαδή εννέα υπενθυμίσεις ότι οι Cure υπήρξαν ταυτόχρονα η πιο μελαγχολική και η πιο απροσδόκητα χαρούμενη μπάντα της γενιάς τους. "Lullaby", "The Lovecats", "Friday I'm In Love", "Close To Me", "Why Can't I Be You?", "Boys Don't Cry". Το συγκρότημα που κάποτε έγραφε τραγούδια για την αποξένωση και τον υπαρξιακό τρόμο, σήμερα καταφέρνει να μετατρέπει δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους σε μια κοινότητα που τραγουδάνε όλοι μαζί. Αυτό όμως δεν είναι το πιο εντυπωσιακό. Η πιο εντυπωσιακή αλήθεια σε όλο αυτό είναι ότι το 2026 οι Cure δεν λειτουργούν σαν ένα συγκρότημα που απλά συντηρεί τον θρύλο του (και τα λογιστικά του). Λειτουργούν σαν μια μπάντα που εξακολουθεί να έχει μέλλον.

Το τελευταίο τους άλμπουμ Songs Of A Lost World δεν ήρθε ποτέ σαν ένα τίμιο αποχαιρετιστήριο άλμπουμ από βετεράνους που κοιτάνε πίσω στο παρελθόν τους και αναμασούν τα πάντα σε ένα μεγαλοδύναμο (και αισθητικά άρτιο) ποτ-πουρί της καριέρας τους, αλλά ένας δίσκος που κοιτάζει κατάματα τον χρόνο, τη φθορά και τον θάνατο. Και ο Robert Smith το έχει δηλώσει επανειλημμένα ότι ακολουθούν κι άλλα. Ένα δεύτερο νέο άλμπουμ είναι σχεδόν ολοκληρωμένο. Ίσως και ένα τρίτο. Άρα μιλάμε για μπάντα που πλησιάζει τα πενήντα της χρόνια και εξακολουθεί να μιλά για το επόμενο κεφάλαιο αντί για το τελευταίο.

Και εδώ στεκόμαστε απέναντι στο μεγαλύτερο (ίσως) κατόρθωμα των Cure. Το ξέρουν ότι δεν νίκησαν τον χρόνο, κανένας δεν μπορεί άλλωστε. Απλά, αρνούνται πεισματικά να μετατραπούν σε μια όμορφη ανάμνηση. Και γι' αυτό η επερχόμενη συναυλία τους στο φετινό Ejekt Festival μοιάζει ήδη με κάτι μεγαλύτερο από μία ακόμη μεγάλη καλοκαιρινή εμφάνιση. Γιατί οι περισσότεροι από όλους αυτούς που κουβαλούν μια ιστορία σχεδόν πέντε δεκαετιών ανεβαίνουν στη σκηνή για να μας θυμίσουν ποιοι υπήρξαν. Οι Cure ανεβαίνουν στη σκηνή για να μας αποδείξουν ότι εξακολουθούν να είναι εδώ. Και αυτό, στην εποχή της γρήγορης λήθης, είναι σχεδόν μια γενναία πράξη αντίστασης.

Το τέλος των Easy Cure

Όπως συμβαίνει συχνά με τις ιστορίες που αργότερα αποκτούν μυθικές διαστάσεις, το ξεκίνημα των Cure ήταν σχεδόν αστείο, τουλάχιστον μέσα στην απλότητά του, έτσι όπως το έχει περιγράψει ο Lol Tolhurst στο βιβλίο του Cured: The Tale of Two Imaginary Boys (Da Capo Press).

Τον Μάιο του 1977, σε μια Αγγλία που έβραζε από το punk και τις κοινωνικές εντάσεις, μια παρέα δεκαοχτάχρονων από το Crawley βρήκε ξαφνικά μια ευκαιρία να παίξει μπροστά σε αληθινό κόσμο. Ένα άλλο συγκρότημα ακύρωσε την εμφάνισή του στο Rocket, μια μικρή παμπ στο Sussex, και ο Lol Tolhurst πήρε τηλέφωνο και μίλησε με τον ιδιοκτήτη της, Robert. Aυτή η νέα μπάντα δεν είχε καμία ιστορία. Δεν είχε κοινό. Και το πιο βασικό, δεν είχε ακόμα σταθερό όνομα.

Λίγο νωρίτερα είχαν αποφασίσει να εγκαταλείψουν το όνομα Malice μετά από μια αποτυχημένη εμφάνιση. Μη μπορώντας να συμφωνήσουν σε νέο όνομα, έκοψαν τους στίχους από παλιά τους τραγούδια, τους έβαλαν μέσα σε ένα καπέλο και τράβηξαν έναν στην τύχη. Το χαρτάκι έγραφε "Easy Cure". Λίγους μήνες αργότερα το "Easy" θα εξαφανιζόταν και θα έμενε μόνο το πιο κοφτό, πιο σύγχρονο και πιο απειλητικό The Cure.

Βέβαια, η ιστορία απέδειξε πως το όνομα ήταν το λιγότερο σημαντικό από όσα συνέβαιναν εκείνη την περίοδο. Για έναν χρόνο περίπου, οι νεαροί μουσικοί έγιναν σχεδόν η μόνιμη μπάντα του Rocket, έπαιζαν διασκευές για τους θαμώνες της παμπ, πείραζαν τραγούδια των Jethro Tull ώστε να ακούγονται πιο punk, δοκίμαζαν δικές τους συνθέσεις και μάθαιναν το πιο δύσκολο μάθημα για κάθε συγκρότημα: πώς να λειτουργούν σαν ένα σώμα. Πάνω σε εκείνη τη μικρή σκηνή έμαθαν να επικοινωνούν χωρίς λόγια. Να διαβάζουν ο ένας τον άλλον με βλέμματα και νοήματα. Να κρατούν την ένταση ζωντανή, να καταλαβαίνουν πότε ένα τραγούδι απογειώνεται και πότε καταρρέει. Όλα όσα αργότερα θα έκαναν τους Cure μία από τις σπουδαιότερες live μπάντες της εποχής τους γεννήθηκαν σε εκείνη την ασήμαντη γωνιά μιας επαρχιακής παμπ.

Κάποια στιγμή, το φθινόπωρο του 1977, ο τραγουδιστής Peter O'Toole ανακοίνωσε ότι αποχωρεί από το συγκρότημα για να φύγει σε κιμπούτς στο Ισραήλ. Kι ενώ εκείνη η στιγμή φαινόταν σαν μια μεγάλη αναποδιά για ένα συγκρότημα που προσπαθεί να σταθεί στα πόδια του, στην πραγματικότητα ήταν η στιγμή που άλλαξε τα πάντα. Ο Robert Smith, μέχρι τότε κυρίως κιθαρίστας, αποφάσισε να αναλάβει και τα φωνητικά. Ο Lol Tolhurst θυμάται αυτή την απόφαση ως μία από τις πιο γενναίες πράξεις που έχει δει ποτέ. Γιατί ο Smith μπροστά για να εκφράσει έναν εσωτερικό κόσμο που ήδη υπήρχε μέσα του και ζητούσε διέξοδο. Αργότερα θα γινόταν η φωνή της αποξένωσης, του έρωτα, της απώλειας και της υπαρξιακής αγωνίας για εκατομμύρια ανθρώπους. Τότε όμως ήταν απλώς ένας ντροπαλός έφηβος που άφηνε την ασφάλεια της κιθάρας για να σταθεί στο κέντρο της σκηνής.

Ο ίδιος ο Tolhurst υποστηρίζει πως ο Robert Smith είχε από νωρίς μια παράξενη οικειότητα με το σκοτάδι. Όχι με τη θεατρική ή αισθητική εκδοχή του, αλλά με εκείνα τα δύσκολα ερωτήματα που όλοι κάποια στιγμή αντικρίζουμε και οι περισσότεροι προσπαθούμε να αποφύγουμε. Η διαφορά είναι ότι ο Smith αποφάσισε να τα μετατρέψει σε τραγούδια. Και κάπως έτσι, μέσα σε μια μουντή παμπ του Sussex, χωρίς κανείς να το αντιλαμβάνεται, γεννήθηκε όχι μόνο μια μπάντα, αλλά μια ολόκληρη κοσμοθεωρία. Και η ιστορία λέει πως το Rocket δεν ήταν το μέρος που γεννήθηκαν οι Cure, ήταν το μέρος που έμαθαν να υπάρχουν.

Τρεις δίσκοι και μια άβυσσος

Μέχρι το 1980 οι Cure είχαν ήδη αφήσει πίσω τους την ακατέργαστη ενέργεια των πρώτων χρόνων. Ο Robert Smith έμοιαζε να απομακρύνεται ολοένα και περισσότερο από το punk που κυριαρχούσε γύρω του και να ψάχνει κάτι διαφορετικό, κάτι πιο εσωτερικό. Και πιο αργό και πιο ανησυχητικό.

Το πρώτο βήμα ήταν το Seventeen Seconds. Ένας δίσκος βουτηγμένος στην ομίχλη του εξωφύλλου του. Σαν ένας άνθρωπος που περπατά μόνος σε έναν δρόμο τα ξημερώματα χωρίς να ξέρει ακριβώς πού πηγαίνει. Οι κιθάρες έγιναν πιο λιτές, τα κενά ανάμεσα στις νότες απέκτησαν σημασία και το "A Forest" εμφανίστηκε σαν μια δήλωση προθέσεων. Ήταν το πρώτο single των Cure που άνοιξε μια πόρτα σε έναν κόσμο που μέχρι τότε δεν υπήρχε.

Έναν χρόνο αργότερα ήρθε το Faith. Ένας δίσκος βυθισμένος στη σιωπή, στην απώλεια και στην αίσθηση ότι όλες οι βεβαιότητες αρχίζουν να διαλύονται. Δεν υπήρχε σχεδόν τίποτα θριαμβευτικό εδώ. Μόνο γκρίζοι ουρανοί, αργοί ρυθμοί και η αίσθηση πως ο κόσμος απομακρύνεται λίγο περισσότερο με κάθε τραγούδι.

Και ύστερα ήρθε το Pornography. Το σημείο μηδέν. Χαρακτηριστικά να θυμηθούμε πως ο δίσκος ανοίγει με τη φράση: «It doesn't matter if we all die». Λίγες μπάντες είχαν το θράσος να ξεκινήσουν έναν δίσκο έτσι. Ακόμη λιγότερες θα μπορούσαν να υποστηρίξουν το βάρος αυτής της πρότασης για σαράντα σχεδόν λεπτά μουσικής. Οι ηχογραφήσεις έγιναν μέσα σε ένα κλίμα εξάντλησης, συγκρούσεων, αλκοόλ και ψυχολογικής πίεσης. Οι σχέσεις μέσα στο συγκρότημα βρίσκονταν στο χειρότερο σημείο τους. Ο ίδιος ο Smith αργότερα θα παραδεχόταν ότι βρισκόταν σε μια από τις πιο σκοτεινές περιόδους της ζωής του. Και όμως, μέσα από αυτή τη διάλυση γεννήθηκε ένα διαχρονικό αριστούργημα, γιατί είναι ένας δίσκος που κάθεται απέναντι από το χάος και αρνείται πεισματικά να χαμηλώσει το βλέμμα.

Αυτός είναι και ο λόγος που η συγκεκριμένη τριλογία συνεχίζει να ασκεί τέτοια γοητεία δεκαετίες αργότερα. Δεν πρόκειται απλώς για τρεις σημαντικούς δίσκους της post-punk εποχής. Πρόκειται για το χρονικό μιας μπάντας που τόλμησε να εξερευνήσει περιοχές όπου οι περισσότεροι καλλιτέχνες φοβούνται να πλησιάσουν. Ο Ian Curtis δεν πρόλαβε να συνεχίσει τη διαδρομή του. Πολλοί άλλοι χάθηκαν μέσα στους δικούς τους δαίμονες. Ο Robert Smith κατάφερε να επιστρέψει από εκεί. Γι' αυτό οι δίσκοι αυτοί εξακολουθούν να ακούγονται τόσο ζωντανοί. Δεν είναι σκοτεινοί επειδή το απαιτούσε η αισθητική της εποχής. Είναι σκοτεινοί επειδή γεννήθηκαν από πραγματικές υπαρξιακές αγωνίες.

Αλλά εδώ η μεγαλύτερη ειρωνεία είναι ότι αυτή η κατάβαση στην άβυσσο δεν "χάλασε" τους Cure. Τους δημιούργησε.

Εκεί που το σκοτάδι συνάντησε τον κόσμο

Το παράδοξο στην ιστορία των Cure είναι ότι έγιναν πραγματικά τεράστιοι τη στιγμή ακριβώς που έπαψαν να ενδιαφέρονται να γίνουν. Μετά τα πολύχρωμα διαλείμματα του The TopThe Head on the Door και του Kiss Me, Kiss Me, Kiss Me, ο Robert Smith πλησίαζε τα τριάντα και ένιωθε ότι το συγκρότημα απομακρυνόταν από αυτό που πραγματικά ήθελε να εκφράσει. Η δισκογραφική περίμενε περισσότερα singles σαν τα "Just Like Heaven" και "Why Can't I Be You?". Ο Smith είχε άλλα σχέδια.

Το 1989 κυκλοφόρησε το Disintegration. Έναν δίσκο που έμοιαζε σχεδόν με επαγγελματική αυτοκτονία για τα δεδομένα της εποχής. Μακροσκελή τραγούδια. Αργοί ρυθμοί. Πυκνές ενορχηστρώσεις. Συναισθηματική έκθεση χωρίς κανένα δίχτυ ασφαλείας. Ένα έργο χτισμένο πάνω στη φθορά του χρόνου, τη μνήμη, τον έρωτα και την απώλεια. Εκείνξη την εποχή κανένας δεν περίμενε ότι θα γινόταν τεράστια επιτυχία. Κι όμως, έγινε.

Το "Pictures Of You", το "Lovesong", το "Lullaby" και το "Fascination Street" πέρασαν στο συλλογικό υποσυνείδητο μιας ολόκληρης γενιάς. Το συγκρότημα που κάποτε έπαιζε μπροστά σε θαμώνες μιας παμπ στο Sussex βρέθηκε ξαφνικά να γεμίζει αρένες και στάδια σε ολόκληρο τον κόσμο. Αλλά το σημαντικότερο ήταν κάτι άλλο. Το Disintegration απέδειξε ότι η μελαγχολία μπορούσε να γίνει μαζική κουλτούρα χωρίς να χάσει την αξιοπρέπειά της. Μέχρι τότε η ποπ βιομηχανία αντιμετώπιζε συχνά το σκοτάδι σαν περιθωριακή υπόθεση. Οι Cure απέδειξαν ότι εκατομμύρια άνθρωποι ήταν πρόθυμοι να ακούσουν τραγούδια για τον φόβο της απώλειας, για τις μνήμες που δεν σβήνουν ποτέ και για τις σχέσεις που επιβιώνουν μόνο μέσα στο μυαλό μας. Δεν είναι τυχαίο ότι τόσοι διαφορετικοί καλλιτέχνες, από τη shoegaze μέχρι την alternative rock και από την ηλεκτρονική μουσική μέχρι την emo σκηνή, συνεχίζουν να επιστρέφουν σε αυτόν τον δίσκο σαν να πρόκειται για κάποιον μυστικό χάρτη.

Με το Disintegration ο Robert Smith κατάφερε κάτι εξαιρετικά σπάνιο: να μετατρέψει τις πιο προσωπικές του φοβίες σε μια παγκόσμια εμπειρία. Και όταν η δεκαετία του '90 ξεκίνησε, οι Cure δεν ήταν πλέον μια σπουδαία βρετανική μπάντα, αλλά ένας σταθερός θεσμός.  Το Wish του 1992, με τραγούδια όπως το "Friday I'm In Love" και το "High", θα τους έφερνε ακόμη πιο βαθιά στο mainstream. Τα φεστιβάλ, οι αρένες και το MTV θα τους υιοθετούσαν πλήρως. Όμως τίποτα από αυτά δεν θα είχε συμβεί χωρίς εκείνη την παράξενη απόφαση του 1989. Να κυκλοφορήσουν έναν δίσκο γεμάτο σύννεφα, φαντάσματα, μνήμη, μελαγχολία και θλίψη. Και να ανακαλύψουν ότι ολόκληρος ο κόσμος περίμενε ήδη μέσα σε αυτόν.

Η παγίδα της νοσταλγίας που δεν τους κατάπιε ποτέ

Κάπου εδώ γεννιέται ίσως το πιο ενδιαφέρον ερώτημα γύρω από τους Cure: πώς γίνεται ένα συγκρότημα που πλησιάζει τα πενήντα χρόνια ζωής να εξακολουθεί να ακούγεται και να μοιάζει σύγχρονο, όταν τόσοι συνοδοιπόροι του έχουν μετατραπεί σε καλοδιατηρημένα αξιοθέατα μιας άλλης εποχής; Ίσως επειδή οι Cure δεν προσπάθησαν ποτέ να γίνουν κάτι περισσότερο από αυτό που ήταν, ούτε ο Robert Smith έδειξε ποτέ ιδιαίτερο ενδιαφέρον να φορέσει το κοστούμι του θρύλου ή του πολιτιστικού μνημείου. Την ώρα που πολλά συγκροτήματα παγιδεύτηκαν στην πιο επιτυχημένη εκδοχή του εαυτού τους και κατέληξαν να αναπαριστούν ξανά και ξανά το παρελθόν τους, οι Cure συνέχισαν να μεταμορφώνονται, περνώντας από το παγωμένο σκοτάδι του Pornography στην ονειρική μεγαλοπρέπεια του Disintegration, από την εκκεντρική ποπ του The Head on the Door στην ώριμη μελαγχολία του Songs of a Lost World, χωρίς ποτέ να εγκλωβιστούν σε μία μόνο ταυτότητα.

Και ίσως γι' αυτό οι νεότερες γενιές εξακολουθούν να τους ανακαλύπτουν, γιατί τα τραγούδια τους δεν αφορούσαν ποτέ πραγματικά το post-punk, το gothic rock ή τη δεκαετία του '80, αλλά πράγματα πολύ πιο ανθεκτικά από οποιαδήποτε μουσική σκηνή: τον φόβο της απώλειας, την ανάγκη για αγάπη, τη μνήμη που επιμένει να επιστρέφει και την παράξενη επίγνωση ότι ο χρόνος περνά πιο γρήγορα απ' όσο είχαμε υπολογίσει. Έτσι, στις συναυλίες τους σήμερα συναντά κανείς ανθρώπους που αγόρασαν το Seventeen Seconds όταν κυκλοφόρησε δίπλα σε ανθρώπους που ανακάλυψαν το "Pictures of You" μέσα από μια playlist πριν από λίγους μήνες, και όμως όλοι τραγουδούν τους ίδιους στίχους σαν να γράφτηκαν χθες. Γιατί η νοσταλγία αφορά συνήθως το παρελθόν, ενώ οι Cure, όσο παράδοξο κι αν ακούγεται, αφορούσαν πάντα το παρόν. Ακόμη και όταν τραγουδούσαν για αναμνήσεις ή για απώλειες, μιλούσαν για το πώς αυτές συνεχίζουν να μένουν μέσα μας τώρα. Μπορεί να είναι αυτό το μυστικό της αντοχής τους: ενώ οι περισσότεροι καλλιτέχνες προσπαθούν να σταματήσουν τον χρόνο, οι Cure πέρασαν σχεδόν πέντε δεκαετίες κοιτάζοντάς τον εμμονικά να περνάει από μπροστά τους.

Η σχέση των Cure με τις νεότερες γενιές

Προσωπικά θεωρώ ότι ένα από τα πιο παράξενα κατορθώματα των Cure είναι ότι κατάφεραν να παραμείνουν επίκαιροι χωρίς ποτέ να κυνηγήσουν την επικαιρότητα. Δεν άλλαξαν τον ήχο τους για να χωρέσουν στα streaming charts, δεν προσπάθησαν να μιλήσουν τη γλώσσα των social media και δεν επιχείρησαν να επανασυστήσουν τον εαυτό τους σε ένα νεανικό κοινό μέσα από στρατηγικές μάρκετινγκ. Κι όμως, κάτω από τη σκηνή τους σήμερα βρίσκονται άνθρωποι που θα μπορούσαν να είναι εγγόνια των πρώτων ακροατών τους. Η εξήγηση ίσως βρίσκεται στο γεγονός ότι κάθε νέα γενιά συναντά τους Cure με τον δικό της τρόπο. Κάποτε μέσα από δανεικές κασέτες και βινύλια, αργότερα από CD και μουσικά περιοδικά, σήμερα μέσα από playlists, αλγόριθμους, βίντεο στο TikTok ή soundtracks τηλεοπτικών σειρών. Γιατί το μέσο μπορεί να αλλάζει, αλλά η εμπειρία παραμένει αναγνωρίσιμη. Όταν είσαι δεκαέξι, είκοσι ή είκοσι πέντε χρονών και ακούς για πρώτη φορά το "Charlotte Sometimes", το "A Forest" ή το "Cold", τα τραγούδια αυτά δεν κουβαλούν το βάρος της ιστορίας τους. Δεν τα ακούς ως κλασικά τραγούδια. Τα ακούς σαν να γράφτηκαν μόνο για εσένα. Αυτό ακριβώς είναι που διαφοροποιεί τους Cure από τόσες άλλες ιστορικές μπάντες.

Η μουσική τους δεν απαιτεί από τον ακροατή να γνωρίζει το παρελθόν της για να λειτουργήσει. Δεν χρειάζεται να ξέρεις τι ήταν το post-punk, να έχεις διαβάσει μουσικές εγκυκλοπαίδειες ή να νοσταλγείς τη δεκαετία του '80. Αρκεί να έχεις ερωτευτεί, να έχεις χάσει κάποιον, να έχεις νιώσει μόνος μέσα σε ένα δωμάτιο γεμάτο κόσμο ή να έχεις κοιτάξει κάποτε το ταβάνι μέσα στη νύχτα και να αναρωτιέσαι πού ακριβώς πηγαίνουν όλα αυτά. Γι' αυτό και οι Cure επιβιώνουν, όχι σαν κληρονομιά μιας εποχής, αλλά επειδή εξακολουθούν να προσφέρουν κάτι που σπανίζει ολοένα και περισσότερο: έναν χώρο όπου η ευαισθησία, η αβεβαιότητα, η θλίψη και η ομορφιά μπορούν να συνυπάρξουν χωρίς να χρειάζεται να δικαιολογήσουν την ύπαρξή τους.

Η σχεδόν μυθική φιγούρα του Robert Smith

Ο Robert Smith είναι ένα σχεδόν μυθικό πρόσωπο που δεν έχασε ποτέ την ανθρώπινη διάστασή του. Η φιγούρα του, τα ανακατεμένα μαλλιά, το μουτζουρωμένο κραγιόν, το βλέμμα που μοιάζει ταυτόχρονα ειρωνικό και θλιμμένο, είναι σήμερα αναγνωρίσιμη πολύ πέρα από τα όρια της μουσικής. Έχει γίνει μια πολιτισμική εικόνα, ένα αρχέτυπο σχεδόν, που μπορεί να αναγνωρίσει ακόμη και κάποιος που δεν έχει ακούσει ποτέ έναν ολόκληρο δίσκο των Cure. Και το πιο κουφό είναι πως ο ίδιος πέρασε σχεδόν όλη του τη ζωή προσπαθώντας να αποφύγει τον ρόλο του ροκ σταρ. Δεν υπήρξε ποτέ ο αλαζόνας ηγέτης μιας αρένας, ούτε ο καταστροφικός ήρωας που τρεφόταν από τον μύθο του. Αντιθέτως, συχνά έμοιαζε άβολα ειλικρινής, πρόθυμος να σαρκάσει τον εαυτό του, να αμφισβητήσει τις αποφάσεις του και να μιλήσει ανοιχτά για τους φόβους, τις ανασφάλειες και τις εμμονές του. Ίσως γι' αυτό τόσοι άνθρωποι είδαν πάνω του κάτι περισσότερο από έναν μουσικό. Για πολλούς υπήρξε η απόδειξη ότι η ευαλωτότητα δεν είναι αδυναμία, ότι η μελαγχολία δεν χρειάζεται να μεταμφιεστεί σε κυνισμό και ότι μπορείς να σταθείς στο κέντρο μιας τεράστιας σκηνής χωρίς να υποδυθείς κάποιον άλλον. Ενώ η pop κουλτούρα συχνά επιβραβεύει τη βεβαιότητα, ο Robert Smith έχτισε ολόκληρη την καριέρα του πάνω στην αμφιβολία. Oι άλλοι τραγουδούσαν και έδιναν απαντήσεις, εκείνος τραγουδούσε για ερωτήματα. Μεγάλα ερωτήματα, συχνά. Και ίσως αυτός να είναι ο λόγος που η μορφή του συνεχίζει να ασκεί τέτοια γοητεία σχεδόν πέντε δεκαετίες μετά. Όχι επειδή αντιπροσωπεύει κάτι υπεράνθρωπο, αλλά επειδή πίσω από τον μύθο παραμένει πάντα ο ίδιος άνθρωπος που κοιτάζει τον κόσμο με απορία, σαν να προσπαθεί ακόμη να καταλάβει τι ακριβώς συμβαίνει γύρω του. Και αυτό, σε εποχή που η εικόνα κατασκευάζεται με χειρουργική ακρίβεια, τον κάνει μια πολύ σπάνια περίπτωση: ένας μύθος που γεννήθηκε όχι από την τελειότητα, αλλά από την επίμονη άρνησή του να κρύψει τις ρωγμές του.

Οι τελευταίοι μεγάλοι ρομαντικοί της αρένας

Αν υπάρχει ένα τελευταίο ερώτημα που αξίζει να απαντηθεί, είναι γιατί μια συναυλία των Cure το 2026 εξακολουθεί να μοιάζει με γεγονός και όχι απλώς με μια ακόμη στάση μιας μεγάλης επετειακής περιοδείας. Η εύκολη απάντηση θα ήταν να μιλήσουμε για τα τραγούδια, για τη σπουδαία δισκογραφία ή για τη βαρύτητα του ονόματός τους. Η πραγματική απάντηση όμως βρίσκεται αλλού. Βρίσκεται στο γεγονός ότι οι Cure δεν ανεβαίνουν στη σκηνή ως ένα συγκρότημα που διαχειρίζεται την κληρονομιά του, αλλά ως μια μπάντα που εξακολουθεί να βρίσκεται σε δημιουργική κίνηση. Το απέδειξαν με το Songs Of A Lost World, έναν δίσκο που ήρθε έπειτα από δεκαέξι χρόνια σιωπής και κατάφερε να σταθεί ισάξια δίπλα σε μερικά από τα σημαντικότερα έργα της καριέρας τους, ενώ ο ίδιος ο Robert Smith συνεχίζει να μιλά για νέο υλικό, νέους δίσκους και τα σχέδια που οδηγούν προς την επέτειο των πενήντα χρόνων του συγκροτήματος το 2028.

Η πρόσφατη εμφάνισή τους στο Primavera της Βαρκελώνης λειτούργησε ως η καλύτερη υπενθύμιση. Δυόμισι ώρες στη σκηνή, ένα σετ που διέσχισε σχεδόν ολόκληρη τη διαδρομή τους, από το "A Forest" και το "Play For Today" μέχρι το "Endsong", με σπάνιες επιλογές που είχαν χρόνια να ακουστούν ζωντανά, αλλά και ένα encore γεμάτο τραγούδια που έχουν πλέον περάσει στο συλλογικό ασυνείδητο της pop κουλτούρας. Δεν ήταν η εμφάνιση ενός συγκροτήματος που επαναλαμβάνει μηχανικά τις επιτυχίες του. Ήταν η εμφάνιση μιας μπάντας που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει το παρελθόν της ως ζωντανό υλικό και όχι ως έκθεμα του rock 'n' roll μουσείου.

Γι' αυτό και η επιστροφή τους στην Αθήνα, στις 15 Ιουλίου στο Ejekt Festival, έχει μια βαρύτητα που ξεπερνά και την πιο απλή ή αθώα νοσταλγία. Επτά χρόνια μετά την τελευταία τους εμφάνιση μπροστά σε περισσότερους από 30.000 θεατές, οι Cure επιστρέφουν σαν ένα συγκρότημα που εξακολουθεί να γράφει το επόμενο κεφάλαιο της ιστορίας του. Και ίσως αυτό να είναι και το πραγματικό προνόμιο όσων θα βρεθούν εκείνο το βράδυ στο ΟΑΚΑ. Όχι απλώς να ακούσουν ξανά το "Pictures Of You", το "Lovesong", το "A Forest" ή το "Just Like Heaven", αλλά να δουν από κοντά μία από τις ελάχιστες μπάντες στην ιστορία της σύγχρονης μουσικής που κατάφερε να επιβιώσει από όλες τις εποχές της χωρίς να προδώσει καμία από αυτές. Γιατί οι Cure δεν είναι πλέον απλώς ένα σπουδαίο συγκρότημα. Είναι μια σπάνια υπενθύμιση ότι η καλλιτεχνική διάρκεια δεν έχει να κάνει με την επιβίωση, αλλά με τη διαρκή ικανότητα να παραμένεις ουσιαστικός. Έτσι οι Cure δεν νίκησαν τον χρόνο, απλώς αρνήθηκαν να του παραδοθούν.

 

 

 

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

A post shared by The Cure (@thecure)

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured