Η αλήθεια είναι πως όταν κυκλοφόρησε το “Now And Then” βρέθηκα να ξαναψάχνω στα άδυτα του Internet για τις πηγές έμπνευσης του John Lennon, τις ανησυχίες του Paul McCartney σε σχέση με την πορεία της μπάντας και κάπως έτσι θυμήθηκα ότι η γενέτειρα τους είναι το Liverpool, εκεί που όλα ξεκίνησαν. Είχα ήδη έρθει να δω κάποιους καλούς φίλους στο Manchester. Όταν μου ανέφεραν πως σχεδιάζαν να πάνε προς Liverpool, ένα πλάνο που τελικά δεν ευοδώθηκε αποφάσισα πως εγώ πρέπει να βρεθώ εκεί και να πάω στο The Beatles Story, έναν χώρο κυριολεκτικά αφιερωμένο σε αυτή την μοναδική και ταλαντούχα τετράδα μουσικών.

Όταν έφτασα, σταμάτησα δύο Βρετανίδες στο δρόμο ρωτώντας τις πως θα κατευθυνθώ προς το Beatles Museum. Η απάντηση που πήρα με ξάφνιασε ομολογουμένως, γιατί δεν είχα ιδέα ότι το πάθος των Λιβερλπουλέζων, γι’αυτή τη μπάντα σήμα-κατατεθέν της brit pop τόσες δεκαετίες μετά καλά κρατεί. «Ποιο απ’ όλα;», μου απάντησε χαμογελαστά η μία. «Βασικά, βιάσου γιατί τώρα με τη νέα κυκλοφορία, γίνεται καθημερινά πανικός και στα δύο» απαντά η άλλη. Η αλήθεια είναι ότι είχα κάνει την έρευνά μου, για ένα διαδραστικό story exhibition που βρισκόταν κοντά στην προβλήτα του Liverpool. Μου επιβεβαίωσαν πως τώρα όντως υπάρχουν αυτά τα δύο μουσεία, ενώ παλαιότερα υπήρχαν τρία, αλλά και πως σποραδικά στήνονται κάθε τόσο και κάποιοι σκόρπιοι χώροι εκδηλώσεων που διεξάγουν συχνά εκθέσεις αφιερωμένες στην μπάντα και στην ιστορία της μουσικής τους, κι αν έψαχνα πολύ ίσως πετύχαινα κι εκείνη την ημέρα μία. Γενικότερα κλείσαμε τη συζήτηση με την εύστοχη αναφορά του «Καλώς ήρθες στην πόλη της pop». Κι όντως κάπως έτσι το βίωσα, αν κι έκατσα εκεί μόνο για λίγες ώρες.

Φτάνοντας στην είσοδο της έκθεσης, πλήρωσα το αντίτιμο του εισιτηρίου μου και μου έδωσαν ένα ζευγάρι ακουστικά για να ακούω πατώντας το play button, την ιστορία του κάθε εκθέματος. Για κάθε στάση που έκανα, άκουγα στ’ αυτιά μου την αδερφή του Lennon, Julia να αφηγείται, κάτι που από μόνο του έδινε έναν αρκετά πιο προσωπικό κι αυθεντικό τόνο σε όλη αυτή τη διήγηση αφού επρόκειτο για μια προσωπικότητα που είχε ζήσει τους Fab Four από πολύ κοντά.

Ξεκινώντας αυτό το ταξίδι, μέσα σε μόλις 40 λεπτά έμαθα πως τέσσερα αγόρια από το Liverpool οδηγήθηκαν από τα μονοπάτια μιας αθώας εφηβικής ζωής στο να ασχοληθούν ουσιαστικά με τη μουσική, και από τα μικρά τοπικά gigs σε υπόγεια venues έγιναν ένα παγκόσμιο pop φαινόμενο. Περιπλανήθηκα ανάμεσα σε μια σκηνική αναπαράσταση του Cavern Club, έναν χώρο-σταθμό για την εδραίωση της νοσταλγικής pop των Fab Four στο Ηνωμένο Βασίλειο. Το πρώτο τους live το έπαιξαν εκεί το 1961 και μέσα στην επόμενη διετία μέχρι και το 1963, είχαν εμφανιστεί στο Cavern 292 φορές. Άκουγα τον Paul McCartney στα ακουστικά μου, να λέει ότι μύριζε ο αφόρητος καπνός από τα τσιγάρα, η κλεισούρα του υπογείου και το χαρτί υγείας από τις τουαλέτες που βρίσκονταν πολύ κοντά στο μικρό κεντρικό υπόγειο stage, αλλά πως η ατμόσφαιρα ήταν φανταστική με τον κόσμο να φτάνει μέχρι την είσοδο του μαγαζιού και πολλοί απ’ τους θεατές να τους βλέπουν σαν μινιατούρες από πολύ μακριά. Στάθηκα εκεί ακίνητη, προσπαθώντας να μυρίσω. Δεν ξέρω αν ήταν η ιδέα μου ή έφταιγε το γεγονός ότι διπλά μου στεκόταν ένας τύπος, τα ρούχα του οποίου μύριζαν ναφθαλίνη, αλλά ένιωσα σχεδόν αμέσως μια ανάμεικτη μυρωδιά από μισοσβησμένα τσιγάρα και χαρτί τουαλέτας. Φαντάστηκα ότι σε κάποιο απ’ αυτά τα live βρισκόμουν κι εγώ εκεί κι ας μην είχα καλά καλά γεννηθεί τότε. Διάολε σκέφτομαι, νοσταλγία-παρόν 1-0. Και χωρίς τη χρήση κανενός AI εργαλείου μέχρι στιγμής, να το πούμε κι αυτό.

Μπαίνοντας στο δεύτερο δωμάτιο αντίκρισα μια πετυχημένη εικαστική απεικόνιση των Abbey Road Studios και πέτυχα δύο έφηβους, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι να ψιθυρίζουν ασταμάτητα. Κουβέντιαζαν για την τρομερή επιρροή που έχει ασκήσει η μπάντα αυτή, για το πως οι γονείς και των δύο άκουγαν αμέτρητες ώρες βινύλιά τους μέσα στο σπίτι, για το ότι το “Now And Then” που κυκλοφόρησε τώρα το Νοέμβρη του ‘23, οκ δεν είναι ο ήχος των Beatles που έχουμε συνηθίσει, αλλά κάπως έκανε το αγόρι να νιώσει αυτή τη νοσταλγία ότι αυτός ο ήχος που ο ίδιος δεν έζησε και δεν άκουσε πολύ, δεν έχει χαθεί. Το κορίτσι συμφωνούσε. Προχώρησα και μπήκα στη μικρογραφία του recording room. Διάβασα υπομονετικά ολόκληρη την ιστορία για το πώς ο manager της μπάντας Brian Epstein -για τον οποίο θα σας μιλήσω και λίγο αργότερα- κανόνισε μια συνάντηση με τον μελλοντικό παραγωγό της μπάντας George Martin στην οποία του παρουσίασε ένα προχειροφτιαγμένο  -κατά τον ίδιο- demo του συγκροτήματος απ’ το οποίο οριακά ακουγόταν η φωνή του Lennon και μια χαώδη πανδαισία από μουσικά όργανα χωρίς συνοχή στο background. Το demo, εμπεριείχε το “Hello Little Girl” και το “Till There Was You” κι ο Epstein είχε πάει αποφασισμένος σε αυτή τη γνωριμία, να εξασφαλίσει στους Beatles, το πρώτο τους μεγάλο δισκογραφικό συμβόλαιο με μια θυγατρική της EMI Records. Η αντίδραση φυσικά του G. Martin απογοήτευσε βαθιά τον Epstein καθώς ο ίδιος όπως είχε δηλώσει και σε σχετική του συνέντευξη στο BBC Arena το 2011, του σκέφτηκε πως: «Νόμιζα ότι η μουσική τους ήταν για τα σκουπίδια. Αδυνατούσα να ξεχωρίσω τι άκουγα - γιατί ήμουν τόσο προετοιμασμένος να ακούσω έναν σόλο τραγουδιστή με ένα backing group. Αλλά εδώ είχα τέσσερα άτομα που έκανε ο καθένας τους ένα σωρό διαφορετικά πράγματα ταυτόχρονα». Όταν είδε την απογοήτευση ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του είπε στον Epstein «Φέρτους μια ώρα στο στούντιο να παίξουν να δούμε τι μπορούν να κάνουν». Όταν λοιπόν τους έφερε, ο George Martin δήλωσε πως είδε αμέσως το χάρισμα στα πρόσωπά τους. Αρχικά, ο Martin ήταν κάπως δύσπιστος για τις δυνατότητες του συγκροτήματος, αλλά αναγνώρισε το ταλέντο και τον μοναδικό ήχο τους κι έτσι πορεύτηκαν μαζί για αρκετά χρόνια δισκογραφικών δημιουργιών. Πόσο ιδιαίτερη περίπτωση μουσικών, σκέφτηκα. Από την αρχή έπρεπε σε κάποιον, κάτι να αποδείξουν.

Καθώς εισέβαλα σε έναν χώρο αφιερωμένο στις πρωτοποριακές τεχνικές που προσέθεταν οι Beatles στις ηχογραφήσεις των άλμπουμ τους, παρατηρούσα παντού χαρτιά με στίχους κομματιών, οδηγίες για το πως πρέπει να αποδοθούν τα takes των κομματιών κατά τη διάρκεια της ηχογράφησης, μαθαίνω για τη σύλληψη του “Yesterday” με την συνοδεία της συγχορδίας των εγχόρδων. Άκουγα για τη δυναμική διαδικασία της ηχογράφησης και το τελικό αποτέλεσμα στ’ αυτιά μου, που προέκυψε από τη διάθεση δημιουργίας και τη μαεστρική καθοδήγηση ενός παραγωγού ο οποίος διέθετε περίσσεια εμπειρία στην κλασική μουσική κι επηρεάζε καταλυτικά την τετράδα.

Έμαθα ακόμα πως ο G.Martin συνεργάστηκε στενά με το συγκρότημα στο στούντιο, συνεισφέροντας ουσιαστικά μουσικά. Οι δεξιότητές του στη διασκευή και την ενορχήστρωση πρόσθεσαν βάθος σε πολλά από τα τραγούδια τους. O G. Martin διηγείται πως ήταν ανοιχτός στις πειραματικές ιδέες των Beatles στο στούντιο. Μαζί με τον ηχολήπτη Geoff Emerick, βοήθησαν στην εφαρμογή καινοτόμων τεχνικών ηχογράφησης, όπως backward tape loops, ηχητικά εφέ και ορχηστρικές διασκευές, που διαμόρφωσαν ένα πολύ ξεχωριστό ηχόχρωμα για την εποχή και το συγκρότημα.

Η αλήθεια είναι πως όλη αυτή η διαδραστική εμπείρια γνωριμίας με τους Beatles, καθώς η ώρα περνούσε γινόταν ολοένα πιο συναρπαστική και πιο άμεση, κάνοντας με να πιστεύω πως σχεδόν τους ήξερα σε προσωπικό επίπεδο. Έμαθα για τα θρυλικά μαγαζιά που έσφυζαν από ζωή τη δεκαετία του ’70 στη Mathew Street του Liverpool, για το περίφημο δισκάδικο NEMS και το πόσο σημαντικό ρόλο έπαιξε στην πρώιμη ιστορία των Beatles. Το κατάστημα αυτό ανήκε στην οικογένεια του Brian Epstein. Το κατάστημα NEMS στο Whitechapel του Liverpool ήταν η αφορμή όπου ο Brian Epstein όσο δούλευε εκεί, άκουσε για πρώτη φορά για τους Beatles. Στις 9 Νοεμβρίου 1961, ο Brian Epstein επισκέφτηκε το Cavern Club αφού ένας πελάτης του στο NEMS του είχε προτείνει να δει αυτό το συγκρότημα οπωσδήποτε. Εντυπωσιασμένος από την απόδοσή τους, ο Epstein κάπως έτσι αποφάσισε να τους μανατζάρει και αυτή η συνεργασία τους οδήγησε τελικά στην αστείρευτη επιτυχία τους και έχτισε την παγκόσμια φήμη τους. Αν και το ίδιο το NEMS μπορεί να μην είναι τόσο διάσημο σε σχέση με άλλες τοποθεσίες που και μέρη που διαμόρφωσαν καταλυτικά την ιδιοσυγκρασία των Beatles, όπως το Cavern Club, έχει ιστορική σημασία για τον πρώτο καιρό ύπαρξης του συγκροτήματος.

