Υπάρχει ένα σημείο στην ιστορία όπου το punk σταματάει να είναι «ιδεολογία» και γίνεται «σπασμωδική κίνηση». Ούτε DIY μανιφέστο. Ούτε πρόγραμμα αντίδρασης. Μόνο ένστικτο. Ένα ωμό «τώρα!» που σε σπρώχνει στο mosh pit πριν προλάβεις να το καταλάβεις. Το πρώτο μεγάλο πέρασμα στην αλλαγή του punk γίνεται όταν το αρχικό σοκ (Sex Pistols, Clash, Damned, Stranglers κ.λπ.) αρχίζει να παγώνει σε στάση και το πράγμα σπρώχνεται προς τα άκρα: πιο γρήγορα, πιο κοφτά, περισσότερο κάτι σαν «δεν έχω χρόνο να σου εξηγώ τώρα». Και κάπου ανάμεσα στο ’79 και στο ’81 το punk σταματά να γράφεται σαν προκήρυξη και αρχίζει να λειτουργεί σαν αντανακλαστικό στη σκηνή. Δεν “πειθαρχεί” σε καμία ιδέα, και μάλλον τρέχει να σωθεί, όπου βρει διέξοδο. Με την άνοδο του hardcore (ιδίως σε ΗΠΑ, αλλά και στην Αγγλία και την υπόλοιπη Ευρώπη), το punk έγινε ακόμη πιο μικρό σε διάρκεια, πάτησε γκάζι για ακόμα πιο ψηλά BPM, απέκτησε περισσότερη ωμή ένταση, με λιγότερο ρομαντισμό και λιγότερη «πολιτισμική σκηνοθεσία». Οι παραμάνες χάθηκαν, τα δερμάτινα έμειναν κρεμασμένα σαν παλιό κοστούμι σε ντουλάπα, και στη θέση τους ήρθαν τα λευκά t-shirts, τα φθαρμένα sneakers και οι ιδρωμένες αίθουσες όπου δεν «έλεγες» πια κάτι, αλλά το ούρλιαζες. Δεν υπήρχε χρόνος για πόζα. Το pit έγινε το σημείο συνάντησης, ο ρυθμός έγινε το νέο επιχείρημα, και η πολιτική (όταν υπήρχε) δεν εμφανιζόταν σαν σημαία, αλλά σαν μια σφιγμένη γροθιά που δεν ήξερε καν σε ποιον στεκόταν απέναντι.
Και κάπου εκεί το punk πέρασε από το «δεν πιστεύω σε τίποτα» και έγινε ένα «αντανακλαστικό»: όχι, φυσικά, σαν κάποιο ιδανικό ή ιδέα που την υπερασπίζεσαι, αλλά σαν μια κίνηση που σε βοηθάει να ξεπεράσεις τη μίζερη ζωή γύρω σου.
Από το 1982 μέχρι το 1984, το punk διαλύθηκε σε αμέτρητες σκηνές (και κάθε ιδεολογία έχασε το μονοπώλιό της. Λίγο πιο μετά ήρθε το μοίρασμα: post-punk, anarcho, oi!, hardcore, noise, indie… Κι έτσι το punk έπαψε να είναι "ένα πράγμα" που το ορίζεις ιδεολογικά. Έγινε μια μεθοδολογία με όρους όπως DIY, ταχύτητα, ένστικτο, άρνηση κύρους και των πάντων. Ωστόσο, μέχρι τότε παρέμεινε ένας καλός τρόπος να αναπνέεις όταν πνίγεσαι.

Από το 1991 μέχρι το 1994 και με την εμπορευματοποίηση του punk/alternative να περνάει σε άλλη κλίμακα αγοράς (MTV εποχή κ.λπ.), πολλοί ένιωσαν ότι το "ιδεολογικό" κομμάτι έγινε branding: ένα πακέτο έτοιμο για κατανάλωση, σαν το t-shirt που αγοράζεις για να δηλώσεις κάτι χωρίς να χρειαστεί να το ακούσεις, να το αγαπήσεις, να το ζήσεις. Οι όποιες λέξεις που κάποτε έσκαγαν σαν φλεγόμενα μπουκάλια στον δρόμο έγιναν slogans σε τηλεοπτικά σποτ, η λέξη «riot» έγινε αισθητικό φίλτρο, και το «alternative» έγινε ένα δημοφιλές ράφι στα δισκάδικα, μέχρι που ήρθε η στιγμή, και το «riot» κέρδισε μέχρι και τον δικό του εμπορικό χορηγό.
Κι έτσι η "σπασμωδική κίνηση" (αυτό το ατόφιο αντανακλαστικό που δεν χωράει σε κανένα pitch) μετακόμισε πάλι σε υπόγεια, σε μικρά labels, στο cassette culture και στα zines, σε συναυλίες που δεν τις έβρισκες από αλγόριθμο αλλά από στόμα σε στόμα. Όχι επειδή εκεί ήταν όλα «αγνά», αλλά επειδή εκεί δεν χρειαζόταν να αποδείξεις τίποτα. Απλώς έπαιζες.
Η βιτρίνα πήρε το "alternative", το υπόγειο κράτησε το DIY
Από τα 90s και μετά, το punk έζησε μια περίεργη διπλή ζωή: από τη μία έγινε προϊόν (το "εναλλακτικό" στην καθημερινή πια γλώσσα), από την άλλη έγινε μια υποδομή. Δηλαδή ένας τρόπος να φτιάχνεις πράγματα μόνος σου, να κυκλοφορείς μουσική χωρίς άδεια, να στήνεις τη σκηνή σου σε καταλήψεις και αυτοδιαχειριζόμενους χώρους, με DIY περιοδείες με το πάτωμα για κρεβάτι, σε πειρατικό file-sharing, CDrs, σε αντιφασιστικές και αντιρατσιστικές σκηνές και συγκρούσεις, σε ευρύτερα φεμινιστικά/queer DIY δίκτυα… Κι όσο το mainstream έτρωγε όλη τη τη βιτρίνα, το DIY έστηνε υπόγεια δίκτυα, σαν μύκητας που επιμένει.
Στα 00s, το punk δεν είναι πια ένα ενιαίο πράγμα. Γίνεται οικογένεια από ξαδέρφια που τσακώνονται: pop-punk, emo, post-hardcore, garage revival, άντε λίγο noise ακόμα, α, ναι και λίγο art-punk, για να γουστάρουν και οι εικαστικοί. Το αποτέλεσμα; Το punk ως «ιδεολογία» χάνει το μονοπώλιο, αλλά κερδίζει κάτι άλλο: γίνεται εργαλείο. Σαν την κάμερα του The Blair Witch Project που δεν είναι «ωραία», αλλά είναι εκεί και καταγράφει τον τρόμο όπως μπορεί. Και μέσα σε αυτό, μπαίνει ο σπόρος: η ιδέα ότι μπορείς να είσαι σοβαρά ασόβαρος. Να λες "καίγομαι" αλλά να το φοράς σαν την κόκκινη γλάστρα των Devo στο κεφάλι, γιατί αλλιώς δεν αντέχεται.
Το punk δεν είναι πια ένα ενιαίο λάβαρο. Έχει γίνει ένα κολάζ από μικρές, πεισματάρικες πρακτικές που λένε το ίδιο πράγμα με διαφορετική προφορά. Αλλά στα 2010s η υποδομή γίνεται αποκλειστικά ψηφιακή, και η αντίδραση αρχίζει να παίρνει μορφή… καρτούν. Γιατί όταν η πραγματικότητα είναι βίαιη, καμιά φορά η πιο σκληρή αντίδραση είναι να την κοροϊδεύεις στα μούτρα. Έτσι, ανάμεσα σε άθλια οικονομικά, σε οθόνες που σε κοιτάνε περισσότερο απ’ όσο τις κοιτάς εσύ, και σε μια ζωή που τρέχει σαν trailer ταινίας, εμφανίστηκε το egg punk: το punk της υπερκινητικότητας, του χαζοχαρούμενου πανικού, του «δεν το παίζω σοβαρός γιατί αν το κάνω θα σπάσω». Το egg punk έχει εκείνη την επίτηδες lo-fi παραγωγή και το DIY ύφος που δεν "προέκυψαν" από κάποια αισθητική επιφοίτηση ομιλιών τύπου TED Talk. Προέκυψαν από το πιο απλό, το πιο βρώμικο, το πιο τίμιο πράγμα: δεν υπήρχαν λεφτά. Το early punk (όχι το Devo-φουτουριστικό, μιλάμε για το άλλο, το πιο «πάρε ένα μικρόφωνο και κάνε τη ζημιά») γράφτηκε με budget που μετά βίας έφτανε για μπύρες και βενζίνη (άσχετα αν οι εταιρείες άρχισαν να βάζουν το χέρι βαθιά στην τσέπη μετά την επιτυχία των πρώτων punk άλμπουμ). Πόσα αμέτρητα singles δεν ακούγονται σαν να ηχογραφήθηκαν μέσα σε ντουλάπες! Αυτό ακριβώς, λοιπόν, είναι το “μυστικό” που αργότερα το egg punk βάφτισε “αισθητική”: το ατύχημα ως στυλ.
Πού αρχίζει το egg punk;
Το πού "αρχίζει" εξαρτάται από το ποιον ρωτάς, κλασικά. Γιατί κάθε σκηνή χρειάζεται και το μικρό της ευαγγέλιο, να τσακώνεται στα σχόλια και να νιώθει ότι φυλάει τη σωστή εκδοχή της αλήθειας. Χοντρικά όμως, τον ήχο του egg punk μπορείς να τον καρφώσεις στα mid-2010s: εκεί που μια φουρνιά νεαρών punks άρχισε να ξαναπιάνει το DIY σαν την μοναδική ρεαλιστική επιλογή. Και φυσικά, να μην γελιόμαστε, όλοι τους ακούγονταν "σαν κάτι": σαν τους προηγούμενους, σαν τους πιο-πριν, σαν τις κασέτες που βρήκαν σε ένα κουτί, σαν την ιδέα ότι μπορείς να είσαι γελοίος και σοβαρός ταυτόχρονα. Αλλά βασικά σαν να έχουν ακούσει όλοι τους πολύ Devo.
Το egg punk είναι, για όλους τους σκοπούς και τις προθέσεις, ένα σατιρικό είδος που γεννήθηκε από τα chat rooms του διαδικτύου. Προφανώς εμπνευσμένο από τα έργα και την αισθητική των Devo, το egg punk είναι πιο ήπιο, πολύχρωμο και διαποτισμένο από μια new wave επιρροή που το ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα punk είδη. Μπάντες με ρινικά και παραμορφωμένα φωνητικά, μουσική που ακούγεται ρομποτική, drum machines, ξαφνικές διακοπές και ξεκινήματα και σταθερά 16 νότες στα hi-hats.
Η πρώτη φουρνιά, οι "μεγάλοι τρεις" (για να έχουμε και μύθο)
Στο πρώτο κύμα, τρία ονόματα παίζουν συχνά ως οι "μεγάλοι" (λες και μιλάμε για αυτοκρατορίες, όχι για ανθρώπους που γράφουν τραγούδια ενάμιση λεπτών και ουρλιάζουν): Lumpy and the Dumpers, Uranium Club, The Coneheads. Και το καλύτερο; Όλοι από το αμερικανικό Midwest (Μιζούρι, Μινεσότα, Ιντιάνα) δηλαδή από μέρη που η λέξη "glamour" είναι άγνωστη και η πραγματικότητα σου σκάει στα μούτρα χωρίς φίλτρα. Και τα τρία ονόματα έκαναν ντεμπούτα πάνω-κάτω την ίδια περίοδο, 2013–2014, σαν να βγήκαν από την ίδια χαραμάδα του χρόνου. Και κάπως έτσι χτίστηκε το egg punk σαν μια μικρή, επίμονη πρακτική. Ακούγεται φτηνό γιατί είναι φτηνό. Αλλά αυτό το "φτηνό" είναι κι ο τρόπος του να σου πει πώς δεν χρωστάνε τίποτα σε κανέναν, ούτε καν ένα ψείγμα καθαρού ήχου.
Οι παραπάνω μπάντες, και αρκετές ακόμα, θα μείνουν στην ιστορία ως "πρώιμες egg punk" φάσεις. Μόνο που υπάρχει ένα μικρό, χαριτωμένο πρόβλημα: στα mid-2010s δεν υπήρχε καν ο όρος "egg punk". Υπήρχε ο ήχος, υπήρχε η φάση, υπήρχε το DIY πείσμα και η γελοία ενέργεια, αλλά δεν υπήρχε καμία ομπρέλα. Αλλά όσο το internet γινόταν πιο αδηφάγο κανένα πράγμα δεν μπορούσε να μείνει ζωντανό χωρίς όνομα. Το Instagram ήθελε hashtags για να κάνει καλύτερο share. To Τumblr ήθελε λέξεις κλειδιά για να τις κάνει κοινότητες. Το internet ήθελε κουτάκια για να τακτοποιήσει μέσα το χάος και να νιώθει ότι το κατάλαβε. Οπότε, καθώς αυτό το μικρό, υπόγειο και niche κίνημα φούσκωνε χρόνο με τον χρόνο, παρέμενε χωρίς επίσημο "βαφτιστικό". Μέχρι που έγινε το αναπόφευκτο: κάποιος (ή μάλλον, κάποιοι) έπρεπε να επινοήσουν έναν όρο-ομπρέλα. Όχι φυσικά για να περιγράψουν καλύτερα τη μουσική (να μην γελιόμαστε) αλλά για να μπορούν να τσακώνονται γι’ αυτήν πιο οργανωμένα στο Reddit.
Και εδώ μπαίνει το πιο punk πράγμα που θα μπορούσε να συμβεί στο punk του νέου αιώνα: δεν το βάφτισε κάποια σκηνή, αλλά ένα meme. Σε μια αλυσίδα γεγονότων που μόνο στην internet εποχή θα έβγαζαν νόημα, ο όρος "egg punk" άρχισε να κυκλοφορεί, να ξαναγράφεται, να ειρωνεύεται τον εαυτό του και να αποκτά σιγά-σιγά υπόσταση μέσα από διάφορα meme accounts. Ναι, έτσι θα γεννιούνται πια τα είδη: όχι με δίσκους και συναυλίες, αλλά με screenshots και caption. Μέχρι που, κάπου εκεί γύρω στο 2018, το πράγμα πέρασε κι ένα παράξενο "τεστ ενηλικίωσης". Και το καλύτερο; Δεν υπάρχει οριστική εξήγηση για το γιατί λέγεται "egg punk". Καμία επιτροπή δεν συνεδρίασε, κανείς δεν έδωσε "επίσημο" statement (ευτυχώς). Υπάρχει όμως μια γενική συμφωνία: το όνομα υποτίθεται ότι συμπυκνώνει το ανεπίσημο, το μη-σοβαρό, το επίτηδες γελοίο της φάσης. Το αυγό, σαν κάτι εύθραυστο και χαζοχαρούμενο, κάτι που σπάει εύκολα και δεν παίρνει τον εαυτό του στα σοβαρά, γιατί αν τον πάρει, θα πρέπει να εξηγήσει πολλά. Και το egg punk δεν έχει χρόνο για εξηγήσεις. Έχει χρόνο για 1:15 τραγούδια, για τρελαμένα synths, και για το γέλιο που βγαίνει όταν η πραγματικότητα σε στριμώχνει.
Με λίγα λόγια: το egg punk ονομάστηκε έτσι όπως ονομάζονται πλέον τα πάντα. Με meme-λογική. Με ειρωνεία. Με μια αόρατη συμφωνία ότι "ναι, είναι λίγο γελοίο, άρα μας ταιριάζει".
Η πτώση και η «ανάσταση» ενός είδους
Όπως πολλά niche, τοπικά punk παρακλάδια, το egg punk δεν κράτησε πολύ στην πρώτη του φάση. Στο τέλος των 2010s, είχαν μείνει ενεργές μόνο λίγες από τις "πρωτότυπες" μπάντες. Και ακόμη λιγότερες έβγαζαν σταθερά full-length κυκλοφορίες ή έκαναν σοβαρό touring. Για αρκετούς, αυτό έμοιαζε με το φυσικό τέλος: ένα υποείδος φτιαγμένο να έχει μικρό ακροατήριο, να περάσει σαν αστείο, να αφήσει δύο-τρεις κασέτες πίσω και να γίνει footnote σε κάποιο ψαγμένο forum. Το αφήγημα ήταν έτοιμο, τακτοποιημένο, σχεδόν ανακουφιστικό: «Ορίστε, τελείωσε. Όλα τα πράγματα πεθαίνουν. Πάμε παρακάτω». Μόνο που το punk (γενικότερα) έχει μια κακή συνήθεια: δεν σέβεται τις ταφόπλακες. Επιστρέφει όταν δεν το περιμένεις, όχι επειδή "πρέπει", αλλά επειδή κάποιος ξαναβρίσκει το κουμπί του νεύρου.
Και κάπως έτσι, γύρω στο 2022, η ιστορία άρχισε να ξαναγυρίζει. Η πιο συχνά αναφερόμενη «κινητήρια δύναμη» πίσω από την επιστροφή του egg punk ήταν οι Snõõper από το Tennessee. Έχτισαν ένα τρελό hype με μια σειρά από EPs (όπως γίνεται πάντα: λίγο στόμα-με-στόμα, λίγο ένα σχόλιο στο Insta «τους είδα live και έπαθα»). Και το 2023 έριξαν το πρώτο τους full-length, Super Snõõper. Ο δίσκος μπορεί να μην ήταν κανένα «εμπορικό θαύμα» με την κλασική έννοια, δεν έγινε διαφήμιση κινητής, δεν μπήκε σε playlist για "Monday Motivation", δεν έσωσε την ανθρωπότητα. Αλλά μόλις κυκλοφόρησε, έπεσε πάνω του ο γνωστός μηχανισμός της σύγχρονης αναγνώρισης του instant acclaim. Τον αγάπησαν τα μεγάλα έντυπα της online εποχής όπως το Pitchfork και το Stereogum, και οι Snõõper πήραν και το απόλυτο punk "παράσημο εγκυρότητας", ένα co-sign από τον Henry Rollins. Γιατί, για τα νέα παιδιά, τίποτα δεν λέει «είσαι cool» όσο ένας άνθρωπος που μοιάζει να κουβαλάει ακόμα θυμό από το 1982.
Και κάπου εδώ έρχεται το ειρωνικό twist: πέρασε πολύς καιρός από την πρώτη κορύφωση των Lumpy and the Dumpers και των The Coneheads. Το αρχικό κύμα έκανε τον κύκλο του, κάποιες μπάντες χάθηκαν, κάποιες έμειναν ως μυθικά ονόματα, κάποιες έγιναν αναφορά. Όμως το egg punk, αυτό το σημερινό και φαινομενικά μικρό, χαζοχαρούμενο, υπερκινητικό πράγμα, δεν έμεινε κλειδωμένο στην αμερικανική του γενέτειρα. Όπως όλα τα μικρά είδη που ξεκινούν σαν ατύχημα, έμαθε να ταξιδεύει. Και ταξιδεύει εύκολα, γιατί το διαβατήριό του είναι απλό: DIY, lo-fi, γρήγορο, και αρκετά αυτοσαρκαστικό ώστε να μην παριστάνει ότι "σώζει" τίποτα. Σε άλλες, κυρίως αγγλόφωνες χώρες, μια νέα υπόγεια φουρνιά άρχισε να αγκαλιάζει τους ήχους των πρωτοπόρων. Οι Ιταλοί το έχουν λατρέψει. Στο Σίδνεϊ της Αυστραλίας, ο Kel Mason με το project Gee Tee πήρε θετικές κριτικές από διάφορα μέσα και, κυρίως, έριξε μια γερή δόση egg punk στη local σκηνή: λίγο παραπάνω νεύρο, λίγο παραπάνω “καρτούν”, λίγο παραπάνω “δεν θα το κάνω όμορφο για να νιώσεις άνετα”. Και αυτό είναι το πιο ενδιαφέρον στη διάδοση του egg punk: εξαπλώνεται σαν συνταγή ανάγκης. Όπου υπάρχουν λίγα λεφτά, πολλή ένταση και αρκετός σαρκασμός για να μη σε καταπιεί η σοβαροφάνεια, το αυγό σπάει, και κάτι αρχίζει να τρέχει.
Ποια είναι η ουσία; Το egg punk γύρισε όχι σαν “μεγάλη επιστροφή”, αλλά σαν υπενθύμιση ότι το σαρκαστικό, το γρήγορο, το DIY και το καρτουνίστικο δεν ήταν ποτέ απλά ένα αστείο. Ήταν, και παραμένει, ένας τρόπος να πεις: «αν ο κόσμος σας είναι ένα προϊόν, ο δικός μας θόρυβος θα είναι ανεξέλεγκτος».