Όταν προχώρησα προς τα τελευταία δωμάτια της έκθεσης, είδα έναν χώρο ειδικά αφιερωμένο στο ταξίδι των μελών της μπάντας στην Ινδία. Η σύνδεση των Beatles με την Ινδία και τον ινδικό πολιτισμό διεύρυνε καταλυτικά τους καλλιτεχνικούς τους ορίζοντες και τις πνευματικές τους αναζητήσεις, ενισχύοντας ακόμα παραπάνω την μουσική τους επιρροή. Το κύριο έρεθισμα ως επιπρόσθετη πηγή έμπνευσης, προήλθε από την έκθεσή τους στην ινδική φιλοσοφία, τη μουσική και την πνευματικότητα, ιδιαίτερα μέσω της σχέσης τους με τον Maharishi Mahesh Yogi και της μελέτης τους για τον Υπερβατικό Διαλογισμό. Άκουσα αναλυτικά, πως οι Beatles πέρασαν πολύτιμο χρόνο στο χώρο του Maharishi στο Rishikesh, όπου έγραψαν πολλά τραγούδια, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων που εμφανίστηκαν αργότερα στο White Album και στο Abbey Road. Το γαλήνιο περιβάλλον και η διαλογιστική ατμόσφαιρα επηρέασαν τη δημιουργικότητά τους και τη διάθεσή τους να ανακαλύψουν και να τεστάρουν τα όριά τους. Έμαθα ακόμη πως ο George Harrison ήταν εκείνος που επηρεάστηκε πιο βαθιά απ’ όλους από την ινδική κουλτούρα και μουσική. Στα μέσα της δεκαετίας του 1960, άρχισε να εξερευνά το σιτάρ, ένα παραδοσιακό ινδικό έγχορδο όργανο, και ενσωμάτωσε τους μοναδικούς ήχους του στα τραγούδια των Beatles όπως το "Norwegian Wood (This Bird Has Flown)" και το "Love You To".

Σιγά-σιγά πλησίαζα προς το τέλος της έκθεσης όπου υπήρχαν αναλυτικές πληροφορίες, σαν μικρές αυτοβιογραφίες για κάθε έναν από τους Fab Four. Διαβάζοντας ξεχωριστά για εκείνους, ήταν εμφανές πως ο John Lennon και ο Paul McCartney μοιράζονταν έναν πολύ ιδιαίτερο δεσμό φιλίας μεταξύ τους, απ΄τον οποίο δεν έλειπαν καθόλου οι εντάσεις και οι διαφωνίες. Οι δύο ιθύνοντες πίσω απ’ τους στίχους και τις μελωδίες πολλών σπουδαίων κομματιών του συγκροτήματος δεν κουράστηκαν ποτέ να σκέφτονται και να δημιουργούν. Αντιθέτως, μετά απ’ την τόσο έντονη τριβή τους, κάπως έτσι οδηγήθηκαν τελικά και στο να διαλυθούν κι αυτό ήταν κάτι που ο Paul McCartney το έφερνε βαρέως για πολλά χρόνια.

Το ζουμί αυτής της επίσκεψης, επικεντρωνόταν γύρω απ’ το πόσο πρωτοπόροι υπήρξαν αυτοί οι τέσσερις άνδρες. Αποφάσισαν να ρισκάρουν και βούτηξαν στον πειραματισμό με διάφορα μουσικά στυλ και είδη, ανέβαζοντας συνεχώς τα όρια της μουσικής τους κι εξερευνώντας νέες τεχνικές που επέτρεψαν την ενσωμάτωση και τον συγκερασμό μιας πληθώρας ηχοχρωμάτων κι αισθητικής, στις δισκογραφικές τους δουλειές από ροκ εν ρολ, ποπ, μέχρι και ψυχεδελικές μελωδίες και στοιχεία της ινδικής μουσικής. Παράλληλα, μέσα σε όλη τους αυτή την αέναη δημιουργική τρέλα, διατηρούσαν μια απίστευτα ξεχωριστή σχέση με το κοινό τους, χωρίς να χρειάζεται να κάνουν κάτι παραπάνω πέραν του απλώς να «υπάρχουν» και να παίζουν για τον κόσμο. Αν κάτι μου έμεινε έντονα χαραγμένο από αυτήν την περιπλάνηση στον κόσμο των Fab Four, είναι πως η “Beatlemania” υπήρξε και ήταν πέρα για πέρα αληθινή.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured